Ακουμπούσε ορθός στον τοίχο, ανασήκωνε την πλατιά λερή μανικά και τέντωνε το χέρι. Ο παππούς του έδενε σφιχτά το μπράτσο με μια καλτσοδέτα κι ύστερα έδινε τη νυστεριά στη φλέβα. Το αίμα πηδούσε αχνοκόκκινο, γράφοντας τόξο στον αέρα, έπειτα χαμήλωνε σιγά σιγά, ως που στάλαζε θόλο και σκούρο, σα μισοστειρωμένη βρύση απο σκουριασμένη κάνουλα, χάμω στις αγριάδες της αυλής.Κι ο Μπαρμπαντώνης τον κοίταζε με τα θαμπά μάτια του, τον κοίταζε και θυμόταν τον παλιό γιατρό, που έχτισε κει στην εξοχή το σπίτι, το σπίτι αυτό που αγόρασε ύστερα ο παππούς.