You are here
Ο κουμπαράς της κουμπάρας
Την έκφραση μας τη θύμισε τις προάλλες ο Αλέξης Τσίπρας, στις κοινές δηλώσεις που έκανε μαζί με τον Ντόναλντ Τουσκ. Εκφράζοντας τη δυσφορία του για την καθυστέρηση στο κλείσιμο της αξιολόγησης, είπε: «Και επειδή εδώ δεν παίζουμε ένα παιχνίδι όπως παίζαμε μικροί τις κουμπάρες, εδώ παίζουμε με το μέλλον ενός ολόκληρου λαού, αυτό πρέπει να σταματήσει».Πολλοί αναρωτήθηκαν πώς άραγε θα απέδωσε τη φράση ο διερμηνέας -αλλά βέβαια δεν υπάρχει λόγος να μεταφραστεί κατά λέξη μια ιδιωματική έκφραση. Ένας καλός διερμηνέας έχει κάμποσες εναλλακτικές λύσεις -ίσως το απλούστερο για τη φράση του Τσίπρα να είναι αυτό που αναφέρθηκε στη σχετική συζήτηση στη Λεξιλογία, από την οποία έχω αντλήσει κάποια πράγματα: We will not tolerate games being played at the expense of the Greek people… Όσο για το αγγλικό αντίστοιχο της έκφρασης γενικά, το «δεν παίζουμε τις κουμπάρες» μπορεί να αποδοθεί με κάτι σαν «let’s stop kidding each other», που το λέει κι ένα τραγούδι.Κατά σύμπτωση, η έκφραση είναι μία από τις 1001 εκφράσεις που εξετάζω στο βιβλίο μου «Λόγια του αέρα«, αν και εκεί τη λημματογραφώ υπό μορφή ερώτησης: «Τις κουμπάρες θα παίξουμε;» και απλώς αναφέρω την άλλη μορφή. Η ερώτηση βέβαια είναι ρητορική: υπονοεί ότι τα πράγματα είναι σοβαρά, δεν σηκώνουν επιπολαιότητες.Είτε ως ερώτηση, είτε ως δήλωση (και σε πρώτο πρόσωπο: «εγώ δεν παίζω τις κουμπάρες» = δεν αστειεύομαι) η φράση επικρίνει την ανώριμη αντιμετώπιση σοβαρών θεμάτων, αφού συγκρίνει την αντιμετώπιση αυτή όχι απλώς με ένα παιδικό παιχνίδι αλλά, επιπλέον, με ένα κατεξοχήν κοριτσίστικο παιχνίδι -βέβαια τα κορίτσια είναι σε γενικές γραμμές πολύ ωριμότερα από τα συνομήλικά τους αγόρια, αλλά αυτό η σύμβαση της πατριαρχικής κοινωνίας το προσπερνάει αγέρωχα.Στο βιβλίο μου παραθέτω και ένα απόσπασμα από λογοτεχνικό κείμενο που υπογραμμίζει την αντίθεση με την κοριτσίστικη προσέγγιση:Εγώ τις κουμπάρες δεν παίζω, είπα ξείπα δεν έχει. Ή στρώνεις με όσα συμφωνήσαμε ή σε τρώει η μαρμάγκα… μπεσαλίδικα και ξηγημένα πράματα… αντρίκειες κουβέντες.[Βασίλης Χατζηβασιλείου, Μια Κυριακή που την είπανε Τρίτη]Αλλά πώς παίζουν τις κουμπάρες;Αντιγράφω από το ποστ της Λεξιλογίας:Τα κορίτσια έπαιρναν τα ρούχα των μαμάδων τους (κρυφά συνήθως) και ντύνονταν «μεγαλίστικα». Παρίσταναν τις «κυρίες», με τα ψηλοτάκουνα της μαμάς. Πολλές φορές, για να φτιάξουν ψηλά τακούνια, έπαιρναν καρούλια και τα έδεναν κάτω από τα παπούτσια τους.Μάζευαν κομμάτια από σπασμένα πιάτα, προτιμώντας εκείνα με τα σχέδια και τα στόλιζαν πάνω σε σανίδες. Μαγείρευαν με τα αυτοσχέδια κουζινικά τους, κουτσομπόλευαν, τάιζαν τα… «μωρά τους», δηλαδή τις πάνινες κούκλες τους, έκαναν επισκέψεις η μια στην άλλη. «Καλημέρα, κυρά-κουμπάρα, τι νέα;» «Καλά, κυρα-κουμπάρα».Όλα αυτά τα έπαιζαν σε «σπιτάκια» που διαμόρφωναν κατάλληλα με ξύλα, πέτρες και … μπόλικη φαντασία, στη μικρή αυλή του σπιτιού τους ή έξω στο δρόμο της γειτονιάς, που μοσχοβολούσε βασιλικό κι ασβέστη.Προσέξτε την λέξη «σπιτάκια». Όχι τυχαία, μια παραλλαγή της έκφρασης που την έχω βρει σε κάποια συλλογή είναι «τα σπιτάκια θα παίξουμε»; Αλλά αυτή η παραλλαγή αμφιβάλλω αν ακούγεται πια. Από την άλλη, η έκφραση με τις κουμπάρες είναι ακόμα ζωντανή, παρόλο που πολύ αμφιβάλλω αν τα σημερινά κορίτσια (ή και τα χτεσινά) παίζουν το παιχνίδι αυτό. Αλλά και γάιδαρο ελάχιστοι έχουν πια κι όμως όταν εξασφαλίζονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο λένε «τον έδεσε αυτός τον γάιδαρό του».Περιέργως, στο slang.gr βρίσκω καταχωρημένη μόνο μια πολύ ειδική υποπερίπτωση χρήσης της έκφρασης, ότι είναι, λέει, ειρωνικό υπονοούμενο για ερωτική συνεύρεση -π.χ. ο Γιάννης και η Μαίρη είναι κλεισμένοι δυο ώρες στο δωμάτιο, τι κάνουνε τόση ώρα; Τι να κάνουνε, λες να παίζουν τις κουμπάρες;Ισχύει αυτή η χρήση, αλλά, επαναλαμβάνω, είναι απλώς μια ειδική υποπερίπτωση -για να ήταν πλήρες το λήμμα έπρεπε να αναφέρει και την κυριότερη χρήση.Η κουμπάρα έχει και κουμπάρο. Κουμπάρος είναι βέβαια αυτός που αλλάζει τα στέφανα κατά την τελετή του γάμου, αλλά είναι (ως προς τους γονείς του παιδιού) και εκείνος που βαφτίζει το παιδί, ο νονός -συχνά άλλωστε εκείνος ή εκείνη που παντρεύει τους γονείς γίνεται μετά και νονός/νονά στο παιδί τους. Τώρα με τον πολιτικό γάμο, κουμπάρος λέγεται ο μάρτυρας που παρευρίσκεται στην πολιτική τελετή. Η συγγένεια που προκύπτει λέγεται κουμπαριά. Οι παλιοί πολιτικοί είχαν εκατοντάδες κουμπαριές -ο Μητσοτάκης χιλιάδες..Η λέξη «κουμπάρος» είναι δάνειο από το βενετσιάνικο compare, από το λατινικό compatrem, αιτιατική του compater, συν+πατέρας δηλαδή. Δανειστήκαμε το αρσενικό, αλλά στις ρωμανικές γλώσσες ο θηλυκός τύπος διαφέρει, comare στα ιταλικά, commère στα γαλλικά. Βέβαια σήμερα η νονά λέγεται στα γαλλικά marraine (και parrain ο νονός) ενώ commère είναι η κουτσομπόλα.Πάντως, η κουμπαριά είναι σοβαρή συγγένεια στα μεσογειακά μέρη και ίσως γι’ αυτό η προσφώνηση «κουμπάρε» είναι συνηθισμένη φιλική προσφώνηση προς αγνώστους, όπως και η «φίλε» ή «αδελφέ», αν και στις μέρες μας πρέπει να ακούγεται λιγότερο, τουλάχιστον στην Ελλάδα, διοτι στην Κύπρο παροιμιωδώς οι πάντες αποκαλούν τους πάντες «κουμπάρε» και γι’ αυτό η Μεγαλόνησος λέγεται και Κουμπαρία.Ο Θέμος Κορνάρος, κομμουνιστής συγγραφέας που κυνηγήθηκε πολύ από τις αρχές, είχε το παρατσούκλι «κουμπάρος» επειδή αποκαλούσε τους πάντες «κουμπάρε». Ο Γιάννης Ρίτσος του αφιέρωσε το ποίημα «Κουμπάρε ευχαριστούμε» (δεν ξέρω αν είναι ολόκληρο εδώ).Πέρα από τη φιλική προσφώνηση, το «κουμπάρε» ή μάλλον το «ρε κουμπάρε» χρησιμοποιείται και για δήλωση «ήπιας αγανάκτησης», π.χ. «τι θα γίνει ρε κουμπάρε, θα το χαμηλώσεις να κοιμηθούμε λιγάκι;». Η οικειότητα του κουμπάρου μετριάζει κάπως την οξύτητα της φράσης που ακολουθεί. Παρόμοια μπορεί να χρησιμοποιηθεί το «ρε φίλε» ή το «ρε παλικάρι» προς νεότερους.Συμφωνα με την πονηρή παροιμία, «ο κουμπάρος την κουμπάρα δυο φορές την εβδομάδα» -φυσικά πρόκειται για συκοφαντία, αφού συνήθως ύστερα από ένα διάστημα η συχνότητα αραιώνει. Στην περίπτωση αυτή, πάντως, δεν παίζουν τις κουμπάρες.Ο κουμπαράς του τίτλου, ουδεμία σχέση έχει με την κουμπάρα, παρόλο που απλώς αλλάζει ο τόνος. Είναι άλλωστε τουρκικό δάνειο, kumbara, από μια περσική λέξη που σημαίνει «μικρό δοχείο». