You are here

Οι λέξεις της Ορθοκωστάς

Το μυθιστόρημα «Ορθοκωστά» του Θανάση Βαλτινού δεν το είχα διαβάσει, ήξερα όμως ότι έχει ως θέμα του την τρομοκρατία που υποτίθεται ότι άσκησε το ΕΑΜ στην Πελοπόννησο το 1943 και το 1944. Η Ορθοκωστά είναι ένα μοναστήρι στην Κυνουρία στο οποίο υποτίθεται ότι λειτουργούσε επί Κατοχής στρατόπεδο συγκέντρωσης «αντιδραστικών». Το βιβλίο αποτελείται από 47 κεφάλαια, τα περισσότερα πολυσέλιδα αλλά μερικά συντομότατα, λίγες αράδες μόνο, που το καθένα είναι και μια «μαρτυρία» για τα γεγονότα στην Κυνουρία. «Μιλάνε» χωριάτισσες, αξιωματικοί του στρατού, νοικοκυραίοι, ταγματασφαλίτες. Βάζω εισαγωγικά, επειδή το βιβλίο του Βαλτινού είναι μυθιστόρημα και όχι ιστορικό δοκίμιο και όλες αυτές οι «μαρτυρίες» είναι μυθοπλασία που αγνοώ σε ποιον βαθμό βασίζεται στην πραγματικότητα.Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Βαλτινός χρησιμοποιεί αυτή την τεχνική, να παραθέτει δηλαδή οιονεί μαρτυρίες, που όμως είναι γραμμένες από τόν ίδιο, δεν είναι δηλαδή μαρτυρίες. Το έχει ξανακάνει, αν δεν κάνω μεγάλη γκάφα, τόσο στο Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη, όσο και στα Στοιχεία για τη δεκαετία του 60. (Αντίθετα, στην εξαιρετική Κάθοδο των εννιά δεν χρησιμοποιείται η τεχνική αυτή, διότι δεν υπάρχει η επίφαση του ντοκουμέντου, της μαρτυρίας).Το βιβλίο λοιπόν δεν το είχα διαβάσει, αν και είχα παρακολουθήσει, τότε που κυκλοφόρησε (το 1994), τη συζήτηση που έγινε, αφού από αρκετούς αριστερούς θεωρήθηκε ότι το έργο του Βαλτινού ξεπλένει τους ταγματασφαλίτες -μια και παρουσιάζει ότι εντάχθηκαν στα τάγματα εξωθημένοι από την εαμική τρομοκρατία.Το αναζήτησα πριν από μερικούς μήνες σε κεντρικό βιβλιοπωλείο, όπου μου έδωσαν την ανακριβή απάντηση ότι έχει εξαντληθεί (στην πραγματικότητα, είχε αλλάξει ο εκδότης). Σε πρόσφατη διαδικτυακή συζήτηση έκανα λόγο για το βιβλίο και μια καλή φίλη, που παρακολουθούσε τη συζήτηση, το αγόρασε και μου το χάρισε. Ένιωσα έτσι υποχρεωμένος να το διαβάσω, πράγμα που έκανα, όχι χωρίς κόπο.Ίσως το πήρα από κακό μάτι, πάντως το διάβασμα της Ορθοκωστάς με κούρασε απερίγραπτα. Δεν είναι ότι διαφωνούσα με την πολιτική θέση του συγγραφέα, είναι ότι βαρέθηκα την ατέλειωτη παρέλαση ονομάτων και δυσκολευόμουν να παρακολουθήσω τον ειρμό, καθώς ο συγγραφέας αναπαράγει πιστά την προφορική αφήγηση, με όλες της τις ανακολουθίες και τις επαναλήψεις. Υπο άλλες συνθήκες, θα το είχα παρατήσει στη σελίδα 20, αλλά πείσμωσα και το τελείωσα, παρόλο που δεν άλλαξα γνώμη -εξακολουθώ να το βρίσκω βαρετό έργο, πολύ κουραστικό, αλλά και να διαφωνώ με την πολιτική του θέση.Αναγνωρίζω όμως ότι ο συγγραφέας με μαστοριά καταφέρνει να κάνει πειστικές τις αφηγήσεις, να διαφοροποιήσει τον λόγο ανάλογα με τον ομιλητή -ας πούμε οι αξιωματικοί χρησιμοποιούν απλή καθαρεύουσα και η αφήγησή τους είναι σαφώς πιο συγκροτημένη- ενώ δεν παραλείπει σε αρκετά σημεία να βάζει τους ήρωές του να ομολογούν ότι αργότερα, όταν γύρισε το φύλλο, έκαναν τα ίδια και χειρότερα στους Εαμίτες διώκτες τους.Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε. Δεν έχω σκοπό να συζητήσω τις θεωρίες των Καλύβα-Μαραντζίδη που ξεπλένουν τα Τάγματα Ασφαλείας και ουσιαστικά νομιμοποίησαν τη Χρυσή Αυγή, ούτε έχω πρόθεση (ή και τα φόντα) να κάνω κριτική στον Βαλτινό για ένα του μυθιστόρημα που το βρήκα κουραστικό ή μέτριο.Θα λεξιλογήσω λοιπόν για την Ορθοκωστά, διότι όσο διάβαζα το βιβλίο είχα μαζί μου το πιστό μου μολυβάκι και σημείωνα λέξεις και φράσεις που άξιζαν σχολιασμό. Να πω ότι παρόμοια και πιο εξαντλητική αποδελτίωση στο ίδιο βιβλίο του Βαλτινού είχα διαβάσει πριν από χρόνια στο ιστολόγιο ενός συναδέλφου, μέλους της Λεξιλογίας και τελικά τη βρήκα αφού είχα τελειώσει το δικό μου άρθρο -ο Κώστας γράφει πολύ περισσότερα, αλλά δεν επιμένει τόσο στα λεξιλογικά.Παραθέτω τις λέξεις/εκφράσεις με τη σειρά που τις βρήκα στο βιβλίο, σημειώνοντας με ιδιαίτερη ικανοποίηση ότι σε τούτη τη νέα έκδοση της Ορθοκωστάς (από την Εστία) χρησιμοποιείται μονοτονικό για τις αφηγήσεις, ενώ πολυτονικό για τον σύντομο πρόλογο και τον σύντομο επίλογο, που είναι σε καθαρεύουσα.

