You are here

Ο δαιμόνιος κ. Αύγουστος Ντυπέν

Κυκλοφόρησαν τον περασμένο μήνα, από τις φιλικές εκδόσεις Ερατώ, δυο κομψά τομίδια με δύο αστυνομικές νουβέλες του Έντγκαρ Άλαν Πόε, σε εισαγωγή-μετάφραση και σημειώσεις του Γιώργου Μπλάνα: Οι φόνοι της οδού Μοργκ και Το κλεμμένο γράμμα.Οι δυο αυτές νουβέλες έχουν σημαντική θέση στην παγκόσμια φιλολογία, όχι μόνο και όχι τόσο για τη λογοτεχνική τους αξία, που δεν είναι αμελητέα, αλλά κυρίως επειδή αποτελούν τα πρώτα έργα της αστυνομικής λογοτεχνίας, ο δε ήρωάς τους, ο Αύγουστος Ντυπέν, είναι ο πρώτος ντετέκτιβ της ιστορίας, που τ’ αχνάρια του ακολούθησαν ο Σέρλοκ Χολμς, ο Πουαρό, ο Μεγκρέ, ο δικός μας αστυνόμος Μπέκας και όλοι οι νεότεροι. (Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να πούμε ότι ο Ντυπέν ήταν ντετέκτιβ avant la lettre, όπως λένε οι Γάλλοι: η λέξη detective δεν είχε ακόμα επινοηθεί).Ο Πόε έγραψε τους Φόνους της οδού Μοργκ το 1841. Ακολούθησε τον επόμενο χρόνο το Μυστήριο της Μαρί Ροζέ και το 1844 το Κλεμμένο γράμμα. Και τα τρία έργα εκτυλίσσονται στο Παρίσι. Το αστυνομικό είναι νεαρό είδος, θέλει μεγάλες πόλεις και συγκροτημένη αστυνομική δύναμη -που άρχισε να εμφανίζεται στις αγγλικές πόλεις τον 19ο αιώνα. Μπορεί οι σημερινοί συγγραφείς να γράφουν ιστορικά αστυνομικά μυθιστορήματα στα οποία η δράση τοποθετείται στην αρχαία Ρώμη, στο Βυζάντιο ή στην Ιρλανδία του 8ου αιώνα (η αδελφή Φιντέλμα), αλλά αστυνομικό μυθιστόρημα δεν θα μπορούσε να γραφτεί νωρίτερα.O Ντυπέν του Πόε δεν είναι επαγγελματίας αστυνομικός, είναι ερασιτέχνης, στον οποίο προσφεύγει ενίοτε η επίσημη αστυνομία. Δεν είναι άνθρωπος της δράσης, αλλά ρέκτης των περίτεχνων συλλογισμών. Και στις δυο νουβέλες, άλλωστε, ο Πόε τον βάζει να αναπτύσσει διά μακρών τις θεωρητικές αρχές της μεθόδου του. Αφηγητής στις δυο νουβέλες είναι ένας ανώνυμος στενός φίλος του Ντυπέν.Θα αναγνωρίσατε βέβαια τις ομοιότητες του Ντυπέν με τον Σέρλοκ Χολμς και του αφηγητή με τον Γουότσον. Φυσικά, ο Πόε ήταν πρώτος, ο Κόναν Ντόιλ ακολούθησε.Διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα ένα αυτοτελές απόσπασμα από τους «Φόνους της οδού Μοργκ» (σελ. 52-58) που δείχνει την αναλυτική ικανότητα του Ντυπέν στον κολοφώνα της. Θυμάμαι πως ο παππούς μου κιόλας μού το είχε διαβάσει όταν ήμουν μικρός. Ο σημερινός αναγνώστης μπορεί να βρει εξεζητημένο ή αφελές το απόσπασμα, αλλά πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι ο Πόε το έγραψε πριν από 175 χρόνια.Οι Φόνοι της οδού Μοργκ είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα ιστορίας με «κλειστό δωμάτιο», ένα από τα βασικά θέματα της κλασικής αστυνομικής ιστορίας: ο φόνος γίνεται σε ένα φαινομενικά κλειστό δωμάτιο και είναι αίνιγμα πώς μπήκε και βγήκε ο δολοφόνος. Στον Σέρλοκ Χολμς έχουμε αρκετές τέτοιες ιστορίες. Και όταν το κλασικό είδος το παράκανε με την εκζήτηση και τους περίπλοκους τρόπους, ήρθε ο Χάμετ να εγκαινιάσει τη σκληροτράχηλη σχολή.Για να πούμε και ένα τριβιδάκι (όπως τα λέει ο Λίγγρης), στο Παρίσι υπάρχει πράγματι οδός Μοργκ (στο 19ο). Αρχικά ο Πόε είχε τοποθετήσει τους φόνους στην οδό Τριανόν, αλλά μετά τους έβαλε στην οδό Μοργκ για να είναι πιο μακάβριο και θανατερό το κλίμα (morgue στα αγγλικά είναι το νεκροτομείο).