You are here
Αφού μας θύμισαν την Οδύσεια του Καζαντζάκη…
Άλλο φιλολογικό άρθρο είχα σκοπό να δημοσιεύσω σήμερα, αλλά με άρπαξε από το μανίκι η επικαιρότητα -δεν γίνεται κάθε μέρα (παρα)πολιτικός καβγάς για ένα λογοτεχνικό έργο! Εννοώ βέβαια την Οδύσεια του Καζαντζάκη, που πολυτελές ομοιότυπο της πρώτης έκδοσης του 1938 χάρισε ο Αλέξης Τσίπρας στους Κινέζους επισήμους στο Πεκίνο. Το όλο θέμα θα περνούσε απαρατήρητο (ποιος προσέχει τα δώρα των επισήμων και ποιος τα θυμάται; ) αν δεν ήταν η παχυλή αμάθεια και η αντιπολιτευτική εμμονή των ανάξιων εραστών της αριστείας, που με μπροστάρη τον Σκάι και διάφορα στελέχη της ΝΔ βγήκαν στα κεραμίδια για να κράξουν τον… ανορθόγραφο τίτλο του βιβλίου ή το κακέκτυπο αντίτυπο που χάρισε ο Τσίπρας, δείχνοντας έτσι ότι αγνοούσαν πως ο Καζαντζάκης, πέρα από τη μετάφραση που έκανε στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Ομήρου μαζί με τον Κακριδή, που είναι πασίγνωστη επειδή πολλές γενιές μαθητών τη διδάχτηκαν στο Γυμνάσιο, είχε επίσης γράψει κι ένα δικό του ποίημα, την Οδύσεια, ένα μνημειώδες αν μη τι άλλο για το μέγεθός του έργο με 33.333 στίχους (δηλαδή εκτενέστερο από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Ομήρου μαζί).Αυτήν την Οδύσεια ο Καζαντζάκης την έγραφε πολλά πολλά χρόνια -αν διαβάσετε τα 400 γράμματά του στον Πρεβελάκη θα δείτε τον διαρκή αγώνα και την αγωνία του. Ακόμα κι όταν έγραφε άλλα έργα, δούλευε παράλληλα και την Οδύσεια -για παράδειγμα, στην επιστολή αρ. 55, σταλμένη τον Ιούνιο του 1928 από τη Μόσχα, «Δουλεύω καλά και κάποτε γράφω σκορπιστά μερικούς στίχους Οδύσεια«. Ή, τον Ιούνιο του 1931 από το Gottesgab (Μπόζι Νταρ στα τσέχικα, πόλη της τότε Τσεχοσλοβακίας στα σύνορα με τη Γερμανία): «Γαλήνη, ήλιος, έλατα, μυρωδιά νιοθέριστου χόρτου -και μπροστά μου πάλι το πέλαγο της Οδύσειας«. Εφτά φορές θαρρώ έγραψε όλο το έργο από την αρχή, ώσπου να εκδοθεί το 1938, σε 301 αντίτυπα, σε μονοτονικό σύστημα και με απλοποιημένη ορθογραφία -χωρίς διπλά σύμφωνα, χωρίς αυ και ευ. Γι’ αυτό, Οδύσεια.Στην Β’ έκδοση του 1957, τηρήθηκε η ορθογραφία της εποχής, άρα πολυτονικό, διπλά σύμφωνα, αυ και ευ. Δεν είμαι ειδικός στον Καζαντζάκη και δεν ξέρω για ποιο λόγο έγινε αυτό. Την επιμέλεια την είχε ο Ε. Κάσδαγλης, πάντως, στον οποίο ο Καζαντζάκης έστελνε διαρκώς γράμματα από το εξωτερικό, δίνοντάς του εντολή να αλλάξει τον τάδε ή τον δείνα στίχο, ενώ του είχε δώσει και το ελεύθερο να κάνει μικροαλλαγές για λόγους μέτρου στο κείμενο. Από τότε, Οδύσσεια -στην τρέχουσα έκδοση που θα βρείτε στα βιβλιοπωλεία. Αλλά η πολυτελής επανεκτύπωση της πρωτης έκδοσης, που έγινε το 2006, κράτησε φυσικά τον αρχικό τίτλο -και αυτό το αντίτυπο δωρίστηκε στο Πεκίνο.