  • σελ. 11 «από τα Μακρέκα», «Μασκλινέκη Βίγλα», το ίδιο και σε όλα τα ανάλογα τοπωνύμια. Θα περίμενε κανείς «Μακρέικα», «Μασκλινέικη» κτλ. Προφανώς έτσι τα λένε στην περιοχή του Καστριού Κυνουρίας.
  • σελ. 16 «ήταν και σημειωμένος αυτός ο ανακριτής, καμπούρης». Σημειωμένος λέγεται αυτός που έχει σωματική αναπηρία ή ατέλεια.
  • σελ. 58 «είχε ένα τσιρίλι, έναν καλόγερο, στο σβέρκο». Δεν ήξερα τη λέξη τσιρίλι. Την εξηγεί ο συγγραφέας. Δεν γκουγκλίζεται.
  • σελ. 59 «Είχανε ένα πολήνι». Πολήνι ή πολήμι είναι το αρχαίο υπολήνιον, το κοίλο κτίσμα κάτω από τον ληνό, το πατητήρι, όπου συγκεντρώνεται ο μούστος. Ακούγεται και «πολέμι», αλλά και «πολήβι». Το συναντάμε και σε ελαιοτριβεία. Και σε άλλες (αυθεντικές) αφηγήσεις, το πολήνι/πολήμι χρησιμοποιείται ως κρυψώνα. Το έχω αποδελτιώσει στις Λέξεις που χάνονται.
  • σελ. 87 «πήρα την καραμπίνα, πήρα φυσίγγια από τη θουρίδα». Θουρίδα είναι μικρή εσοχή στον τοίχο που χρησιμεύει σαν πρόχειρο ντουλάπι. Από τη θυρίδα. Επίσης στις Λέξεις που χάνονται.
  • σελ. 101 «άνοιξαν κάποια ντρούπλα πανί. Ντρούπλες λέγανε τα ρολά που υφαίνανε στον αργαλειό». Δεν ηξερα τη λέξη ντρούπλα, που ευτυχώς την εξηγεί ο συγγραφέας. Δεν βλέπω να γκουγκλίζεται.
  • σελ. 123 «τους άφησε ένα μελεούνι ψείρες». Το μελεούνι είναι άλλος τύπος για το μιλιούνι.
  • σελ. 136 «Ξεραπώσαμε κάτι παλιά κελιά ….» Το ρήμα ξεραπώνω το χρησιμοποιεί ο Βαλτινός και στον Εθισμό στη νικοτίνη, όπου ο πατέρας του αφηγητή «ξεράπωσε τη μια αποθήκη», της άλλαξε τα δοκάρια, έβαλε πατώματα και έφτιαξε δυο κάμαρες για να μένει η οικογένεια. Σε ένα παλιό φόρουμ που το είχαμε συζητήσει, διότι ο Γάλλος μεταφραστής του Βαλτινού (που ήταν φίλος μου) απορούσε με τη λέξη που δεν βρίσκεται πουθενά, και δεν ήθελε να ρωτήσει τον ίδιο τον Βαλτινό αν ήταν κάτι σχετικά΄εύκολο, είχαμε καταλήξει ότι προέρχεται από το ράπη = στέλεχος του σταριού, άρα ξεραπώνω την αποθήκη = την αδειάζω από τα άχυρα. Είχα κάποιες επιφυλάξεις όμως και νομίζω ότι τελικά ο φίλος μου ρώτησε τον Βαλτινό, αλλά δεν θυμάμαι τι απόγινε. Μπορεί πάντως να σημαίνει «αδειάσαμε, καθαρίσαμε».
  • σελ. 137 «Υπήρχαν γυναίκες … που για ένα πανιότο έδιναν τα πάντα». Πανιότο, αλλού πανιότα, η είναι η κουραμάνα του ιταλικού στρατού.
  • σελ. 149 «είμαστε σαν το αυγό στις δυο πέτρες». Η έκφραση σαν το αυγό στις δυο πέτρες σημαίνει περίπου «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα», όταν κάποιος βρίσκεται στριμωγμένος ανάμεσα σε δυο δεινά. Το αυγό, ανάμεσα στις πέτρες, αν κουνηθεί θα σπάσει -τσούγκσβανγκ, που θα έλεγε και ο φίλος μας ο Κιντ.
