You are here
Σκέψεις για έναν παγιδευμένο φάκελο
Η απόπειρα εναντίον του πρώην πρωθυπουργού Λουκά Παπαδήμου με παγιδευμένο φάκελο, μια πράξη απολύτως και απερίφραστα καταδικαστέα, έχει σχολιαστεί εκτενώς στα διάφορα βήματα δημόσιας συζήτησης. Το ιστολόγιό μας αναπόφευκτα, λόγω και του δικού μου ταξιδιού, δεν πήρε μέρος σε αυτή την ανάλυση παρά μόνο με κάποια σχόλιά σας στο περιθώριο άλλων συζητήσεων.Πιστεύω όμως ότι αξίζει μια συζήτηση όχι μόνο και όχι τόσο για το γεγονός καθαυτό όσο για τα όσα ανέδειξε η απόπειρα, και κυρίως το ζήτημα του δημόσιου λόγου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.Να πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Από μερίδα του πολιτικού κόσμου και από πολλά μέσα ενημέρωσης έγινε προσπάθεια να παρουσιαστεί η απόπειρα κατά Παπαδήμου ως άμεσο αποτέλεσμα της κριτικής που είχε εκφραστεί στον Λουκά Παπαδήμο το 2011-2012, τόσο για τον τρόπο με τον οποίο αναδείχτηκε πρωθυπουργός όσο και για τα πεπραγμένα του κατά την ολιγόμηνη πρωθυπουργία του.Πολιτικοί με δηλώσεις τους μίλησαν για «ηθικούς αυτουργούς της επίθεσης», κάποιοι ανερμάτιστοι μάλιστα όπως ο Γρ. Ψαριανός (είναι βουλευτής, θυμίζω) δεν δίστασαν να κατονομάσουν τον πρωθυπουργό ως έναν από τους… ηθικούς αυτουργούς, ενώ από δημοσιογράφους εκφράστηκε η αποψη ότι το χέρι των δραστών το όπλισε η οξεία πολιτική κριτική στην κυβέρνηση Παπαδήμου, μια άποψη που είναι κατα τη γνώμη μου επικίνδυνη όσο και αβάσιμη.Αυτονόητο είναι ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κυρίως Φέισμπουκ και Τουίτερ, συζήτησαν εκτενώς τόσο την ίδια την απόπειρα όσο και τον τρόπο που παρουσιάστηκε από τα επίσημα μέσα -διότι μια λειτουργία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι να ελέγχουν τα «επίσημα» μέσα ενημέρωσης, και κυρίως τα τηλεοπτικά κανάλια, αποκαλύπτοντας διαστρεβλώσεις και μεροληψίες.Η κριτική των κοινωνικών μέσων εκφράζεται συχνά με χλεύη, με βρισιές, με λεκτικές υπερβολές. Κάποτε όμως και με πολύ σοβαρές τοποθετήσεις. Για παράδειγμα, πολύ εύστοχα, ο φιλος Θέμης Καζαντζίδης έγραψε στο Φέισμπουκ:Εμείς που μετά την σημερινή δολοφονική απόπειρα εξακολουθούμε να θεωρούμε το PSI και την μετατροπή του χρέους από ιδιωτικό σε υπό αγγλικό δίκαιο διακρατικό, ως πράξεις που έγιναν εις βάρος των συμφερόντων της χώρας, είμαστε αυτομάτως και φίλοι της τρομοκρατίας, συμπαραστάτες δολοφόνων και ηθικοί αυτουργοί εγκλημάτων;Πού τελειώνει η πολιτική και το δικαίωμα γνώμης και πού αρχίζει η προτροπή για έγκλημα; Μπαίνουμε σε πολύ ολισθηρούς δρόμους. Η δημοκρατία δεν απειλείται από εκατό ανόητους, που αποκαλούσαν χούντα τον Παπαδήμο, ούτε από δέκα περιθωριακούς τρομοκράτες. Απειλείται πολύ περισσότερο από τους main stream, που για λόγους κομματικών σκοπιμοτήτων ταυτίζουν ανεύθυνα νόμιμα εκλεγμένες κυβερνήσεις με την δράση των τελευταίων. Από αυτούς που σε λίγο θα φτάσουν να ενοχοποιήσουν την εκφορά απόψεων που δεν τους αρέσουν.Η σπορά του διχασμού είναι αυτή. Μην πάμε πολύ μακρυά. Οι ίδιοι που κατηγορούν αυτούς που αποκαλούσαν χούντα τον Παπαδήμο προσπαθούν σήμερα να μας πείσουν ότι ο Τσίπρας επιχειρεί να στήσει δικτατορία. Και δεν μπορούν να καταλάβουν ότι κάνουν ακριβώς το ίδιο με αυτό που καταδικάζουν.Την επόμενη μέρα μετά την απόπειρα, στον Σκάι, εκφράστηκε από τον δημοσιογράφο Γιάννη Πιτταρά η άποψη ότι «αν έκανε κάποιος έναν γύρο στα social media, θα καταλάβαινε ότι θα έπρεπε χθες να πέσει «μαύρο» και στο Facebook και στο Twitter» -άποψη που ο οικοδεσπότης της εκπομπής, ο Κώστας Μπογδάνος, χαρακτήρισε μεν ερντογανική αλλά αμέσως μετά συμπλήρωσε ότι «ψιλοσυμφωνεί μαζί της»!Γιατί έπρεπε να πέσει μαύρο; Επειδή η επίθεση κατά Παπαδήμου έγινε δεκτή με «μειδιάματα, χαριτολογήματα και εξυπνακισμούς» (το απόσπασμα της συγκεκριμένης εκπομπής, εδώ). Δεν απέχουμε πολύ από το να ποινικοποιηθεί η… άρνηση καταδίκης. Εδώ αισθάνομαι κι εγώ κάποια ανησυχία, διότι σχολιάζοντας στο Φέισμπουκ έγραψα ότι «αν ηθικοί αυτουργοί της απόπειρας είναι εκείνοι που επέκριναν τον Παπαδήμο το 2011-12, τότε ξέρουμε τον δράστη: είναι ο Ραν Ταν Πλαν» -εννοώντας τις υπερβολικά καθυστερημένες αντιδράσεις του θρυλικού ήρωα των περιπετειών του Λούκι Λουκ.Φυσικά, υπήρξαν και ανόητες, χυδαίες, γελοίες αντιδράσεις στα κοινωνικά μέσα. Συζητήθηκε πολύ η ανάρτηση του παλαίμαχου δημοσιογράφου (και συνδικαλιστή στην ΕΣΗΕΑ) Γιώργου Φιλιππάκη (ολόκληρη εδώ), που κατέληγε στην κατακλείδα ότι «για να είμαι ξεκάθαρος δεν θα με ενοχλούσε καθόλου άν έσκαγε και μια ακόμα βόμβα στα πόδια του Στουρνάρα». Πρόκειται για εντελώς απαράδεκτη τοποθέτηση. Όπως πολύ σωστά έγραψε ο φίλος Στρατής Μπουρνάζος, «μια τέτοια προσέγγιση (που αρθρώνεται με όρους «ξεπουλημένων τομαριών» και χαράς για τις βόμβες που μπορεί να σκάσουν) υπονομεύει, εν τέλει (διά του βαυκαλισμού), την κριτική και αντιπαράθεση στη (μνημονιακή) πολιτική την οποία αντιπαλεύει.»Απολύτως αποδοκιμαστέα η ανάρτηση, που εκθέτει τον δημοσιογράφο, αλλά όλοι έχουμε δικαίωμα στη χυδαιότητα και στην ανοησία -ή όχι;Όπως γράφτηκε, ο Γιάννης Στουρνάρας κατάγγειλε τη συγκεκριμένη ανάρτηση μαζί με άλλες, με αποτέλεσμα η εισαγγελία να διατάξει προκαταρκτική εξέταση, που θα διενεργηθεί από τη δίωξη ηλεκτρονικού εγκλήματος.Δεν ασκήθηκε (ακόμη) δίωξη, όπως γράφτηκε αρχικά, και προσωπικά, παρόλο που δεν είμαι νομικός, δεν νομίζω ότι στοιχειοθετείται εξύμνηση εγκλήματος ούτε προτροπή σε τέλεση αδικήματος. Ακόμα περισσότερο, η επίμαχη τοποθέτηση δεν είναι ρητορική μίσους. Ρητορική μίσους έχουμε όταν κάποιος μιλάει απαξιωτικά για κάποιον άλλο με βάση τη φυλή, την εθνότητα, το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό κ.