Δεν ξέρω αν έχει γίνει σύγκριση της πρώτης με τη δεύτερη έκδοση για να φανούν οι αλλαγές, ούτε αν έχουν σωθεί όλα τα προηγούμενα σχεδιάσματα του έργου. Κάποια αποσπάσματα έχουμε από τις προηγούμενες μορφές και για να πάρετε μια ιδέα, δίνω στο τέλος του άρθρου ένα μικρό κομμάτι. Οπωσδήποτε, το τεράστιο μέγεθος του έργου δυσχεραίνει τέτοιες μελέτες. Ούτε υπάρχει, θαρρώ, πλήρες γλωσσάρι της Οδύσειας, που θα ήταν ηράκλειο έργο. Ο Πρεβελάκης ξεκίνησε το 1932 να κάνει γλωσσάρι και τελείωσε το πρώτο μισό (ραψωδίες Α-Κ) βασισμένος όμως σε χειρόγραφο της Οδύσειας που τελικά υπέστη αρκετές τροποποιήσεις ώσπου να τυπωθεί. Έτσι το γλωσσάρι του, που μπορείτε να το βρείτε στο Διαδίκτυο ενταγμένο σε πανεπιστημιακή διατριβή, καταχωρεί και λέξεις που δεν συμπεριλήφθηκαν τελικά στην έκδοση του 1938.Με την ευκαιρία, μια διευκρίνιση για τις λέξεις του Καζαντζάκη. Χτες, σε κάποια διαδικτυακή συζήτηση, είδα να διατυπώνεται η άποψη ότι «ο Καζαντζάκης χρησιμοποιεί χιλιάδες δικές του λέξεις». Δεν είναι ακριβές αυτό, παρά μόνο στις σύνθετες και παράγωγες λέξεις, όπου πράγματι ο Καζ. όπως και κάθε συγγραφέας φτιάχνει δικές του λέξεις -ας πούμε, δροσόκορμος (με δροσάτο κορμί) ή κυπαρισσοφραγή (φράχτης από κυπαρίσσια). Αλλά οι απλοί όροι είναι όλοι τους (όσους έχω τσεκάρει, τουλάχιστον) υπαρκτές λέξεις της νεοελληνικής και των διαλέκτων της. Σε κάποιο γράμμα προς τον Πρεβελάκη λέει ότι το πολύ να έχει πλάσει δέκα δικές του λέξεις στην Οδύσεια.Λένε ότι η Οδύσεια δεν διαβάζεται. Έτσι είναι -και δεν είναι έτσι. Ξενίζει το ύφος της, επειδή -σαν όλα τα έπη- είναι φορτωμένη. Ξενίζει και η γλώσσα της, επειδή στην εποχή μας έχουμε αποκτήσει δυσανεξία απέναντι στους παράλληλους λαϊκούς και διαλεκτικούς τύπους, και σε πολλές περιπτώσεις έχουμε χάσει τα λαϊκά συνώνυμα κρατώντας μόνο τα λόγια (αξίζει άρθρο αυτό το θέμα). Στη σημερινή ολιγοτυπία, που οφείλεται βέβαια στην τυποποίηση που έφερε το σχολείο και η τηλεόραση, ενοχλούν τύποι όπως π.χ. χρουσός (αντί χρυσός) παρόλο που δεν δημιουργούν πρόβλημα κατανόησης, ενώ έχουμε χάσει την εξοικείωση με διαλεκτικούς τύπους.Για αυτούς τους λόγους, και βέβαια εξαιτίας του όγκου της, η Οδύσεια διαβάζεται με κόπο, αυτό θα το αναγνωρίσω, και φυσικά διαβάζεται τμηματικά -πότε πότε, σπάνια όμως, μου αρέσει να βουτάω σε μια σελίδα της για να χαρώ την αναμέτρηση με τον απαράμιλλο γλωσσικό της πλούτο. Βέβαια, όταν ανέβασα στον ιστότοπό μου τις 8 πρώτες ραψωδίες της (βλ. παρακάτω) διάβασα μεγάλα αποσπάσματα.