Βαθείαν θυελλώδη νύκτα, προς όρθρον βαθύν, ο όμβρος εκόπασεν αίφνης, και δαιμονιώδης τυφών, κραταιός άνεμος εφύσησε, κι έπαυσεν ο κατακλυσμός του νερού, αφού επί τρεις ώρας είχε κάμει να πλεύσει όλον το χωρίον εις την κοιλάδα την παράλιον. Ο μέγας χείμαρρος εις το μέσον της ωραίας λεκάνης, εξεχείλισε, παρέσυρε δύο γεφύρας, επλημμύρισεν εις όλα τα χαμόγεια και τα σπιτάκια των πτωχών, κι έκαμε να κολυμβούν γυναίκες και παιδιά, και κτήνη εις τον καταρράκτην τον βαθύν.