You are here

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους (Δημ. Σαραντάκος) 1 – Το σανδάλι της Ροδώπιδας

Μια από τις παραδόσεις του ιστολογίου είναι ότι κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες κάποιο βιβλίο του αξέχαστου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. (Πρωτύτερα, όταν ζούσε, δημοσίευα κάθε Τρίτη το χρονογράφημα που έγραφε στη μυτιληνιά εφημερίδα Εμπρός) Έτσι, πριν από δεκαπέντε μέρες ολοκληρώθηκε το μυθιστόρημά του «Τα έπη των Αριμασπών».Από σήμερα περνάμε σε ένα άλλο βιβλίο, το «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γνώση. Πρόκειται για το πιο επιτυχημένο εμπορικά βιβλίο του πατέρα μου, και ακριβώς επειδή βρίσκεται ακόμα στο εμπόριο δεν θα το δημοσιεύσω εδώ ολόκληρο, αλλά μόνο αποσπάσματα, σαν (γενναιόδωρο πάντως) ορεκτικό.Σήμερα θα δημοσιεύσω τον πρόλογο του βιβλίου και μια «ιστορία από τον Ηρόδοτο».ΠρόλογοςΕμείς οι παλαιότεροι υποτίθεται ότι διδαχτήκαμε Αρχαία Ελληνικά. Πραγματικά και στις 6 τάξεις του τότε Γυμνασίου, τα Αρχαία ήταν το κύριο μάθημα, με μία τουλάχιστον ώρα διδασκαλίας  τη μέρα, κάθε μέρα και επί έξι χρόνια! Και τελικά τι διδαχθήκαμε; γραμματική, συντακτικό, “τεχνολογία” και ουσία μηδέν (σ΄όλα τα γυμνασιακά μας χρόνια ζήτημα είναι αν κάναμε δέκα σελίδες Όμηρο και είκοσι Ξενοφώντα ή Ηρόδοτο). Και τι μάθαμε; Το μόνο που μάθαμε ήταν  να αντιπαθήσουμε δια βίου τον Όμηρο, τους Τραγικούς, τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη, τον Ξενοφώντα, εκείνον τον αχώνευτο τον Λυσία και τον Δημοσθένη, αφού στο όνομά τους είχαμε τυραγνιστεί. Ποτέ μας δεν υποπτευθήκαμε τους θησαυρούς, που κρύβονται στα βιβλία των αντιπαθών αυτών προσώπων, αφού, μένοντας άγευστοι της ουσίας, δηλαδή των νοημάτων και των ιδεών τους, κατατριβόμασταν στο συντακτικό και τη γραμματική.Οι περισσότεροι σχηματίσαμε τη γνώμη ότι οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς ήταν κάποιοι σκουριασμένοι δάσκαλοι, αγέλαστοι και σκουντούφληδες και η αρχαία Ελλάδα ένας πληκτικός τόπος γεμάτος ρητά και γενικές απόλυτες.Στην πραγματικότητα όμως ολόκληρη την αρχαία ελληνική γραμματεία τη διαπερνά και τη γεμίζει ένα ιλαρό φως. Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν άνθρωποι εύθυμοι, φιλόγελοι, που χαίρονταν τη ζωή, σα γνήσια παιδιά της φύσης, με την οποία ήταν στενά δεμένοι. Θεωρούσαν πως η ηδονή (με την αρχική έννοια του όρου, δηλαδή τη γλύκα της ζωής), η χαρά και το γέλιο, μας απαλλάσουν από το φόβο, κάνουν καλό στην υγεία μας και παρατείνουν τη ζωή μας. Ο Δημόκριτος, από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της Αρχαιότητας, ονομαζόταν «Γελασίνος» γιατί του άρεσε πολύ να γελά και να διασκεδάζει. Αυτός άλλωστε είπε το περίφημο «Βίος ανεόρταστος μακρή οδός απανδόκευτος». Και να μην ξεχνάμε πως ο Αριστοτέλης έλεγε πως η μέρα που πέρασε χωρίς να γελάσεις, είναι μέρα χαμένη. ο δε Επίκουρος θεωρούσε την ηδονή προϋπόθεση για να ζήσει ο άνθρωπος με φρόνηση, καλοσύνη και δικαιοσύνη.Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι δεν ήταν καθόλου σοβαροφανείς, (σε αντίθεση με πολλούς απογόνους τους). Τους άρεσαν τα αστεία και  διάνθιζαν την κουβέντα τους με ευφυολογήματα. Και οι θεοί τους δεν πήγαιναν παρακάτω. Όπως γράφει ο ποιητής Άχθος ΑρούρηςΌμοιοι τους ήταν κι οι θεοί τους.Ήταν ανθρώπινοι θεοί, με τίποτα το θεϊκόΟι «ομηρικοί γέλωτες», αναφέρονται ακριβώς στα γέλια που κάνανε οι θεοί στον Όλυμπο. Οι αρχαίοι Έλληνες εκτιμούσαν πολύ τα αστεία, που τα θεωρούσαν ένδειξη πολιτισμού. Αυτό το μαρτυρεί και η ετυμολογία της ίδιας της λέξης. Το αστείο προέρχεται από το άστυ, την πόλη και δηλώνει ότι αστεία κάνανε οι πολιτισμένοι κάτοικοι των άστεων και όχι οι χωριάτες των αγρών που γι΄ αυτό ήταν αγροίκοι. (Η διάκριση αυτή πέρασε και στη νέα ελληνική όπου έχουμε αφ΄ ενός το χωρατό, το πολιτισμένο αστείο των κατοίκων της χώρας, δηλαδή της πόλης, σε αντιπαράθεση με τη χωριατιά, των αγροίκων  κατοίκων του χωριού).Στο βιβλίο αυτό θέλω να δείξω αυτή, την άγνωστη στους πολλούς, πλευρά του ελληνικού πνεύματος, την ευθυμία και την ιλαρότητα, που σε συνδυασμό με την παρρησία, την αυτογνωσία και το μέτρον (βασικά επίσης χαρακτηριστικά του) το κάνουν τόσο σημαντικό για μας και πραγματικά αθάνατο.Το σανδάλι της Ροδώπιδας(Η ιστορία αυτή είναι από το 2ο βιβλίο, Ευτέρπη, παράγραφος 134)Υπάρχει μια μαχητική κατηγορία ελλήνων διανοητών, χαρακτηριστικό δείγμα της εθνικής παθοψυχολογίας μας, που προσπαθούν να αποδείξουν πως ό, τι σημαντικό και μεγάλο έχει συμβεί στο παρελθόν, από την εφεύρεση της γραφής ως την ανακάλυψη της Αμερικής, έγινε από Έλληνες. Σχετικά πρόσφατος είναι και ο ισχυρισμός τους πως πολύ πριν οι Αιγύπτιοι κατασκευάσουν τις πυραμίδες της Γκίζας, οι Έλληνες κατασκεύασαν τις δικές τους. Προφανώς όμως οι εργολάβοι, που ανέλαβαν στην αρχαιότητα την κατασκευή αυτών των ελληνικών πυραμίδων, ήταν της ίδιας ποιότητας με αυτούς που κατασκευάζουν σήμερα τα ελληνικά δημόσια έργα, γιατί οι μεν αιγυπτιακές πυραμίδες υψώνονται ακόμα σχεδόν άφθαρτες, ενώ ίχνος δεν έχει απομείνει από τις ελληνικές.Προσωπικά δεν πιστεύω πως υπήρξαν ελληνικές πυραμίδες, όπως άλλωστε και ο Ηρόδοτος δεν πίστεψε έναν άλλον μύθο, σχετικά με μια πυραμίδα, που κατασκευάστηκε μεν στην Αίγυπτο, αλλά με έξοδα μια Ελληνίδας.Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.Στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. ζούσε μια πανέμορφη κοπέλα, γεννημένη στη Θράκη, η Ροδώπις (το όνομά της σημαίνει η ροδοπρόσωπη, αλλά δεν ξέρω αν σχετίζεται με το ομώνυμο θρακικό βουνό), η οποία ήταν δούλη ενός Σάμιου φιλόσοφου του Ιάδμονα, γιου του Ηφαιστόπολη. Κατά σύμπτωση δε, ήταν “σύνδουλος” με τον περίφημο Αίσωπο. Και τον μεν μυθοποιό ο φιλόσοφος τον απελευθέρωσε την δε κοπελίτσα την πούλησε σε έναν άλλο Σάμιο, τον Ξάνθο, που την πήρε μαζί του όταν εγκαταστάθηκε στη Ναύκρατη της Αιγύπτου, όπου και την εξέδιδε κανονικά, κερδίζοντας πολλά λεφτά. Ήταν η εποχή που φαραώ της χώρας ήταν ο Άμασις, της 26ης Δυναστείας. Ένας Λέσβιος έμπορος, που ήταν επίσης εγκατεστημένος στη Ναύκρατη, ο Χάραξος, βλέποντας τη Ροδώπιδα την ερωτεύθηκε κεραυνοβόλα και, προσφέροντας στον Ξάνθο ένα τεράστιο χρηματικό ποσό, την ελευθέρωσε και την πήρε στο σπίτι του.Η ενέργεια του αυτή, σε συνδυασμό με τη σπάταλη ζωή του και τις τυχοδιωκτικές τάσεις του, είχαν προκαλέσει την οργή της αδελφής του, (που δεν ήταν άλλη από τη μεγάλη ποιήτρια Σαπφώ), η οποία τον κατηγορούσε για τη σχέση του μ΄αυτήν την κοπέλα, που την ονόμαζε υποτιμητικά όχι Ροδώπι αλλά Δωρίχα.  Τελικά ο Χάραξος γύρισε στη Λέσβο και η Ροδώπις, ως εταίρα πλέον, σταδιοδρόμησε στην Αίγυπτο με τέτοιαν επιτυχία, ώστε με το ένα δέκατο από τα χρήματα που κέρδισε έχτισε πυραμίδα λίγο μικρότερη από του Χεφρήνα και λίγο μεγαλύτερη από του Μυκερίνου!Στο σημείο αυτό ο Ηρόδοτος, που αφηγείται την ιστορία, επισημαίνει πως ο ίδιος αμφιβάλλει κατά πόσον αληθεύει. Αντίθετα μας πληροφορεί πως η Ροδώπις, με το δέκατο των χρημάτων που κέρδισε στην Αίγυπτο, έφτιαξε δικό της περίλαμπρο μνημείο στους Δελφούς, πίσω από τον Θησαυρό των Χίων.Υπάρχει όμως και συνέχεια στην ιστορία της Ροδώπιδας, που δεν μας τη λέει ο Ηρόδοτος αλλά ο Στράβων (βιβλίο 17 κεφ. 1 παραγρ. 33) και ο Αιλιανός (Ποικίλη Ιστορία 13.33).Μια φορά που η Ροδώπις κολυμπούσε  στη θάλασσα, ένας αετός πέρασε και βλέποντας τα χρυσά σανδάλια της, άρπαξε το ένα και πέταξε μακρυά. Περνώντας πάνω από τη Μέμφιδα του έπεσε το σανδάλι, κατά σύμπτωση στα πόδια του Φαραώ Ψαμμήτιχου (διαδόχου του Άμαση), την ώρα που αυτός δίκαζε στο ύπαιθρο. Ο Ψαμμήτιχος θαύμασε την κομψότητα του σανδαλιού και φαντάστηκε πόσο όμορφο θα ήταν το πόδι εκείνης που το φορούσε. Έβαλε λοιπόν ακολούθους του να διατρέξουν όλη την Αίγυπτο αναζητώντας την κοπέλα που το σανδάλι ταίριαζε στο πόδι της.Τελικά οι  ανακτορικοί  υπάλληλοι βρήκαν την Ροδώπιδα και την οδήγησαν στον Ψαμμίτιχο, που γοητευμένος από την ομορφιά της, την παντρεύτηκε και όταν η Ροδώπις πέθανε, ύψωσε στον τάφο της πυραμίδα.Επιμύθιο: Μπορεί οι Έλληνες να μην έχουν κατασκευάσει πυραμίδες σαν τις αιγυπτιακές, γέννησαν όμως ωραιότατες ιστορίες, που έμειναν αθάνατες, όπως αυτή που διαβάσατε και η οποία είναι ο πυρήνας του παραμυθιού της Σταχτοπούτας, σε πιο ανθρώπινη εκδοχή, χωρίς ταπεινώσεις από κακές μητριές και  ζηλόφθονες αδελφές, χωρίς μάγισσες και άλλα υπερφυσικά.  from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

User login