Στην αρχή του βιβλίου, ο αφηγητής αναπτύσσει διάφορα θεωρητικά περί αναλυτικού συλλογισμού, στα οποία κάνει και σύγκριση ανάμεσα στη ντάμα, το σκάκι και το ουίστ. Ύστερα αφηγείται πώς γνώρισε τον Αύγουστο Ντυπέν, στη συνέχεια έχουμε το απόσπασμα που θα παρουσιάσω, στο οποίο εκτίθεται ο τρόπος συλλογισμού του Ντυπέν, και αμέσως μετά μπαίνουμε στο κυρίως θέμα, την είδηση της εφημερίδας για δύο φρικτούς φόνους μητέρας και κόρης σε ένα σπίτι της οδού Μοργκ.Ο Γιώργος Μπλάνας που έκανε τη μετάφραση είναι καταξιωμένος ποιητής και μεταφραστής, αλλά δεν είμαι βεβαιος αν θα ακολουθούσα την τακτική του, να αφήνει στα γαλλικά τις λέξεις που ο Πόε έχει επίσης αφήσει στα γαλλικά και να τις επεξηγεί με υποσημείωση. Εδώ για τεχνικούς λόγους τις εξηγώ με αγκύλες αμέσως μετά ή και καθόλου.………………….Μια νύχτα, περπατούσαμε άσκοπα σ’ έναν βρώμικο δρόμο του Παλαί Ρουαγιάλ. Βυθι­σμένοι στις σκέψεις μας, είχαμε ν’ ανταλ­λάξουμε κουβέντα τουλάχιστον για ένα τέ­ταρτο. Ξαφνικά, ο Ντυπέν είπε:«Στην πραγματικότητα είναι λίγο κοντός. Θα τα κατάφερνε καλύτερα στο Βαριετέ!»«Δεν υπάρχει αμφιβολία», απάντησα εγώ ασυναίσθητα, χωρίς καν να αντιληφθώ τον αλλόκοτο τρόπο με τον οποίον ο φίλος μου είχε συλλάβει τον ειρμό των σκέψεών μου. Τόσο απορροφημένος ήμουν. Χρειάστηκα έ­να ολόκληρο λεπτό για να συγκεντρωθώ και, φυσικά, να εκπλαγώ.«Αυτό δεν μπορώ να το καταλάβω, Ντυ­πέν», είπα σοβαρά. «Ομολογώ πως έχω μεί­νει κατάπληκτος· μόλις και μετά βίας εμπι­στεύομαι τις αισθήσεις μου. Πώς είναι δυνατόν να ξέρεις ότι σκεπτόμουν…» Εδώ σταμά­τησα. Ήθελα να βεβαιωθώ απόλυτα πως γνώ­ριζε τι σκεπτόμουν.«…τον Σαντιγύ!» είπε ο Ντυπέν. «Γιατί σταμάτησες; Σκεπτόσουν πως είναι λίγο κοντός για τραγωδός».Πραγματικά, αυτό ακριβώς συλλογιζό­μουν. Ο Σαντιγύ ήταν ένας quondam [πρώην] μπα­λωματής της οδού Σαιν Ντενύ. Είχε ερωτευ­τεί ξαφνικά το θέατρο και επιχείρησε να παί­ξει τον rôle του Ξέρξη στην τραγωδία του Κρεμπιγιόν. Η κακή ηθοποιία του έγινε α­φορμή να δουν το φως της δημοσιότητας αρκετά αστεία σε βάρος του.«Πες μου, για όνομα του Θεού, με ποια μέθοδο —αν υπάρχει μέθοδος- κατάφερες να βολιδοσκοπήσεις την ψυχή μου», φώναξα, πολύ πιο κατάπληκτος απ’ όσο έδειχνα.«Ο μανάβης», είπε ο φίλος μου, «έγινε αιτία να φθάσεις στο συμπέρασμα πως ο πρώην μπαλωματής δεν είναι αρκετά ψηλός για να παίξει το ρόλο του Ξέρξη et id genus omne [και τα σχετικά]».«Ο μανάβης; Τώρα με άφησες άναυδο. Δεν γνωρίζω κανέναν μανάβη».«Μανάβης δεν ήταν εκείνος που έπεσε πάνω σου πριν κάνα τέταρτο, όταν μπαίνα­με εδώ;»Είχε δίκιο– το θυμήθηκα. Κάποιος μανά­βης, που κουβαλούσε στο κεφάλι του ένα με­γάλο καλάθι με μήλα, έπεσε πάνω μου απρό­σεκτα και παραλίγο να με πετάξει κάτω, τη στιγμή που στρίβαμε από την Οδό Σ. Όμως δεν καταλάβαινα τι σχέση είχαν όλα αυτά με τον Σαντιγύ.«Θα σου εξηγήσω» είπε ο Ντυπέν, και δεν υπήρχε ίχνος charlatanerie [αγυρτείας] στα λόγια του.