λπ. Το να μιλάει κανείς απαξιωτικά για κάποιον που άσκησε δημόσιο αξίωμα, δεν αποτελεί ρητορική μίσους.Ωστόσο, για να δούμε και την άλλη πλευρά, σκεφτείτε πώς θα αντιδρούσατε σε μια τοποθέτηση όπως «δεν θα με ενοχλούσε αν έκαιγαν ένα κέντρο φιλοξενίας προσφύγων». Δεν είναι τοποθέτηση αμέτοχου παρατηρητή.Λίγες ώρες αργότερα, το βράδυ του Σαββάτου, έσκασε η βόμβα (να προσέχω τις μεταφορές μου; ): ο ίδιος ο Γ. Φιλιππάκης έγραψε στο Φέισμπουκ «Μόλις με συνέλαβαν». Τα κοινωνικά μέσα πήραν φωτιά: περισσότεροι καταδίκασαν τη σύλληψη, λιγότεροι την δικαιολόγησαν -μόνο που «η νύχτα βγάζει επίσκοπο κι η αυγή μητροπολίτη»· το πρωί της Κυριακής, ο δικηγόρος του δημοσιογράφου διέψευσε τη σύλληψη και ισχυρίστηκε ότι ο Γ. Φιλιππάκης δεν είχε γράψει τίποτα σχετικό στο Φέισμπουκ, και ότι η είδηση για τη σύλληψη οφειλόταν σε καποιον που… χακάρισε τον λογαριασμό του, μια δικαιολογία ελάχιστα πιστευτή που καταρρακώνει το κύρος του δημοσιογράφου.Αλλά ας το προσπεράσουμε αυτό και ας εστιαστούμε στα σχόλια και στις αναρτήσεις μας στο Φέισμπουκ. Μπορούν να εξομοιωθούν, από άποψη ποινικής ευθύνης, με ένα άρθρο σε εφημερίδα; Με μια τοποθέτηση στην τηλεόραση; Ή μοιάζουν περισσότερο με τις συζητήσεις χωρίς αρχή και τέλος στο καφενείο της γειτονιάς;Τυπικά, μια συζήτηση στο Φέισμπουκ ή στο Τουίτερ είναι γραπτός λόγος, αλλά αν πάρουμε ως κριτήρια την προχειρότητα και την αμεσότητα της έκφρασης τότε μάλλον με προφορικό λόγο μοιάζει -με τη διαφορά ότι αυτά τα έπεα όχι μόνο δεν είναι πτερόεντα αλλά διατηρούνται για πάντα, και είναι πολύ εύκολο να αναπαραχθούν, κάποτε ξεκομμένα από τα συμφραζόμενά τους, να διογκωθούν και να δώσουν εντελώς στρεβλή εντύπωση.Δεν στέκομαι ειδικά στον Φιλιππάκη τώρα, εξετάζω το γενικότερο φαινόμενο. Υποστηρίζω ότι τα εργαλεία του νομικού μας συστήματος, που είναι προσανατολισμένα στις εφημερίδες και την τηλεόραση, πρέπει να αναπροσαρμοστουν για να αντιμετωπίσουν τις συζητήσεις που γίνονται στα κοινωνικά μέσα, αλλιώς κινδυνεύουμε να πέσουμε στον παραλογισμό και στην ανελευθερία -σαν παράδειγμα, ας σκεφτούμε ότι σε περίπτωση που μια ανάρτηση στο Φέισμπουκ αποτελεί αδίκημα, τότε γιατί να μην είναι αδίκημα και η επιδοκιμασία της -με like ή, πολύ χειρότερα, με αναδημοσίευση της επίμαχης ανάρτησης;Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ένας πλανόδιος μανάβης συρθηκε στο αυτόφωρο επειδή αποκάλεσε τον γάιδαρό του «Καραμανλή» -και αθωώθηκε διότι έπεισε το δικαστήριο ότι υπάρχει η λεγόμενη καραμανλήδικη ράτσα γαϊδάρων. Να μη φτάσουμε στο 2017 να κυνηγάμε όσους δεν αισθάνθηκαν αποτροπιασμό ή δεν καταδίκασαν απερίφραστα! from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία