You are here

Τα έπη των Αριμασπών – 26 και τέλος (Δημ. Σαραντάκος)

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Με τη σημερινή συνέχεια, την εικοστή έκτη, το μυθιστόρημα φτάνει στο τέλος του. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.Θυμίζω ότι βρισκόμαστε στον επίλογο του μυθιστορήματος, πέντε χρόνια μετά, όπου οι τέσσερις φίλοι έχουν πάει εκδρομή στη Μόσχα.Από τη μεθεπόμενη Τρίτη θα αρχίσω να δημοσιεύω κάποιο άλλο έργο του πατέρα μου -ακόμα δεν έχω αποφασίσει ποιο.Από τη στιγμή που πατήσαμε το πόδι μας στο Σερεμέτιεβο καταλάβαμε πως πολλά είχαν αλλάξει, σε σχέση με το 1985. Φτάνοντας δε στο κέντρο της Μόσχας βρήκαμε μια πόλη τελείως διαφορετική από εκείνη την απαστράπτουσα πρωτεύουσα, που είχαμε γνωρίσει πριν οχτώ χρόνια.  Θυμάμαι έναν τοτινό συνταξιδιώτη μας, τον μπάρμπα Γιάννη, ένα Πόντιο λαχειοπώλη από τις Σέρρες, που χρόνια μάζευε λεφτά για να κάνει αυτό το ταξίδι, που μόλις βγήκε από το πούλμαν και είδε τα κτίρια που περιβάλλουν την Κόκκινη πλατεία, μου λέει“Κράτα με σύντροφε, γιατί δεν την αντέχω τέτοια ομορφιά!”Τώρα η Κόκκινη Πλατεία ήταν αποκλεισμένη στο μεγαλύτερο τμήμα της “λόγω εκτελουμένων έργων”, όπως μας είπαν και το Μαυσωλείο του Λένιν φυσικά απρόσιτο. Τα κτίρια βέβαια ήταν τα ίδια, αλλά βρήκαμε τους δρόμους αυτή τη φορά βρώμικους αλλά πολύ πιο θορυβώδεις, την κίνηση του πλήθους ζωηρή και τα εμπορικά καταστήματα μεταμορφωμένα. Ευρωπαϊκές, εντυπωσιακά στολισμένες, βιτρίνες με όλα τα καλά και τα αγαθά, τα μαγαζιά μέσα γεμάτα κόσμο, που απλώς όμως περιεργαζόταν την πραμάτεια χωρίς να αγοράζει κανείς τίποτα. Πολλά αυτοκίνητα και τεράστιες οθόνες σαν της τηλεόρασης δεξιά κι αριστερά των λεωφόρων, που πρόβαλαν διαφημίσεις. Ζητιάνοι σε κάθε γωνία, ουκ ολίγοι παπάδες με τα ράσα τους και πολύ καλοντυμένες νεαρές γυναίκες με υπερβολικό μίνι που από μακρυά καταλάβαινες πως κάναν πεζοδρόμιο.Το Αρμπάτ κι αυτό μεταμορφωμένο. Είχανε ανοίξει δεκάδες μπαράκια, καφενεία, φαστφουντάδικα και άλλα παρόμοια κέντρα. Μικρές ορχήστρες πειναλέων τύπων ζητιάνευαν με αξιοπρέπεια. Οι κλασικές ξύλινες μπάμπουσκες είχαν αντικατασταθεί με ομοιώματα πρώην και νυν ηγετών, με ιδιαίτερη προτίμηση στη γελοιογραφική απεικόνιση του Γκορμπατσώφ. Όλα τα πράγματα πάντως ήταν πανάκριβα, ακόμα και για μας που διαθέταμε δολάρια.Εμείς, οι Ιταλοί, οι Γάλλοι και άλλοι Ευρωπαίοι σύνεδροι μείναμε στο ξενοδοχείο Ροσίγια, όπου άλλωστε γινόταν και το συνέδριο, αλλά οι Αμερικάνοι, οι Άγγλοι και οι Γερμανοί σε άλλο πολυτελέστερο και ανώνυμο. Ρωτήσαμε απορημένοι για το τελευταίο αυτό και μας είπαν πως πρόκειται για πρώην ξενοδοχείο του κόμματος, που προοριζόταν για τη φιλοξενία κομματικών στελεχών, ντόπιων και ξένων, το οποίο τώρα ανήκει προσωρινά στο Δήμο της Μόσχας. Στη γραμματεία του συνεδρίου πάντως, μας προειδοποίησαν να μην κυκλοφορούμε μόνοι τη νύχτα και οπωσδήποτε να αποφεύγουμε την περιοχή Ισμαήλοβο. Αυτό μας κακοφάνηκε. Στην προηγούμενη επίσκεψή μας είχαμε κάνει πολλούς περίπατους ολομόναχοι στη νυχτερινή Μόσχα, χωρίς να νιώθουμε κανένα φόβο. Με τη Μαργαρίτα θυμηθήκαμε τους σκακιστές, που μέσα στο πάρκο που γειτονεύει με τη λεωφόρο Τβερ, παίζανε απορροφημένοι σε παγκάκια, κάτω από το φως των φαναριών και τους  ποιητές, λίγο πιο πέρα, που από το βάθρο του αγάλματος του Πούσκιν, απαγγέλλαν τα ποιήματά τους σε πυκνό πλήθος ακροατών. Αυτές τις εικόνες, μιας ειρηνικής και πολιτισμένης ζωής, δεν τις είδαμε τούτη τη φορά.Το συνέδριο είχε ενδιαφέρον και το επίπεδό του ήταν αρκετά υψηλό. Διαπιστώσαμε μια υπολανθάνουσα αλλά ορατή αντιπαλότητα, μεταξύ από τη μια των αγγλόφωνων επιστημόνων και από την άλλη των Ευρωπαίων, ιδίως των Γάλλων  και των Γερμανών, που δεν έκρυβαν το φόβο τους για τον εξοβελισμό των εθνικών γλωσσών τους από την επιστημονική και τεχνική ορολογία.  Περιέργως εμείς οι Έλληνες είχαμε την εκτίμηση και των δύο πλευρών, της ευρωπαϊκής και της αγγλοσαξονικής.Στα διαλείματα του συνεδρίου κάναμε μιαν εκδρομή με πούλμαν ως το μοναστήρι του Σουζντάλ και μια επίσκεψη στο Πανόραμα της μάχης του Μποροντινό. Δεν ξέρω γιατί αλλά νοιώθαμε πιο άνετα με τους Ρώσους παρά με τους άλλους συνέδρους. Όχι μόνο ο Δημήτρης που συζητούσε μαζί τους άνετα στη γλώσσα τους και μας ενημέρωνε μεταφράζοντας όσα λέγανε αλλά κι οι υπόλοιποι τρεις που ανταλλάσσαμε καμμιά κουβέντα με μερικούς ρώσους συνέδρους, που ξέρανε γερμανικά ή αγγλικά. Στην εκδρομή στο μοναστήρι  μάλιστα  γνωριστήκαμε στενότερα. Κατά τη διαδρομή, μέσα στο πούλμαν τους έπαιξα στη φυσαρμόνικα όσα ρωσικά τραγούδια ήξερα, τα “Βραδινά γύρω από τη Μόσχα” τους “Γερανούς” την “Κατιούσα” και άλλα, εκείνοι δε με συνόδευαν τραγουδώντας. Στο γυρισμό είχαμε πια γίνει φίλοι και μία σύνεδρος επέμενε να μας δώσει ένα πολύχρωμο φυλλάδιο με θρησκευτικό περιεχόμενο, όπως έδειχνε το εξώφυλλό του. Ο Δημήτρης το πήρε από ευγένεια με παγερή όμως αδιαφορία, η οποία έγινε αντιληπτή από τη Ρωσίδα“Δεν είσαστε ορθόδοξος;” τον ρώτησε  ρωσικά.