Υποστηρίζω ότι η Οδύσεια του Καζαντζάκη δεν διαβάζεται στο ίδιο μέτρο που δεν διαβάζεται (από τον αγγλοσάξονα) ο Οδυσσέας ή το Finnegan’s Wake του Τζόις -και επίσης υποστηρίζω ότι συγκρίνω παρόμοια μεγέθη, ίσως τους δυο μεγαλύτερους συγγραφείς του 20ού αιώνα που δεν πήραν Νόμπελ (Το «μεγάλος» εδώ το εννοώ με βάση το μέγεθος, το πλάτος, τη διάδοση και την επιδραστικότητα του έργου. Από την άποψη αυτή, βρίσκω παράδοξο ότι πήρε Νόμπελ ο Ελύτης και όχι ο Καζαντζάκης· και το λέω αυτό χωρίς να είμαι θαυμαστής του Καζαντζάκη και χωρίς να συμμερίζομαι τις ιδεολογίες του -αλλά τις βουνοκορφές τις ξεχωρίζει κανείς ευκολα).Οπότε, χρωστάμε χάρη στους αμαθείς του Σκάι επειδή μάς έδωσαν την ευκαιρία να μιλήσουμε για την Οδύσεια. Θα παρουσιάσω εδώ μια περίληψη του έργου, καμωμένη από τον Καζαντζάκη το 1938, ένα μικρό απόσπασμα απο το Α της Οδύσειας και κάποια λεξιλογικά. Στον παλιό μου ιστότοπο είχα ψηφιοποιήσει και δημοσιεύσει, με την πολύτιμη βοήθεια φίλου, το ένα τρίτο της Οδύσειας, αλλά το 2014 οι εκδόσεις Ν. Καζαντζάκη ζήτησαν με επιστολή τους να κατεβάσω τα κείμενα, όπως και έγινε. Τι κέρδισαν, απορώ. Εγώ επίτηδες είχα βάλει μόνο το ένα τρίτο σαν δέλεαρ. Λες και τώρα που το έσβησα γίνεται συνωστισμός στα βιβλιοπωλεία… Τέλος πάντων, ελπίζω τώρα που βάζω καμιά εξηνταριά στίχους να μην υπάρχει πρόβλημα.Περίληψη της ΟδύσειαςΣτην επιστολή 256 προς Πρεβελάκη (Δεκέμβριος 1938) ο Καζαντζάκης δίνει την εξής περίληψη της Οδύσειας, για να χρησιμεύσει για τις παρουσιάσεις του βιβλίου, που μόλις είχε εκδοθεί. Την παραθέτω εδώ με την ορθογραφία επικαιροποιημένη:Η νέα Οδύσσεια αρχίζει όπου τελεύει η Οδύσσεια του Ομήρου. Αποτελούμενη από 33.333 17σύλλαβους στίχους, δίκαια ονομάστηκε «το μεγαλύτερο έπος της λευκής φυλής».Ο Οδυσσέας, αφού σκότωσε τους μνηστήρες, πλαντούσε μέσα στο μικρό του νησί⋅ δε χωρούσε πια στη γυναίκα, στο γιο, στους παλιούς θεούς του, στην πατρίδα, κι αποφάσισε να φύγει πάλι από την Ιθάκη και να επιχειρήσει το στερνό του, το αγύριστο ταξίδι.Διάλεξε λοιπόν μερικούς συντρόφους όπως τους πεθυμούσε: ψυχές γενναίες και λεύτερες, σώματα γερά, σκάρωσε καινούριο καράβι, πάντρεψε το γιο του με τη Ναυσικά για να του κάμουν εγγόνι να μη χαθεί η γενιά του, κι ένα πρωί έκαμε πανιά κι ανοίχτηκε στο πέλαο.Άρχισε το μέγα στερνό ταξίδι. Άραξε πρώτα – πρώτα στο λιμάνι της Σπάρτης, ανέβηκε στην ξακουσμένη πολιτεία, γλίτωσε τον παλιό του συμπολεμιστή Μενέλαο από την ανταρσία του λαού, έφαγε κι ήπιε και κουβέντιασε μαζί του, άρπαξε την Ελένη, που πλαντούσε κι αυτή μέσα στη νέα ασήμαντη καθημερινή ζωή, κι έφυγε μαζί της.Αράζει τώρα στην Κρήτη, που βρίσκεται στην παρακμή του μεγάλου πολιτισμού της. Οι βάρβαροι κι οι σκλάβοι, έχοντας τώρα το νέο όπλο, το Σίδερο, συνωμοτούν να ρίξουν το γερο-βασιλιά Ιδομενέα, κι ο Οδυσσέας γίνεται αρχηγός τους.