«Όμως για να καταλάβεις καλύτερα, πρέπει να πάρουμε αντίστροφα την πορεία των σκέψεών σου, ξεκινώντας από τη στιγμή που σου μίλησα και πηγαίνοντας προς την ren­contre [συνάντηση, σύγκρουση] με τον μανάβη. Να οι σημαντικότε­ροι κρίκοι της αλυσίδας: ο Σαντιγύ, ο Ωρίων, ο Δρ. Νικόλ, ο Επίκουρος, η Στερεοτομία, οι πέτρες του δρόμου, ο μανάβης».Μερικοί άνθρωποι δεν έτυχε ποτέ να κά­νουν αντίστροφα τα βήματα, με τα οποία η σκέψη τους έφτασε σε ορισμένα συμπερά­σματα. Το εγχείρημα είναι συχνά πολύ ενδια­φέρον. Ο πρωτόπειρος μένει έκπληκτος όταν διαπιστώνει πόσο μακριά βρίσκεται η αφετη­ρία από τον στόχο, και πόση ασυναρτησία α­πλώνεται ανάμεσά τους. Αυτό μου συνέβη όταν αναγνώρισα στα λόγια του Γάλλου την αλήθεια.«Αν θυμάμαι καλά, λίγο πριν αφήσουμε την οδό Σ. μιλούσαμε για άλογα», συνέχισε εκείνος. «Καθώς μπαίναμε εδώ, μας προσπέρασε βιαστικά ένας μανάβης, με ένα μεγά­λο καλάθι στο κεφάλι, και σε στρίμωξε σ’ ένα σωρό πέτρες, εκεί όπου επισκευάζεται το οδόστρωμα. Εσύ αναγκάστηκες να πατήσεις σε μια χαλαρή πλάκα. Γλίστρησες και στρα­μπούλιξες λιγάκι τον αστράγαλό σου. Θύ­μωσες, θυμάμαι, και κατσούφιασες. Μουρ­μούρισες μερικές λέξεις, έριξες μια ματιά στον σωρό και συνέχισες αμίλητος. Δεν είχα πρόθεση να εξετάσω τις πράξεις σου, αλλά τώρα τελευταία η παρατηρητικότητά μου έ­χει πάρει διαστάσεις εμμονής. Ύστερα, λοι­πόν, άρχισες να κοιτάξεις εξοργισμένος τις λακκούβες και τα ανοίγματα στο πεζοδρό­μιο. Έτσι κατάλαβα πως σκεπτόσουν ακόμη τις πέτρες, και αυτό κράτησε έως ότου φτάσαμε στην μικρή οδό Λαμαρτίν, που έχει στρωθεί δοκιμαστικά με βιδωτές πλάκες.Εδώ, η όψη σου φωτίστηκε και αντιλήφθηκα τα χείλη σου να σαλεύουν. Μουρμούρισες την λέξη Στερεοτομία, έναν όρο που μου θύμισε το είδος του οδοστρώματος. Ξέρω, βέβαια, πως δεν γινόταν να σκεφτείς την στερεοτο­μία, χωρίς να φέρεις στο μυαλό σου τον Επί­κουρο και τη θεωρία του περί ατόμων, και αυτό γιατί δεν είχαν περάσει πολλές μέρες που κουβεντιάσαμε το θέμα. Οπωσδήποτε θα θυμόσουν πως οι ασαφείς εικασίες του Έλληνα σοφού είχαν επιβεβαιωθεί με την πρό­σφατη διατύπωση της Υπόθεσης των Νεφε­λωμάτων. Ήταν αδύνατον λοιπόν, ύστερα απ’ όλα αυτά, να μην σηκώσεις τα μάτια προς τον ουρανό, και συγκεκριμένα προς το νεφέ­λωμα του Ωρίωνα. Έτσι και έκανες, πράγμα που με έπεισε πως βρισκόμουν στον σωστό δρόμο.»Στο χθεσινό φύλλο του Μουσείου όμως δημοσιεύθηκε μια σάτιρα με σκληρούς υπαι­νιγμούς για τον πρώην μπαλωματή, που άλ­λαξε όνομα και φόρεσε κοθόρνους. Ο πικρό­χολος συντάκτης παρέθετε έναν λατινικό στίχο, τον οποίον είχαμε αναφέρει πολλές φορές:»Perdidit antiquum litera prima sonum [Το πρώτο γράμμα έχασε τον πρώτο του ήχο]»Αναφερόταν στον Ωρίωνα (Orion), που παλαιότερα γραφόταν Urion. Τόσες φορές που το κουβεντιάσαμε, ήταν αδύνατον να μην το θυμάσαι. Το γεγονός πως το συνδύα­σες με τον Σαντιγύ, φάνηκε από το χαμόγε­λό σου. Προφανώς σκέφτηκες πως ο δύστυ­χος πρώην μπαλωματής πήγε κυριολεκτικά χαμένος. Μέχρι εκείνη τη στιγμή βάδιζες σκυφτός. Ξαφνικά ορθώθηκες. Ήμουν σί­γουρος πια πως σκεφτόσουν το μικρό ανά­στημα του Σαντιγύ. Και τότε διέκοψα τις σκέψεις σου, για να παρατηρήσω πως ο φί­λος μας είναι λίγο κοντός, και θα τα κατάφερνε καλύτερα στο Βαριετέ». Αυτά με τον δαιμόνιο Αύγουστο Ντυπέν! from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

User login