“Τυπικά ναι. Έτσι γράφει η ταυτότητά μου. Στην πραγματικότητά όμως είμαι άθεος”.“Μήπως είστε και κομμουνιστής;”“Κατά κάποιον τρόπο ναι”“Μα γιατί; Φαίνεστε καλός άνθρωπος”“Μα εμείς στην Ελλάδα είμαστε καλοί άνθρωποι. Βοηθήσαμε το λαό μας, δεν τον βλάψαμε”“Εδώ όμως μας τυράννησαν, αγαπητέ μου. Εβδομήντα ολόκληρα χρόνια μας τυράννησαν”.“Δεν  είχαν τέτοια πρόθεση. Στο κάτω κάτω πείραμα κάνανε”, πετάχτηκα εγώ στα αγγλικά. Ένας όμως από τους συνομιλητές μας αγρίεψε“Πείραμα στη ράχη ενός λαού τόσων εκατομμυρίων και για τόσα χρόνια;” μου είπε στην ίδια γλώσσα.Η συζήτηση δε συνεχίστηκε άλλο και γυρίσαμε στο ξενοδοχείο μας ψυχραμένοι. Την τελευταία βραδιά του Συνεδρίου δόθηκε η καθιερωμένη αποχαιρετιστήρια δεξίωση. Ο μπουφές φτωχικός και γενικώς, εδώ που τα λέμε, πολύ κρύα η ατμόσφαιρα. Στην διπλανή όμως αίθουσα χαλούσε ο κόσμος από τη μουσική και τη φασαρία. Γλεντούσαν κάποιοι ντόπιοι επιχειρηματίες από αυτούς που λες και ξεφύτρωσαν από το πουθενά. Εμένα μάλιστα μού φάνηκε πως άκουσα να μιλούν κάποιοι ελληνικά. Με το Δημήτρη είπαμε να πάμε να χαζέψουμε, μ’ όλο που οι γυναίκες είχαν αντιρρήσεις. Τελικά τις αφήσαμε να συζητούν με κάποιους σύνεδρους και πήγαμε δίπλα.Στη διπλανή αίθουσα γινόταν χαμός. Δε διασκέδαζαν, κορυβαντιούσαν με τον πιο θορυβώδη τρόπο. Στην αρχή δε μπορούσα να διακρίνω τίποτα μέσα στην ομίχλη από τον καπνό των τσιγάρων  και στο πλήθος των εκτραχηλισμένων συμποσιαστών. Υπήρχε διάχυτη μια χοντράδα και μια χυδαιότητα που με απωθούσε. Αποφάσισα να πάρω το φίλο μου και να γυρίσουμε στην κρύα μεν αλλά ήσυχη και αξιοπρεπή αίθουσά μας. Τότε όμως ο Δημήτρης με σκούντησε με τον αγκώνα του και μού ΄γνεψε να κοιτάξω στο μεγάλο κεντρικό τραπέζι, δίπλα στην ορχήστρα. Εκεί διέκρινα καθισμένον, ανάμεσα σε δυο πολύ όμορφες νεαρές κοπέλες, το Χρήστο! Πλησιάσαμε για να δούμε καλύτερα. Τότε εκείνος μας αναγνώρισε. Στην αρχή φάνηκε κατάπληκτος ύστερα όμως ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. Σηκώθηκε και κάνοντας το γύρο του τραπεζιού μας πλησίασε με τα δυο του χέρια απλωμένα. Είχε παχύνει από την τελευταία φορά που τον είχαμε δει σ’ εκείνο το αποχαιρετιστήριο γλέντι στο Μενίδι. Το μούτρο του γυάλιζε.“Βρε, σαν τα χιόνια τα μαγιάτικα. Πού βρεθήκατε μωρέ εδώ;”Ήταν για τα καλά μεθυσμένος και πολύ διαχυτικός. Του είπαμε για το συνέδριο“Ναι, κάτι άκουσα αλλά οι δουλειές βλέπετε δε μ’ αφήνουν πια να ασχολούμαι με επιστημονικά ζητήματα. Καθίστε να τα πούμε”. Μας πήρε από το μπράτσο και μας οδήγησε στο  τραπέζι του. Έδιωξε με αρκετά απότομο τρόπο τα κορίτσια από τις καρέκλες τους και μας έβαλε να καθήσουμε. Φώναξε ένα σερβιτόρο και του ‘πε να μας φέρει καθαρά ποτήρια και σερβίτσια“Λοιπόν τι γίνεται εκεί κάτω; Πώς είναι το Θερίο;”Του είπαμε για το θάνατο του Βελή και την τύχη του Σύμπαντος και της Εγκυκλοπαίδειας“Ώστε έτσι, είπε συλλογισμένος, βρε το φουκαρά, τέλειωσε μάλλον άδοξα. Τι έγινε με τα Αριμάσπεια Έπη; Πρόφτασε να τα εκδώσει;”“Μα δε σού ’πα; του λέει ο Δημήτρης, η Βελήδαινα έδωσε όλα τα βιβλία και χαρτιά του για πολτοποίηση”.“Δηλαδή χάθηκαν και τα αραβικά χειρόγραφα;”“Δεν είμαι σίγουρος αλλά έτσι υποθέτω”, απάντησα. “Ά ρε Χρήστο, είδες τι έκανες με το να μη θελήσεις να τα δώσεις σε κάποιο  ίδρυμα ή έστω σε κανένα σοβαρό επιστημονικό περιοδικό;”“Άσε με ρε φιλόσοφε”, μου είπε γελώντας, “τι θά ΄βγαζα εγώ αν τά’ δινα εκεί που λες; Ήμουν σε πολύ δύσκολη οικονομική θέση. Ξέρεις κάτι; Όπως είπε κι ένας, ας πούμε πρόδρομός μου, ο Μέγας Συνδυαστής Οστάπ Μπέντερ, ο γιος του Τούρκου υπηκόου, αν τον έχετε ακουστά, εγώ σ’ όλη τη ζωή μου αγάπησα και υπέφερα: αγάπησα τα χρήματα και υπέφερα από την έλλειψή τους. Όταν λοιπόν με τα Έπη μου δόθηκε η ευκαιρία, την άδραξα. Τα λεφτά που μού ΄δωσε γι’ αυτά ο Βελής ήταν η μαγιά που μ’ έφερε ως εδώ. Αυτή τη στιγμή διευθύνω μια τεράστια επιχείρηση, που αφήνει εκατομμύρια. Έχω παραρτήματα στην Πετρούπολη, στο Νίζνι και στο Νοβοροσίσκ…”“Τι παράγεις;”“Δεν παράγω τίποτα, πουλάω”“Σαν τι;”“Κατά βάσιν πουλάω το πιο δυσεύρετο πράγμα στη σημερινή Ρωσία, πουλάω ελπίδες. Έχω εξασφαλίσει την αποκλειστική αντιπροσωπεία για όλη την Ρωσική Ομοσπονδία, αμερικανικών καλλυντικών μεγάλης πέρασης…”“Μα εσύ μίλησες για ελπίδες”“Περίμενε ν’ ακούσεις. Επειδή η χώρα είναι αχανής και δεν είναι εύκολο να την καλύψω μόνος μου, τη μοίρασα σε περιοχές και εκχωρώ τα δικαιώματα της αντιπροσώπευσης σε άλλους. Ήδη έχω εκχωρήσει τη Μόσχα, (που λόγω του μεγέθους της την πήραν τέσσερις), την Αγία Πετρούπολη, το Νίζνι Νοβγκοροντ (το πρώην Γκόρκι), το Βόλγογκραντ, τη Σταυρούπολή και το Νοβοροσίσκ. Κάθε υπο-αντιπρόσωπος, μου ακούμπησε από δύο εκατομμύρια ρούβλια, που τα έκανα αμέσως δολάρια, γιατί ο πληθωρισμός καλπάζει. Τώρα αυτοί με τη σειρά τους μοίρασαν τις περιοχές τους σε μικρότερες και εκχώρησαν την αντιπροσωπεία σε ανθυπο-αντιπρόσωπους, βγάζοντας τα διπλά από όσα μου έδωσαν. Και ούτω καθ’ εξής ως το επίπεδο του χωριού και της συνοικίας”.“Μα καλά θα απορροφηθούν τα καλλυντικά που λες, σε τέτοιαν έκταση ώστε να δικαιολογούνται αυτά που πληρώνουν όσοι αγοράζουν τις εκχωρήσεις;”“Κοίτα, βρισκόμαστε ακόμα στη φάση της οργάνωσης. Για την ώρα κάνουμε σεμινάρια, όπου ειδικοί, φερμένοι από την Αμερική, μαθαίνουν στους ντόπιους την τέχνη του ντήλερ, με αδρή αμοιβή φυσικά, που την καταβάλουν οι εκπαιδευόμενοι. Δεν ήρθε ακόμα η ώρα της κυκλοφορίας των καλλυντικών. Πάντως σε βεβαιώνω πως όλοι ελπίζουν βασίμως να γίνουν εκατομμυριούχοι. Λίγο είναι αυτό;”“Μεταξύ μας τώρα, υπάρχουν τέτοια καλλυντικά, ρε Χρήστο, ή μήπως είναι σαν τον τέταρτο γιο του Νώε;” τον ρώτησα κοιτάζοντας τον πονηρά“Βρε πού το θυμήθηκες! Θυμάσαι την πλάκα που κάναμε; Αλήθεια τι να γίνεται η Λούλα ; Έχεις νέα της;”Του είπα όσα μου μετέφερε ο Πανολιάσκος.“Έτσι λοιπόν, έκανε συλλογισμένος. Η Δανάη ζει άραγες; Τι όμορφη γυναίκα που ήταν!”“Έχει πεθάνει εδώ και χρόνια. Πες μου όμως βρε Χρήστο, στο λόγο σου, τα είχες μαζί της;”“Όχι μωρέ, φιγούρα σας πούλαγα. Σιγά τώρα η κυρία Δανάη να έριχνε το βλέμμα της σ’ ένα γυμνασιόπαιδο. Ύστερα μη ξεχνάς πως καλοκοίταζα την κόρη της και πως τότε ήμασταν αγνοί. Είχαμε αρχές, απαράβατες. Όμορφα χρόνια. Ίσως γιατί ήμασταν στην πρώτη μας τη νιότη. Θυμάσαι;με τη χρυσή της νιότης πανοπλία,το θάρρος, την ορμή, τη λεβεντιά…”απάγγειλε, τραυλίζοντας λίγο. Είχε συγκινηθεί. Και μεις άλλωστε.“Τι κάνει η Ρούλα;” θυμήθηκα“Βρίσκεται στο Λονδίνο. Ο γιος μας μπήκε στο Λόντον Σκουλ οφ Εκονόμικς και τη χρειάζεται. Οι γυναίκες σας;”“Εδώ είναι, στη διπλανή αίθουσα”“Και δεν το λέτε τόσην ώρα. Πάμε να τις δούμε”, είπε και, παραπατώντας ελαφρά, σηκώθηκε από το ταπέζι. Τον μιμηθήκαμε“Στέργιο”, λέει σε κάποιον που καθόταν εκεί κοντά, προφανώς Έλληνα συνεργάτη του, “εγώ θα πάω δίπλα με τους φίλους μου.  Δε θ’ αργήσω”Όταν αντίκρισε την Μαργαρίτα και τη Λασκαρίνα, που έμειναν άναυδες βλέποντας μας και τους τρεις, έβαλε χαρούμενες κραυγές“Βρε τα καλά μου τα κορίτσια, καλώς ορίσατε στη Μόσχα μας”πήγε κοντά τους τις αγκάλιασε και τις φίλησε στα μάγουλα, με το ρωσικό τρόπο: σταυρωτά και τρεις φορές. Είδα πως η Μαργαρίτα δυσφόρησε. Τη χτύπησε η κρασίλα και γενικά δεν τον πολυχώνευε. Δεν του έδειξε όμως τίποτα. Αντίθετα η Λασκαρίνα συμπεριφέρθηκε πιο ευπροσήγορα αλλά τον παρατηρούσε εξεταστικά, σαν κλινική περίπτωση. Στην ησυχότερη αίθουσα της δεξίωσης του συνεδρίου μιλήσαμε αρκετήν ώρα και πιο άνετα.Στην αρχή μας διηγήθηκε, με κάποιον κομπασμό,  για την επιχείρηση που είχε στήσει και που κατά τα λεγόμενά του ήταν αληθινή “αυτοκρατορία” που απλωνόταν σε πολλές πόλεις της Ρωσσίας.“Ζούμε μια περίοδο που θα κρίνει πολλά. Όχι πως θα στεριώσει εδώ κανένας καπιταλισμός δυτικού τύπου. Δεν υπάρχουν τέτοιες προϋποθέσεις. Μάλλον πάμε για οικονομία και κοινωνία λατινοαμερικανικού τύπου, που κι αυτηνής τα ψωμιά είναι λίγα.  Εδώ ισχύει το: όσα φάμε κι όσα πιούμε κι όσα …”σταμάτησε και γέλασε“Δε μπορούμε να προδικάσουμε με τα σημερινά δεδομένα τις εξελίξεις, συνέχισε. Τελικά δεν αποκλείεται να ξυπνήσει ο παροιμιώδης ρωσσικός πατριωτισμός και να΄χουμε μεγάλες εκπλήξεις”“Πες μας βρε Χρήστο”, τον ρώτησε η Μαργαρίτα, “πού πήγαν όλοι αυτοί οι καλοί, οι έντιμοι, οι γοητευτικοί άνθρωποι, που είχαμε γνωρίσει όταν είχαμε ξανάρθει το ΄85;”“Για τον περίφημο “σοβιετικό άνθρωπο” μιλάς. Ένας παραπάνω μύθος. Δεν υπήρξε ποτέ”.“Δε συμφωνώ. Οι άνθρωποι που γνωρίσαμε υπήρξαν, δεν ήταν πλάσματα της φαντασίας μας ούτε “χωριά του Ποτέμκιν”. Θυμάσαι τον ξεναγό μας το Βλαδίμιρο ή εκείνον τον ευγενέστατο καθηγητή, που γνωρίσαμε”, λέει, γυρνώντας σε μένα.“Έστω. Πάντως τέτοιοι άνθρωποι ήταν πολύ λίγοι και αποτελούσαν και τότε την εξαίρεση. Υπάρχουν και τώρα αλλά ζούνε στο περιθώριο της σημερινής κοινωνίας.  Δε βαριέσαι, οι κομμουνιστές, μπορεί να τα φέραν όλα πάνω κάτω, να γύρισαν τη χώρα μέσα έξω, όπως γυρίζεις ένα γάντι ή μια κάλτσα αλλά δεν καταφέρανε να δημιουργήσουν καινούργιους, βιώσιμους, θεσμούς. Η κοινωνία που φτιάξανε έμεινε ατελής…”“Τι γίνεται εκείνος ο Ρώσος, που μας γνώρισες στο γλέντι στο Μενίδι; Σεργκέι μου φαίνεται λεγόταν”, ρώτησε η Μαργαρίτα“Ο Γκρομώφ; Απροσάρμοστος. Δε μπόρεσε να ενσωματωθεί στη νέα κατάσταση. Τον απέλυσαν από τη θέση του και ψευτοζεί με μια μηδαμινή σύνταξη, που μόλις του φτάνει για το ενοίκιο. Και επί πλέον εξακολουθεί να είναι κομμουνιστής. Είναι με το κόμμα του Ανπίλοφ, γιατί το παλιό ΚΚΣΕ, όπως θα μάθατε, έχει διασπαστεί σε πέντε κομμάτια. Δε βαριέσαι, χαμένη υπόθεση”.“Δε μου λες Χρήστο”, δεν κρατήθηκε η Μαργαρίτα. “Χαμένες υποθέσεις είναι και η πρώτη σου γυναίκα και η Ρούλα και η κυρία Έρση; Ποιός είναι στ΄αλήθεια ο χαμένος;”Αυτός δεν πτοήθηκε, ούτε θύμωσε“Μη μου κακιώνεις βρε Μαργαρίτα γι΄ αυτά που είπα. Εσείς έχετε άλλην εμπειρία από το Κόμμα κι εμείς εδώ άλλην. Κατά κάποιον τρόπο οι Έλληνες κομμουνιστές στάθηκαν μέσα στην ατυχία τους τυχεροί. Δεν φορτώθηκαν τέτοιες κολοσσιαίες αποτυχίες. Είσαι όμως πλήρως ενήμερη βλέπω. Ποιος σου τα πρόφτασε, εκείνο το μούτρο ο Αρίστος ή ο τραγόπαπας;”“Την κυρία Έρση τη γνωρίσαμε προσωπικά στο σπίτι της Μαρίας κι αυτή μας μίλησε για την πρώτη σου γυναίκα και την κόρη σου στην Τασκένδη”.“Ώστε έτσι. Ουδέν κρυπτόν ό μη φανερόν γενήσεται, που λένε. Τι τα θέλετε βρε παιδιά. Εντάξει. Είμαι παλιοτόμαρο. Πέρασα από τη ζωή αφήνοντας ερείπια πίσω μου. Το παραδέχομαι. Αλλά να ξέρετε, δεν είμαι κακής ψυχής άνθρωπος. Νομίζετε πώς δεν πονάω σα σκέφτομαι τις γυναίκες που άφησα; Νομίζετε πως ήμουνα πάντα έτσι; Όταν βγήκα στο βουνό πίστευα πως αγωνιζόμουν για μια καλύτερη, πιο δίκαιη κοινωνία, μα σαν ήρθα εδώ στη “χώρα του σοσιαλισμού” όπως τη λέγαμε, είδα πως τέτοια κοινωνία δεν είχε δημιουργηθεί ούτε καν εδώ. Ξέρετε εσείς πώς ένοιωσα τότε;”Ξαφνικά τον είδα να δακρύζει. Ήταν τελείως μεθυσμένος. Κοίταξα τις γυναίκες και το Δημήτρη και κατόπιν τον σήκωσα, τον έπιασα από το μπράτσο και τον πήγα δίπλα, στους δικούς του. Σωριάστηκε στην καρέκλα του, αγκάλιασε τις δυο κοπέλες που τρέξαν κοντά του κι ύστερα, με θολά και κόκκινα μάτια, μου λέει ψευδίζοντας“Γειά σου ρε φιλόσοφε. Μάλλον δε θα ξαναϊδωθούμε πια. Μη με θυμόσαστε με κακία. Και να ξέρεις, εγώ δε θα σας ξεχάσω ποτέ. Κατά κάποιον τρόπο αντιπροσωπεύετε τη νιότη μου, που πήγε χαράμι”.*   *   *Την άλλη μέρα πετούσαμε για Αθήνα. Δεν ξανακούσαμε τίποτα, ούτε για το Χρήστο ούτε για τα Έπη των Αριμασπών. ΤΕΛΟΣ from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

User login