Μια νύχτα, στο μεγάλο βασιλικό συμπόσιο, ο Οδυσσέας δίνει το σημάδι, κι οι συνωμότες ορμούν: ο βασιλιάς κι οι σαπημένοι αρχόντοι κι οι αρχόντισσες σκοτώνουνται, το Παλάτι της Κνωσού καίγεται, η Ελένη δένει έρωτα μ’ ένα ξανθό βάρβαρο, κι ο Οδυσσέας ξαναμπαίνει με τους συντρόφους στο καράβι κι απλώνει πάλι πανιά κατά νότου.Αράζει στην Αίγυπτο. Αναβρασμός μέγας κι εδώ, οι σκλάβοι που πεινούν έχουν σμίξει με τους ξανθούς βάρβαρους του Βορρά και θέλουν να ρίξουν τους αρχόντους, τους παραχορτασμένους. Μια στιγμή ο Οδυσσέας διστάζει⋅ μα τέλος παίρνει απόφαση, μπαίνει μπροστά μαζί με τους σκλάβους, μα ο στρατός τους νικιέται, τον πιάνουν οι αρχόντοι και τον ρίχνουν στη φυλακή. Δένει εκεί φιλίες με τους νέους άγριους συντρόφους, και μέσα στην πείνα, στην αγωνία του και στη σκλαβιά της φυλακής πελεκάει σ’ ένα ξύλο το πρόσωπο του νέου Θεού του: φοβερή μάσκα ανήλεη, όλο πληγές και αίματα, σαν τον Πόλεμο.Κατορθώνει με δόλο να φύγει από τη φυλακή, ξεδιαλέγει πάλι, ανάμεσα στους πολεμιστές, σκλάβους και βάρβαρους, τους πιο άγριους συντρόφους και κινάει μαζί τους πέρα, κατά την έρημο. Και πάει μπροστά, οδηγός, η μάσκα του νέου Θεού.Φτάνει, πολεμώντας με τις άγριες φυλές, στις πηγές του Νείλου, στην καρδιά της Αφρικής. Εκεί χτίζει την καινούρια πολιτεία του, την οχυρώνει, χαράζει απάνω στο φρούριο τις νέες περήφανες εντολές του Θεού του, νομοθετώντας νέους δίκαιους νόμους. Χαίρεται που θα δημιουργήσει μιαν κοινωνία ελεύτερων, ατρόμητων ανθρώπων.Μα τη μέρα που έκανε τα εγκαίνια της πολιτείας κι είχε κηρύξει μεγάλη γιορτή, γίνεται σεισμός, ανοίγει η γη και καταπίνει την πολιτεία. Βούλιαξε όλη.Στα χείλη του γκρεμού που άνοιξε, ο Οδυσσέας, ολομόναχος πια, χωρίς συντρόφους, χωρίς ελπίδα, συγκεντρώνεται σαν ασκητής και μάχεται να νικήσει τη μοίρα. Αργά, ύστερα από φοβερό εσωτερικό αγώνα, το μυαλό του φωτίζεται, η ψυχή του νικάει, σηκώνεται όρθιος και ξαναρχίζει την πορεία.Πορεύεται πάντα κατά το νότο, συναντάει στη μακρινή του οδοιπορία όλους τους μεγάλους αρχηγούς που έφεραν στους ανθρώπους μιαν καινούρια θρησκεία, μια χίμαιρα, μια νέα κοσμοθεωρία – τ’ αρχέτυπα του Άμλετ, του Δον Κιχώτη, του Φάουστ, του Ομήρου, του Βούδα, του Χριστού. Ζει μαζί τους και μιλάει, μετράει την ψυχή του με την ψυχή τους και τους αφήνει ένα-ένα κι εξακολουθεί μόνος την πορεία.Φτάνει στην άκρα της Αφρικής, στην αγαπημένη θάλασσα. Γελάει, κυλιέται στα χοχλάδια, παίζει μαζί της. Σκαρώνει το στερνό του καράβι, στενό, μικρό, σα φέρετρο. Αποχαιρετά τη γη, φεύγει. Περνάει την παγωμένη θάλασσα, τρικυμία ξεσπάει, συντρίβεται το καράβι σε άγρια χιονισμένα βράχια.Παίρνει πάλι το δρόμο, πέφτει σ’ ένα χωριό καμωμένο από χιόνι, όπου οι άγριοι κυνηγοί της φώκιας τον υποδέχουνται σα θεό. Μένει μαζί τους ένα χειμώνα, και την άνοιξη, ως έλιωσαν τα χιόνια, θηκαρώνει σε μιαν πλωτή από δέρμα φώκιας και ξαναπαίρνει πάλι το πέλαγο.Λάμνει με τα κουπιά στον αβασίλευτο ήλιο, κι έρχεται ήσυχα ο Θάνατος και καθίζει αντίκρα του, στην πλώρα. Είναι απαράλλαχτος με τον Οδυσσέα, γέρος κι αυτός με άσπρα γένια, όλο πληγές. Χαμογελάει ο ένας στον άλλον, αρμενίζουν αμίλητοι, ένα παγόβουνο προβαίνει, πέφτει απάνω στην πλωτή, μα ο Οδυσσέας προφταίνει και σκαρφαλώνει απάνω στο παγόβουνο κι αρμενίζει μαζί του σα να’ ναι καράβι.Ο Οδυσσέας νιώθει [πως] έφτασε πια η στερνή του ώρα. Αποχαιρετά τις πέντε του αίστησες – την όραση, τη ακοή, τη γέψη, την άσφρηση, την αφή – και τις ευχαριστεί γιατί καλά του δούλεψαν, παράπονο δεν έχει.Ανοίγει την αγκάλη, σέρνει φωνή, φωνάζει όλους τους αγαπημένους του συντρόφους – τους άντρες, τις γυναίκες που αγάπησε και το πιστό σκυλί του από την Ιθάκη. Ακούν τη φωνή του αφέντη, πετιούνται από τα μνήματα οι παλιοί συντρόφοι και καταφτάνουν⋅ το καράβι του Οδυσσέα γεμίζει πάλι συντρόφους. Χαίρεται ο Οδυσσέας, υποδέχεται όλο χαρά τους συντρόφους, σηκώνει το χέρι, δίνει με ατρόμητη θριαμβευτική φωνή το σημάδι του μισεμού:«Όρτσα, παιδιά, και πρίμο φύσηξε του Χάρου το αγεράκι».Στη λευκή σελίδα του χειρογράφου, ο Καζαντζάκης έχει σημειώσει κάποια χωρία της Οδυσσειας, ίσως τα πιο κατάλληλα για ανθολόγηση. Θα παραθέσουμε το πρώτο από αυτά, αλλά πρώτα θα βάλω την αρχή-αρχή του έπους:Ήλιε, μεγάλε ανατολίτη μου, χρουσό σκουφί του νου μου,αρέσει μου στραβά να σε φορώ, πεθύμησα να παίξω,όσο να ζεις, όσο να ζω κι εγώ, για να χαρεί η καρδιά μας.Καλή ’ναι τούτη η γης, αρέσει μας, σαν το σγουρό σταφύλιστον μπλάβο αγέρα, Θε μου, κρέμεται, στο δρόλαπα κουνιέταικαι την τσιμπολογούν τα πνέματα και τα πουλιά του ανέμου·ας την τσιμπολογήσουμε κι εμείς, να δροσερέψει ο νους μας! Και τώρα οι στίχοι 74-122, αμέσως μετά τον πρόλογο, όπου παρουσιάζεται ο Οδυσσέας να έχει μόλις τελειώσει τη μνηστηροφονία.Σαν πια ποθέρισε τους γαύρους νιους μες στις φαρδιές αυλές του,το καταχόρταστο ανακρέμασε δοξάρι του ο Δυσσέας 75και διάβη στο θερμό λουτρό το μέγα του κορμί να πλύνει.Δυο δούλες συγκερνούσαν το νερό, μα ως είδαν τον αφέντημπήξαν φωνή, γιατί η σγουρή κοιλιά και τα μεριά του αχνίζανκαι μαύρα στάζαν αίματα πηχτά κι από τις δυο του φούχτες·και κύλησαν στις πλάκες οι χαλκές λαγήνες τους βροντώντας. 80Ο πολυπλάνητος γελάει πραγά μες στα στριφτά του γένιακαι γνέφει παίζοντας τα φρύδια του στις κοπελιές να φύγουν.Το χλιο πολληώρα φραίνουνταν νερό, κι οι φλέβες του ξαπλώνανμες στο κορμί σαν ποταμοί, και τα νεφρά του δροσερεύαν·κι ο μέγας νους μες στο νερό ξαστέρωνε κι αναπαυόταν. 85Γλύκανε πια, κι απάλαφρα, σουρτά, μ’ ευωδιασμένο λάδιτο αρμυροτάγαρο άλειψε κορμί και τα μακριά μαλλιά του·κι ήρθεν η νιότη κι ανθοβόλησε τη χειμασμένη σάρκα.Κι απά στα χρουσοκέφαλα καρφιά, στο μυρωδάτον ίσκιο,αράδα τα σκουτιά που του ’φανε το αγνό του ταίρι αστράφταν, 90με ξόμπλια τρεχαντήρες και θεούς και βιαστικούς ανέμουςτη λιοψημένη χέρα του άπλωσε κι αγάλια ξεδιαλέγειτο πιο φλογάτο κι απλωτά το αναπετάριξε στον ώμο·κι αχνίζοντας, το μάνταλο τραβάει και δρασκελάει τη θύρα.Θαμπώθηκαν στον ίσκιο οι δούλοι του, και φλογαντηλαρίσαν 95τα καπνισμένα μεσοδόκαρα του πατρικού σπιτιού του·κι η Πηνελόπη, που άλαλη, χλωμή στο θρόνο προσδοκούσε,γυρνάει να δει, και παραλυούν τα γόνατά της απ’ τον τρόμο:«Δεν είναι τούτος που λαχτάριζα χρόνια και χρόνια, Θε μου!δράκο αναντιάζω σαραντάπηχο ν’ αντροπατάει το σπίτι!» 100Ψυχανεμίστη ο μυαλοδόξαρος τη σκοτεινή τρομάρατης έρμης γυναικός, κι αργά μιλάει στο φουντωμένο σπλάχνο:«Καρδιά μου, ετούτη που σκυφτή καιρούς σε ακαρτεράει ν’ ανοίξειςτα κλειδωμένα γόνα και μαζί το θρήνο να χαρείτε,είναι η γυναίκα που λαχτάριζες παλεύοντας τα πέλαα 105και τους θεούς και τις βαθιές φωνές του αθάνατου μυαλού σου!»Είπε, μα δεν τινάχτηκε η καρδιά στο αντραλεμένο στήθος.Άχνιζε ακόμα μες στ’ αρθούνια του της νιοσφαγής ο χόχλος,κι ακόμα τη γυναίκα του βιγλάει στα νέα κορμιά μπλεγμένη,και θόλωνε ως την κόχευε το αψό, γοργό του μάτι· λίγο 110στο μάλε βράσε της σφαγής και τη διαπέρναε το σπαθί του.Γοργά περνάει και στάθη αλάλητος στο μέγα του κατώφλι·ο λάβρος ήλιος πια βασίλευε, και γιόμωναν τρογύρατα δοξωτά κελάρια κι οι γωνιές ροδογαλάζους ίσκιους.Στη μέση ο μαύρος κάπνιζε βωμός της Αθηνάς χορτάτος, 115και στις μακριές στοές καμπάνιζαν, χλωμές, ξεγλωσσισμένες,αγαλινά, στη βραδινή δροσιά, κρεμανταλιές οι δούλες.Γαλήνια πια τα μάτια του τηρούν την αστρομάτα νύχτανα κατεβαίνει απ’ τα βουνά με τα σγουρόμαλλα κοπάδια·σαν όνειρο αχνοκαταστάλαξε στα σπλάχνα του κι αρνεύει 120το φονικό του μεροκάματο κι ο βρούχος της σαγίτας·κι η τίγρισσα αναγλείφουνταν καρδιά στα σκοτεινά, χορτάτη. Κάποια λεξιλογικάΣτίχος 81: «γελάει πραγά» = γελάει πράα, ήρεμα. Λέξη κρητική. Ο Καζαντζάκης τη χρησιμοποιεί συχνά στο έργο του. Περιέργως ο Πρεβελάκης δεν την εξηγεί στο Γλωσσάρι (ενώ την παραθέτει εξηγώντας άλλη λέξη) -ίσως τη θεώρησε πανελλήνια γνωστή. Κι άλλες από τις λέξεις που ακολουθούν δεν περιλαμβάνονται στο Γλωσσάρι του Πρεβελάκη.Στίχος 83: το χλιο νερό = το χλιαρό νερό.Στίχος 91: με ξόμπλια = με στολίδια (αλλά αυτή η λέξη είναι πανελλήνια)Στίχος 93: το αναπετάριξε στον ώμο. Το «αναπεταρίζω», ρίχνω ρούχο πάνω μου. Πρόσφατα συζητήσαμε το «αναπεταρίκι», λέξη της Λίμνης Ευβοίας.Στίχος 95: φλογαντηλαρίσαν. Το ρήμα «αντηλαρίζω» = αντιφέγγω το είχαμε συζητήσει εδώ πρόσφατα.Στίχος 100: δράκο αναντιάζω σαραντάπηχο.* Το «αναντιάζω» θα πει αγναντεύω, κοιτάζω καταπρόσωπο -έχει άλλωστε ίδια ετυμολογία: τα ενάντια -> αγνάντια. Η λέξη και σε δημοτικά τραγούδια, «και μια μπρατσέρα ανάντιασε, μαύρα ήτα τα πανιά της», μανιάτικο δημοτικό.* Σαραντάπηχος, πανύψηλος (ψηλός σαράντα πήχες). Τυπικό σε παραμύθια κτλ.Στίχος 101: ψυχανεμίστη ο μυαλοδόξαρος. Ο μυαλοδόξαρος, που έχει αιχμηρό μυαλό σαν το δοξάρι (το τόξο), άλλοτε «δοξαρόμυαλος», μπορεί να είναι σύνθετο πλασμένο από τον Καζαντζάκη.Στίχος 107: αντραλεμένο -ζαλισμένο, συγχισμένο. Μετοχή του ρήματος αντραλεύω, από την αντράλα = ζάλη, σκοτοδίνη, ίλιγγος, μια από τις 366 Λέξεις που χάνονται.Στίχος 108: της νιοσφαγής ο χόχλος. Ο χόχλος είναι το κόχλασμα.Στίχος 110: κόχευε. Κοχεύω θα πει κοιτάζω με την κόχη του ματιού.Στίχος 114: δοξωτά κελάρια. Τα τοξωτά κελάρια δηλαδή. Δοξάρι, να θυμίσω, είναι και στον Ερωτόκριτο το τόξο, όχι το μουσικό σύνεργο (άλλωστε η λ. δοξάριον προέρχεται από τη λ. τοξάριον).Στίχοι 116-117 καμπάνιζαν … κρεμανταλιές οι δούλες.* Το «καμπανίζω» εδώ δεν σημαίνει «χτυπάω την καμπάνα» αλλά προέρχεται από τον καμπανό. Καμπανός είναι το καντάρι που ζυγίζουν, μια μακριά ράβδος -κρεμάμε από τον καμπανό αυτό που έχουμε να ζυγίσουμε. Καμπανίζω λοιπόν θα πει σαλεύω, πηγαινοέρχομαι. Κρεμανταλιές είναι οι αρμαθιές, οπότε η φράση να σημαίνει ότι στις στοές του παλατιού πηγαινοέρχονταν αρμαθιές οι δούλες. Άλλωστε, στη μορφή του 1929 ο στίχος είναι «σαλεύαν / αγαλινά, στη βραδινή δροσιά, κρεμανταλιές οι δούλες».Στίχος 120 αρνεύει = γαληνεύει.Στίχος 121 ο βρούχος της σαγίτας = η βουή, το μουγκρητό. Ο Οδυσσέας είχε σκοτώσει τους μνηστήρες με το τόξο του.Επίμετρο:Σε επιστολή του 1929 ο Καζαντζάκης προς τον Πρεβελάκη παραθέτει το ίδιο απόσπασμα των περίπου 50 στίχων που παρέθεσα παραπάνω. Από το 1929 στο 1938 έχουν γίνει αρκετές αλλαγές. Παραθέτω τους πρώτους στίχους, για σύγκριση:Σα θέρισε τους γαύρους νιους μες στις φαρδιές αυλές τους, γκρέμισεψηλά στο γονικό του τζάκι το δοξάρι του ο Δυσσέαςκαι διάβη στο θερμό λουτρό το μέγα του κορμί να πλύνει.Δυο δούλες συγκερνούσαν το νερό, μα ως είδαν τον αφέντησύραν φωνή, τι τα μεριά, τα στήθια του κι οι νώμοι αχνίζανκαι μαύρα στάζαν αίματα πηχτά κι από τις δυο του φούχτες.Και κατρακύλησαν στις πλάκες τα χαλκά ρονιά βροντώντας.Ο πολυπλάνητος γελάει χωστά μες στα σγουρά του γένιακαι γνέφει παίζοντας τα φρύδια του στις κοπελιές να φύγουν. from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία