You are here
Το αυγό (διήγημα του Στάθη Κοψαχείλη)
Αυγό ή αβγό; Θα ασχοληθούμε άλλη φορά με το… φλέγον αυτό ερώτημα, σήμερα είναι Κυριακή κι έτσι έχουμε ύλη λογοτεχνική -αν λεξιλογήσουμε, θα γίνει στο περιθώριο.Θα δούμε σήμερα ένα διήγημα από μια σχετικά πρόσφατη συλλογή διηγημάτων, το βιβλίο του Στάθη Κοψαχείλη «Η δρακοντιά» (είναι φυτό, που έχει και αρκετό λεξιλογικό ενδιαφέρον), μια συλλογή του 2015 που σχολιάστηκε πολύ από την κριτική αλλά που, ομολογώ, δεν έχω αξιωθεί να διαβάσω. Η φίλη μας η Μαρία το διάλεξε και το πληκτρολόγησε.Η Δρακοντιά είναι η δεύτερη συλλογή του Στάθη Κοψαχείλη, ο οποίος γεννήθηκε το 1957 στο Λιτόχωρο και ζει στη Θεσσαλονίκη. Περιλαμβάνει 12 διηγήματα. Είχε προηγηθεί η συλλογή «Παραμιλητά» το 2011.Στο τέλος του κειμένου, βάζω ένα απόσπασμα κριτικής και κάποια λίγα λεξιλογικά.Το αυγόΣτον Δημήτρη ΠαπαθανασίουΤο πρωί της Δευτέρας 8 Ιουνίου του 1942 ο Αποστόλης Βαρθαλαμής, που έχει πατήσει για καλά τα εξήντα, ξύπνησε άκεφος. Ένιωθε μεγάλη αδυναμία, εξαντλημένος από την παρατεταμένη ασιτία και, παρ’ ότι έκανε ζέστη, αυτός κρύωνε. Δυο μέρες τώρα δεν έβαλε τίποτα στο στόμα του, εκτός από μερικές κληματσίδες που μάζεψε απ’ το αμπέλι του. Τις τρώει αλλά μετά υποφέρει απ’ τους πόνους, γιατί είναι στομαχικός. Λίγες μέρες πριν με πολλές προφυλάξεις περπάτησε στο κομμάτι της σιδηροδρομικής γραμμής ανάμεσα στα δυο γερμανικά φυλάκια και βρήκε μια μουχλιασμένη κουραμάνα. Την καθάρισε και μ’ αυτή πορεύτηκε άλλες τρεις μέρες.Περπατώντας με κόπο, έτοιμος να καταρρεύσει, βγαίνει απ’ την καλύβα του και κάθεται λίγο στον ήλιο να συνέλθει. Σκυμμένος, με κλειστά μάτια, ακουμπάει το κεφάλι του στις παλάμες και σκέφτεται μέχρι πού μπορεί να τραβήξει το κακό. Παρηγοριέται κάπως στην ιδέα ότι τουλάχιστον αυτός ως εργένης πέρα απ’ τον εαυτό του, δεν έχει να νοιαστεί για κάνεναν άλλο. Από τον περασμένο Οκτώβρη, όταν η πείνα άρχισε να σφίγγει, όπως πολλοί χωριανοί, κατέβηκε κι αυτός στο Βακούφικο, στο κτήμα του, και μένει στην καλύβα. Μαζεύει ραδίκια, λάπατα, νεροτσούκνιδα, καμιά γαλατσίδα και μ’ αυτά ξεγελάει την πείνα του. Όσο για αλάτι, βράζει σ’ ένα ταψί θαλασσινό νερό κι, όταν αυτό εξατμιστεί, παίρνει το αλάτι που σαν χιόνι μένει στον πάτο. Είχε φέρει μαζί και τις λιγοστές κότες του, αλλά άλλες τις έφαγαν οι αλεπούδες, άλλες ψόφησαν, μία την έφαγε ο σκύλος του και του απόμειναν μόνο δυο· κάθε δεύτερη ή τρίτη μέρα γεννούν ένα αυγό, που το περιμένει πώς και πώς, γιατί μ’ αυτό κάπως στυλώνεται.Σήμερα όμως ο Αποστόλης Βαρθαλαμής είναι πολύ ανήσυχος. Είναι η πέμπτη μέρα που δεν έχει βρει αυγό στη φωλιά κι αυτό τον βάζει σε σκέψεις. Πριν δύο μέρες, ενώ άκουσε την κότα να κακαρίζει – σημάδι πως γέννησε – και πήγε να πάρει το αυγό, στη φωλιά βρήκε μόνο το προσφώλι. Γι’ αυτό σήμερα θα έχει τον νου του. Μόλις την ακούσει να κακαρίζει, θα πάει κατευθείαν στο καλύβι με τα άχυρα να δει τι συμβαίνει.Σηκώνεται σιγά σιγά και κάνει μια μικρή βόλτα στο περιβόλι του να περάσει η ώρα. Περπατάει σκεπτικός ανάμεσα στα δέντρα και μετά στέκεται κάτω από μια ελιά κοιτάζοντας προς το βουνό. Η κακή όρασή του, λόγω της υψηλής μυωπίας, δεν του επιτρέπει να το δει, αλλά αυτό τον Αποστόλη δεν τον πειράζει καθόλου. Μπορεί και το φαντάζεται με όλες τις λεπτομέρειές του σαν να είναι εκεί, ανάμεσα στις οξιές, τα σφεντάμια, τις κουμαριές, τα γαβριά και τα άρια. Στα χαμόκλαδα βλέπει να φτεροκοπούν οι κοκκινολαίμηδες, τα τρυποσάκια, τα κοτσύφια και οι πασχαλίτσες. Πιο πέρα, πάνω στα κατσάβραχα, στέκουν αγριοκάτσικα και μέσα στις κλεισούρες του Αγιάννη βλέπει κρυμμένους αντάρτες. Θα ήθελε πολύ να ήταν νέος και να είναι κι αυτός μαζί τους, αλλά μετά κάπως μελαγχολεί, γιατί σκέφτεται πως εξαιτίας της μεγάλης μυωπίας του ούτε στρατιώτης δεν έκανε… Για τον ίδιο λόγο καμία γυναίκα δεν θέλησε ποτέ να τον παντρευτεί. Έτσι μοναχός πέρασε τη ζωή του μέχρι τώρα, αλλά ο Αποστόλης δεν παραπονιέται για τίποτα. Είναι λεπτή και ευγενική ψυχή, τα φέρνει βόλτα με τα χωραφάκια του και στον ελεύθερο χρόνο σκαλίζει με τον σουγιά του κουφόξυλα φτιάχνοντας ζώα, πουλάκια, δράκους και μπαρμπαδέλια, που τα χαρίζει μετά στα παιδιά. Έτσι είναι ο Αποστόλης, εύθραυστος και ευαίσθητος, γι’ αυτό στενοχωριέται και θυμώνει πολύ, όταν σκέφτεται πώς κατάντησαν οι άνθρωποι μ’ αυτό το «κακό» που σαν βαρύς ίσκιος πλάκωσε τη χώρα και τη δηλητηρίασε.Καθώς συνεχίζει αυτή την περιδιάβαση κάτω απ’ τα δέντρα, ξαφνικά ακούει το κακάρισμα της κότας που του φαίνεται κάπως αλλιώτικο, πιο ηχηρό, σαν τρομαγμένο. Όσο μπορεί πιο γρήγορα κατευθύνεται στο καλύβι και μπαίνει μέσα. Περιμένει λίγο να συνηθίσει στο λιγοστό φως, διορθώνει τα χοντρά γυαλιά στη μύτη του και μετά σκύβει πάνω απ’ τη φωλιά. Δεν βλέπει καλά, σκύβει περισσότερο και τότε παγώνει, καθώς διακρίνει μια χοντρή οχιά κουλουριασμένη πάνω στα άχυρα, έχοντας στο διάπλατα ανοιγμένο στόμα της το αυγό. Ταράζεται αλλά δεν χάνει την ψυχραιμία του. Βγαίνει έξω και πάει στην καρυδιά, όπου στον κορμό της έχει ακουμπισμένο το κρανίσιο ραβδί του που καταλήγει σε μια κοντή διχάλα, ειδικά για τον πνίξιμο των φιδιών. Ξαναμπαίνει στο καλύβι και περιμένει πάλι λίγο να ξεθαμπώσουν τα μάτια του. Πλησιάζει προσεχτικά την οχιά, που στο μεταξύ έχει κατεβάσει το αυγό μέσα στο στόμα της, κεντράρει τη διχάλα του ραβδιού στο λαιμό της και με μια απότομη κίνηση τη πιέζει με δύναμη, ενώ στο νου του έρχεται κατευθείαν μια φράση από την Αγία Γραφή που τη διαβάζει συχνά και λέει για τον αρχέκακο όφι … Την ίδια στιγμή το αυγό βγαίνει ακέραιο από το στόμα της οχιάς και κυλάει πάνω στα άχυρα, ενώ αυτή χτυπάει την ουρά της πέρα δώθε, τυλίγεται και ξετυλίγεται στο ραβδί, αλλά ο Αποστόλης την έχει μαγκώσει γερά και τη ζουπάει με όση δύναμη έχει. Σε λίγο η οχιά χαλαρώνει, οι κινήσεις της γίνονται άτονες, μέχρι που δεν σαλεύει καθόλου. Μετά τη σέρνει με το ραβδί και την πετάει έξω απ’ το κτήμα του, μέσα στις ζίγρες. Επιστρέφει με φούρια και, καθώς περνάει κάτω απ’ τη συκιά, κόβει ένα φύλλο. Γονατίζει δίπλα στη φωλιά, πιάνει με το συκόφυλλο το αυγό κι ύστερα βγαίνει έξω στο φως του ήλιου, όπου το εξετάζει προσεκτικά περιστρέφοντάς το πολλές φορές. Του φαίνεται ότι σε μια μεριά υπάρχει μια μικρή ραγισματιά, αλλά πάλι δεν είναι σίγουρος. Πάει στο βαρέλι με το νερό και με μαλακές κινήσεις αρχίζει να το πλένει σχολαστικά. Το ξαναστρέφει στο φως εξετάζοντάς το – τώρα βλέπει καθαρά τη ραγισματιά – και μετά κοντοστέκεται μπροστά στο άνοιγμα της καλύβας με το αυγό στο χέρι, κατάλευκο σαν μεγάλο κουφέτο. Βρίσκεται σε δίλημμα˙ να το φάει ή να μην το φάει; Δεν ξέρει τι να κάνει. Δίπλα στην καλύβα είναι μια ασπρόπετρα, μεγάλη ίσα με μια αγκαλιά. Αφήνει προσεκτικά το αυγό πάνω στην πέτρα, παίρνει ένα κούτσουρο και με διστακτικές κινήσεις κάθεται μπροστά στο αυγό. Κάτω από τον μεσημεριανό ήλιο που καίει το κοιτάζει επίμονα για πολλή ώρα, δίβουλος και αναποφάσιστος. Η πείνα του αλέθει τα σωθικά, του ’ρχεται να το αρπάξει και έτσι, όπως είναι ωμό, να το ρουφήξει, αλλά αν απ’ αυτή τη μικρή ραγισματιά πέρασε δηλητήριο μέσα στο αυγό; Του φαίνεται υπερβολή να σκέφτεται κάτι τέτοιο αλλά, αν υπάρχει έστω και μια μικρή πιθανότητα, αξίζει να το διακινδυνεύσει; Βασανίζεται για πολλή ώρα ακόμη μ’ αυτές τις σκέψεις, ώσπου ξαφνικά νιώθει να σβήνει, να του ’ρχεται λιγοθυμιά, μια σκοτοδίνη και παρά λίγο να πέσει κάτω. Την τελευταία στιγμή συνέρχεται, ανοίγει τα μάτια και σαν υπνωτισμένος ξανακοιτάζει για ώρα το αυγό. Ξαφνικά, σαν να ανέκτησε μεμιάς όλες του τις δυνάμεις, ο Αποστόλης Βαρθαλαμής πετάγεται όρθιος σαν ελατήριο και με βήμα ταχύ κατευθύνεται στο εσωτερικό της καλύβας. Σε ελάχιστο χρόνο βγαίνει έξω κρατώντας στα χέρια μια βαριοπούλα. Στέκεται μπροστά στην πέτρα με τα πόδια ανοιχτά για να ισορροπεί καλύτερα, σηκώνει με τα δυο χέρια τη βαριοπούλα ψηλά και, αφού μένει για μερικές στιγμές έτσι ζυγίζοντάς τη, βγάζει μια άναρθρη κραυγή και την κατεβάζει με δύναμη πάνω στο πάλλευκο αυγό.Γράφει ο φίλος Νώντας Τσίγκας για το διήγημα αυτό:Μικρό σχολιασμό θα ήθελα ακόμα να κάνω πάνω στο εξαιρετικής δύναμης και αριστοτεχνικό διήγημα με τον τίτλο «Το αυγό». Πολλοί θα βρουν μέσα σ’ αυτό –και δικαίως– υπαινιγμό βαθύ σχετικά με «το αυγό του φιδιού» και ο νοών νοείτω. Όλα ενυπάρχουν, σαν υλικό–τροφοδότης του συσχετισμού, στο διήγημα. Και το αυγό και το φίδι (η προφανέστατα επίσης πεινασμένη οχιά) και «[…] αυτό το κακό που σαν βαρύς ίσκιος πλάκωσε τη χώρα και τη δηλητηρίασε». Όμως η συγκλονιστική στιγμή που ο πεινασμένος Αποστόλης Βαρθαλαμής, που «δυο μέρες τώρα δεν έβαλε τίποτα στο στόμα του εκτός από μερικές κληματσίδες που μάζεψε από το αμπέλι του», αφού παλέψει με το σχεδόν ανίκητο ένστικτο της επιβίωσης και της αυτοσυντήρησης, δεν θα φάει το αυγό που μόλις απόσπασε από το στόμα του φιδιού με τη βία. Το αυγό που είχε προηγουμένως καταβροχθισθεί από το φίδι μέσα στη φωλιά αμέσως αφού το γέννησε η μία από τις δυο κότες του Αποστόλη. Εκείνος λοιπόν δεν θα το σπάσει απλώς. Δεν θα το πετάξει μακριά, δεν θα το ποδοπατήσει, παρά θα το συντρίψει με μια βαριοπούλα που, μέσα στο καλοκαιριάτικο καταμεσήμερο, θα υψώσουν τα δυο του χέρια για τον σκοπό αυτό πάνω από το κεφάλι του…Και κλείνω με μερικά λεξιλογικά για να μην ξεχνιόμαστε:
- Το μπαρμπαδέλι είναι βορειοελλαδίτικος ιδιωματισμός, που σημαίνει ανθρωπάκι, κουκλάκι αλλά και μπιχλιμπίδι. Λέγεται και μπαρμπαδάκι και πρέπει να προέρχεται από τη λέξη μπάρμπας (με τη σημασία ‘άνθρωπος’). Με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, η λέξη πήρε νέα ζωή, αφού το ανθρωπάκι που έτρεχε στην οθόνη ονομάστηκε μπαρμπαδάκι/μπαρμπαδέλι, ενώ τώρα έχω δει τη λέξη να χρησιμοποιείται για τις αβατάρες και για τις φατσούλες στα κοινωνικά μέσα.
- ζίγρες. Η ζίγρα, λέξη που ακούγεται από Θεσσαλία και πάνω (ίσως όχι στην Ήπειρο) είναι ο βάτος. Ζίγρες, τα βάτα.
- τα γαβριά και τα άρια από τα συμφραζόμενα θα είναι δέντρα, ενώ τα τρυποσάκια είδος πουλιού. Δεν τα ξέρω, και γκουγκλίζοντας βρίσκω ότι τρυποσάκια λέγονται τα άγανα, αλλά βρίσκω και πουλί με το ίδιο όνομα.
Μπορείτε επίσης να ακούσετε τον συγγραφέα να διαβάζει το διήγημά του «Ο τσουτσουλιάνος» (= ο τσαλαπετεινός), που επίσης ανήκει στη συλλογή αυτή, από εκδήλωση του 2014 στην Καλαμαριά. from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία