You are here

Από τον αμφορέα στο φανάρι: ελληνογερμανικές γλωσσικές ανταλλαγές ξανά

Έλειπα το τριήμερο και μαζεύτηκε πολλή δουλειά, οπότε τουλάχιστον για σήμερα πρέπει να καταφύγω στη λύση ανάγκης, στην επανάληψη παλιότερου άρθρου. Κι επειδή είχα πάει στη Γερμανία, είπα να βάλω ένα άρθρο του 2010, που έχει θέμα τις ελληνογερμανικές γλωσσικές ανταλλαγές. Αρχικά το άρθρο αυτό το είχα γράψει στις… αρχές του αιώνα για το περιοδικό των Ελλήνων του Λουξεμβούργου και στη συνέχεια πρόσθεσα ένα κομμάτι του Μ. Τριανταφυλλίδη για την ελληνογερμανική φοιτητική αργκό. Προσθέτω και τώρα μερικά πράγματα, κυρίως από τα σχόλια της προηγούμενης δημοσίευσης.Στο προηγούμενο σημείωμα (βλ. εδώ) είχαμε μιλήσει για τις ελληνοαραβικές γλωσσικές δοσοληψίες, σκέφτηκα όμως ότι είναι κάπως οξύμωρο να ασχολούμαστε με τα μακρινά, χωρίς να έχουμε καλύψει (γλωσσικώς εννοώ) τα διπλανά μας, εδώ στο Λουξεμβούργο που ζούμε. Αλήθεια, ποιά είναι η ετυμολογία του Λουξεμβούργου; Η μορφή του ονόματος παραπέμπει βέβαια στην πολυτέλεια ή στο φως, αλλά σφαλερά –οι ντόπιοι άλλωστε το λένε Letzebuerg. Το όνομα ανάγεται σε ένα ερειπωμένο ρωμαϊκό κάστρο, πάνω στο βράχο του Μποκ, που το αγόρασε ο κόμης Σιγεφρείδος το 963, και ονομαζόταν Lucilinburhuc. Και στο μεν δεύτερο συνθετικό του ονόματος πολλοί θα αναγνωρίσουν το –burg, και σωστά, αλλά στο πρώτο πιο δύσκολα θα φανεί το παλαιογερμανικό luzel που οδήγησε, μεταξύ άλλων, στο σημερινό αγγλικό little. Μικρό, επομένως, το Λουξεμβούργο, που αν θέλαμε να το εξελληνίσουμε θα μπορούσαμε να το μεταφράσουμε Καστράκι.Επειδή όμως ελληνολουξεμβουργιανές γλωσσικές σχέσεις δεν έχουμε και πολλές, ας δούμε τις ελληνογερμανικές. Τα γερμανικά δάνεια στην ελληνική γλώσσα είναι συγκριτικώς λιγοστά, αφενός επειδή άργησαν τα γερμανικά να καταξιωθούν σαν γλώσσα επιρροής στη διεθνή σκηνή και αφετέρου επειδή είναι κομμάτι δύσκολο να περάσουν στην ελληνική γλώσσα περισπούδαστοι αλλά σχεδόν απρόφερτοι σιδηρόδρομοι όπως Zeitgeist, Weltanschauung κτλ. Κι αν εξαιρέσεις τις γερμανικές λέξεις απαίσιας μνήμης από την κατοχή, τον γκεσταπίτη ας πούμε ή τα στούκας, καθώς και τα σνίτσελ της γαστρονομίας και τους επιστημονικούς νεολογισμούς, θα έλεγε κανείς ότι μετριούνται στα δάχτυλα οι λέξεις της ελληνικής που είναι απ’ ευθείας δάνεια από τη γερμανική. Υπάρχουν τα σλέπια (μαούνες, να πούμε) και πεντέξι άλλες.Τα λεξικά λένε ότι η παρλαπίπα είναι, λέει, δάνειο από το γερμανικό Paperlapapp, που θα πει φλυαρία, αλλά να μου επιτρέψετε να έχω σοβαρές επιφυλάξεις· μου φαίνεται ότι αυτή η εξήγηση προέρχεται από γερμανοσπουδαγμένο φιλόσοφο που δεν σκέφτηκε την πάρλα και την πίπα ή έστω την κοντινότερη Ιταλία. Όταν δυο λαοί δεν έχουν άμεση επαφή, δεν είναι εύκολο να μεταδοθούν απ’ ευθείας λαϊκές λέξεις. (Για να είμαι δίκαιος, τα λεξικά αναγνωρίζουν τουλάχιστον επίδραση της πάρλας ή/και της πίπας στο σχηματισμό της ελληνικής λέξης). Επιστημονικής αρχής αλλά της πιάτσας είναι η λέξη «καφάο», το κουτί του ΟΤΕ στις γωνίες των δρόμων, που προέρχεται από το πώς ακούγεται το γερμανικό ακρώνυμο KV (κα-φάου). Η συσκευή αυτή λέγεται Kabelverteiler, κατανεμητής καλωδίων δηλαδή. Στην επίσημη ορολογία, υπαίθριος κατανεμητής. Ο δήμος Αθηναίων πρόσφατα ζήτησε να γίνουν πιο ελκυστικά τα καφάο, και το σχετικό ρεπορτάζ τα γράφει με κεφαλαία, που δεν το βρίσκω σωστό αφού στα ελληνικά δεν είναι ακρώνυμο.Τα ποντιακά καρτόφια, ήγουν οι πατάτες, είναι γερμανικής αρχής (Kartoffeln) αλλά το δάνειο δεν έγινε απευθείας, με τη μεγάλη μεταπολεμική μετανάστευση -μεσολάβησαν τα ρωσικά στον δανεισμό. Στα ρωσικά η πατάτα είναι καρτόφελ (Картофель), δάνειο βέβαια από τα γερμανικά.Πριν από τη μεγάλη μεταπολεμική μετανάστευση στη Γερμανία, υπήρχε, στις αρχές του 20ού αιώνα, ένας πολύ μικρότερος αλλά σφιχτοδεμένος ελληνικός πληθυσμός στις γερμανικές πανεπιστημιουπόλεις, οι Έλληνες φοιτητές. Σε άρθρο του για τα ελληνικά των Ελλήνων της Αμερικής, ο Τριανταφυλλίδης δίνει, σε υποσημείωση, αυτές τις «ελληνογερμανικές» λέξεις που χρησιμοποιούσαν, προσωρινά, όσο ζούσαν εκεί. Παραδείγματα: βίτσι, το ανέκδοτο, το αστείο (Witz): μας διηγήθηκε ένα βίτσι· βούρστ, βούρστι, το λουκάνικο (Wurst): φάγαμε βούρστια· κέλνερος και κελνερίνα, ο ταβερνιάρης και η ταβερνιάρισσα (Kellner, Kellnerin) ίσως και η σερβιτόρα της μπιραρίας -ο Μαβίλης που κάθισε πολλά χρόνια φοιτητής στη Γερμανία έχει γράψει ποίημα για την κελνερίνα· κυντιγκάρω, δηλώνω πως αφήνω (kündigen): κυντιγκάρω την κάμαρά μου· μάσο, το μεγάλο ποτήρι της μπίρας (Mass): ήπιε ένα μάσο μπίρα· μπελεγκάρω, εγγράφομαι σε μάθημα (belegen)· περπαρίρω, ετοιμάζω εργασία πανεπιστημιακή (preparieren)· φάρω, πηγαίνω με το τραμ ή το τρένο (fahren): θα φάρω αύριο, φινίκι, το πφένιχ (pfennig) –για τους νεότερους, η υποδιαίρεση του μάρκου.Όλες αυτές οι λέξεις δεν άφησαν ίχνη και πρέπει να έχουν χαθεί σήμερα, εξόν από το φινίκι, που το πρόλαβα να τ’ ακούσω κι εγώ στη Γερμανία, αν και δεν έχω ζήσει εκεί, μόνο περαστικός ήμουν. Επαφή βέβαια άμεση είχαν οι μεταπολεμικοί έλληνες μετανάστες στη Γερμανία, και τα ‘λαζογερμανικά’ όντως περιέχουν άφθονα δάνεια από τη γερμανική, που δεν ξέρω αν έχουν καταγραφεί κάπου, όπως η αρμπαϊτσά (Arbeitsamt) -στο άρθρο της Φρικηπαίδειας δεν είναι πάντοτε σαφές πού αρχίζει η παρωδία, παρόλο που διαβάζεται ευχάριστα. Οι νεομετανάστες της μνημονιακής εποχής έχουν άραγε προλάβει να φτιάξουν νέους όρους;Θυμάμαι ένα βράδυ βροχερό, πριν από πολλά χρόνια, που είχαμε χαθεί σε προάστιο της Κολωνίας, μια παρέα από εδώ, αναζητώντας το γήπεδο του μπάσκετ όπου έπαιζε ο Άρης. Προσφύγαμε σε παρατυχόν ελληνικό εστιατόριο και ο μαγαζάτορας μάς κατατόπισε: «Στις δεύτερες λάμπες δεξιά είναι το γήπεδο», μας είπε. Κι ύστερα, με κάποια ζήλια, «Ώστε βρήκατε κάρτες, ε;»Κάρτες είναι βέβαια τα εισιτήρια και λάμπες τα φανάρια. Το οποίο φανάρι, ο σηματοδότης της τροχαίας εννοώ, λέγεται επισήμως στα γερμανικά Ampel και μου δίνει την ευκαιρία να περάσω στην άλλη όχθη, δηλαδή στις γερμανικές λέξεις ελληνικής προέλευσης.  Διότι το ampel είναι ελληνικής αρχής και μάλιστα παλαιότατης. Εν αρχή ην ο αμφορεύς ή αμφιφορεύς, λέξη πανάρχαια που έχει βρεθεί ήδη σε κείμενα της Γραμμικής Β’. Ο αμφορεύς λοιπόν δίνει το παλιό λατινικό δάνειο amphora. Λόγω της κατάληξης, άλλαξε το γένος από αρσενικό σε θηλυκό. Ο λόγιος λατινικός τύπος amphora έμεινε εκεί. Ένα λαϊκό υποκοριστικό του όμως, το ampulla (amphora > ampora > ampor-la > ampulla) που σήμαινε πλέον «γυάλινο φιαλίδιο» (διότι στην κλασική λατινική εποχή η ετυμολογική σχέση με το amphora που εξακολουθούσε να σημαίνει «αμφορέας» δεν ήταν πια αισθητή) έδωσε το γαλλικό ampoule (12ος αιώνας) και από εκεί και τη δική μας αμπούλα ως αντιδάνειο. Στα γερμανικά, περνάει ως ampel και δηλώνει το γυάλινο καντήλι που έφεγγε ακοίμητο πάνω στο ιερό της εκκλησίας, και από εκεί οποιοδήποτε φωτιστικό από γυαλί στα σπίτια, για να φτάσει σήμερα να δηλώνει τους φωτεινούς σηματοδότες. Από το παλάτι του Αγαμέμνονα, τριανταπέντε αιώνες αργότερα στους δρόμους της Κολωνίας – μεγάλο ταξίδι!Ελληνικό είναι βέβαια και το apotheke που το βλέπουμε στις βιτρίνες των φαρμακείων, ενίοτε με τη λουξεμβουργέζικη φορεσιά του (Apdikt). Τα σημερινά φαρμακεία αστράφτουν από πάστρα αλλά έχουν την αρχή τους στην ελληνική αποθήκη, που σήμαινε ό,τι και σήμερα· πέρασε στα λατινικά ως apotheca, και επειδή στα παλιά μοναστήρια είχαν ένα χώρο όπου αποθήκευαν τα βότανα και τα φάρμακα, ονομάστηκε Apotheke ο χώρος αυτός και κατ’ επέκταση το ξεχωριστό κατάστημα-φαρμακείο. Να πούμε ότι από τα βυζαντινά ελληνικά την αποθήκη την ξαναδανείστηκαν οι προβηγκιανοί ως botica απ’ όπου πέρασε στα γαλλικά για να μας ξανάρθει πίσω αγνώριστη, μπουτίκ, σκέτη παριζιάνα!Κι αν στο Apotheke η ελληνική αρχή είναι οφθαλμοφανής, δεν ισχύει το ίδιο για μια άλλη συναφή λέξη, τον γιατρό, που στα γερμανικά λέγεται Arzt κι έχει κι αυτός ελληνική καταγωγή όσο κι αν δεν του φαίνεται. Στα χρόνια των επιγόνων του Αλεξάνδρου, αρχίατρος ήταν αξίωμα στις αυλές των ηγεμόνων, που πέρασε στα λατινικά ως archiater, και από εκεί στα παλαιογερμανικά των Φράγκων ως arzet, στην αρχή δηλώνοντας τον αυλικό γιατρό –σιγά σιγά όμως επεκτάθηκε στους προσωπικούς γιατρούς σημαινόντων προσώπων, για να φτάσει τελικά να σημαίνει όλους τους γιατρούς ανεξαιρέτως. Μάλιστα, ένα σύνθετο της λέξης, το Arztpraxis, που σημαίνει το ιατρείο (και βέβαια είναι ελληνικής αρχής και ως προς τα δύο συνθετικά του) έχει όπως διάβασα κάπου την αμφίβολη τιμή να είναι η γερμανική λέξη με τα περισσότερα συνεχόμενα σύμφωνα: r-z-t-p-r.Ο αρχίατρος όταν μετανάστευσε στην Εσπερία κι έγινε arzt υποβιβάστηκε ελαφρώς, αλλά ένας άλλος αξιωματούχος πήρε προαγωγή και μάλιστα καθόλου ευκαταφρόνητη. O γραφεύς ήταν κατώτερος τίτλος στην αυλή των βυζαντινών αυτοκρατόρων και πέρασε στα ύστερα λατινικά ως graphio. Στα πρώτα χρόνια της μεροβιγγείου δυναστείας των Φράγκων ονομαζόταν graf ένας υπάλληλος με αστυνομικά και εκτελεστικά καθήκοντα και αργότερα ένας βασιλικός υπάλληλος με διοικητικά-δικαστικά καθήκοντα. Επί Καρλομάγνου αποκτά ο graf δικαιώματα στην κατοχή γης και σιγά-σιγά γίνεται τίτλος ευγενείας, για να φτάσει έτσι ο ταπεινός βυζαντινός γραφιάς να γίνει κοτζάμ γερμανός κόμης!Μια ωραία περίπτωση ελληνογερμανικού υβριδίου έχουμε στη λέξη Νεάντερταλ. Ο Joachim Neumann, που γεννήθηκε περί το 1650 στο Μέτμαν, πόλη ανάμεσα σε Βούπερταλ και Ντύσελντορφ, ήταν λόγιος, διευθυντής μιας σχολής λατινικών του στο Ντύσελντορφ, ποιητής και συνθέτης εκκλησιαστικής μουσικής, που μερικές συνθέσεις του ακόμα παίζονται. Όμως κέρδισε την αθανασία όχι (μόνο) από τις συνθέσεις του και μάλιστα όχι ακριβώς με το όνομά του. Ο Νeumann κατά τη συνήθεια των λογίων της εποχής είχε εξελληνίσει το όνομά του, σε Neander (νέος άνδρας δηλαδή) και όταν πέθανε οι συμπολίτες του ονόμασαν προς τιμή του μια γειτονική κοιλάδα του ποταμού Ντύσελ, που την είχε υμνήσει στα ποιήματά του: την είπαν κοιλάδα του Νεάντερ, δηλαδή Neanderthal. Πολλά χρόνια αργότερα, γύρω στα 1860, εργάτες λατομείων βρήκαν σε σπηλιά της κοιλάδας τα λείψανα του απώτερου προγόνου μας, που ονομάστηκε άνθρωπος του Νεάντερταλ –ειρωνικό δεν είναι στην κοιλάδα του «νέου ανθρώπου» να βρεθούν λείψανα του παλιού;Και μια και μάθαμε ότι Thal (που απλοποιήθηκε σε Tal) είναι η κοιλάδα στα γερμανικά, ας κλείσουμε με την κοινότερη ίσως ελληνική λέξη που έχει γερμανική προέλευση και εννοώ βεβαίως το τάλιρο. Σε μιαν άλλη κοιλάδα, την κοιλάδα του Αγίου Ιωακείμ, που σήμερα βρίσκεται στην Τσεχία και λέγεται Jachymov, αλλά στη γερμανοκρατούμενη Βοημία λεγόταν Joachimsthal, υπήρχε ασήμι από το οποίο έκοψαν το 1519 ωραία αστραφτερά ασημένια νομίσματα, που τα είπαν, όχι με πολλή φαντασία είναι η αλήθεια, Joachimsthaler. Τα νομίσματα αυτά είχαν ως φαίνεται μεγάλο σουξέ, και η συγκεκομμένη λέξη thaler περνάει στις άλλες γερμανικές διαλέκτους, και κατηφορίζει ως την Ιταλία, ως tállero, από την οποία την πήραμε κι εμείς. Κι αν τώρα με το ευρώ είναι αμφίβολο αν θα συνεχιστεί να υπάρχει εν χρήσει τάλιρο (τα 5 ευρώ; τα 5 λεπτά;), ωστόσο η ανάμνηση της κοιλάδας του Αγίου Ιωακείμ υπάρχει ολοζώντανη στο δολάριο, που και αυτό ξαδερφάκι είναι: από το ολλανδικό daler το πήραν οι εγγλέζοι ως dollar και μετά το λάθος του Κολόμβου η λέξη πέρασε απέναντι, όπου δήλωνε το ισπανικό ασημένιο πέσο που ήταν ευρύτατα διαδεδομένο. Μετά τη νίκη της αμερικάνικης επανάστασης, το 1785 το δολάριο καθιερώθηκε ως όνομα του νομίσματος του νεαρού κράτους, ύστερα από πρόταση του Τόμας Τζέφερσον, επειδή ήταν ευρέως γνωστό όνομα και όχι βρετανικό. Άλλοι καιροί, βλέπετε, τότε. from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

User login