  • σελ. 151 «την ψιχαστήρα» -παράλληλος τύπος του «ο ψεκαστήρας, η ψεκαστήρα»
  • σελ. 151 «ρε Τούρκο» -προσφώνηση σε δύστροπο συνομιλητή.
  • σελ. 157 «την κακογραμμένη την Ντίνα». Κακογραμμένη, που ήταν κακό το ριζικό της.
  • σελ. 158 «Όσοι ήταν πονηροί άρχισαν λίγο λίγο να σούρνουν». (Τους έχουν μαζέψει στην πλατεία του χωριού). Να σούρνουν θα πει να φεύγουν αθόρυβα και δήθεν αθώα -να την κάνουν με ελαφρά, που λέμε σήμερα.
  • σελ. 190 «Εμένα ήρθες να πιάσεις, που άμα ξύσεις τα δόντια σου θα βγει το ψωμί μου από μέσα;» Η έκφραση άμα ξύσει το δόντι του θα βγει το ψωμί μου (με παραλλαγές) χρησιμοποιείται για να στηλιτευτεί η αχαριστία κάποιου, που «έφαγε ψωμί» από εμάς και μας έκανε κακό.
  • σελ. 192 Η σφαίρα «βρήκε τη δημαρχίνα ξυστά στο γιουρντί. Τη γρατσούνισε στην οσφύν». Γιουρντί ή γιούρντα είναι μάλλινος επενδύτης, ιδίως γυναικείος.
  • σελ. 193 «τη μάνα του την άφησε εκεί κάτω στον μύλο. Κονόμαγε το ξάγι». Το ξάγι είναι τα αλεστικά, η αμοιβή του μυλωνά για το άλεσμα, που συνήθως δινόταν εις είδος. Το ξάγι είναι το εξάγιον, από το λατινικό exagium.
  • σελ. 196 «είχαν αμπέλια και ρέντιζαν». Ρεντίζω είναι παράλληλος τύπος του «ραντίζω».
  • σελ. 200 «Ο άντρας σου … είναι φλούτσος» Μειωτικός χαρακτηρισμός ο φλούτσος, που γκουγκλίζεται μερικές φορές.
  • σελ. 225 «Όλοι οι ακράνιδές μου». Ο ακράνης είναι ο φίλος, ο σύντροφος. Υπάρχει στις Λέξεις που χάνονται. Τον πληθυντικό θα τον έγραφα «ακράνηδες».
  • σελ. 241 «μας ανέβασαν εκεί πάνω, ήταν μια χούνη, χωράγαμε». H χούνη είναι το φαράγγι, τόπος βαθύς και στενός, που κλείνεται απ’ όλες τις μεριές, ρεματιά που όσο πάει και στενεύει. Είναι ένας τόπος με σχήμα σαν χωνί, και ακριβώς η χούνη ετυμολογείται από τη χοάνη. Την συμπεριέλαβα στις Λέξεις που χάνονται.
  • σελ. 243 «Παίρνω το κορίτσι από το χέρι, ένα καρβέλι ψωμί και το παιδί καλικούσια». Το καλικούσια είναι παράλληλος τύπος του καλικούτσα (καβάλα στους ώμους -βλ. Λέξεις που χάνονται).
  • σελ. 259 «Χώριζαν τα χτήματα επιτόπου, λαχίδια λαχίδια». Λαχίδι ή λαχίδα είναι το κομμάτι γης που έχει κληρονομήσει κάποιος ύστερα από κλήρωση, συνήθως λουρίδες στενές και μακρουλές. Επίσης στις Λέξεις που χάνονται.
  • σελ. 321 «Είχε αρχίσει να μουργώνει». Μουργώνει θα πει σουρουπώνει. Μούργος είναι ο σκουρόχρωμος, από τη μούργα, αντιδάνειο μέσω λατινικών που ανάγεται στην αρχαία αμόργη, το κατακάθι του λαδού.

Και αυτές ήταν οι λέξεις της Ορθοκωστάς.    from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

User login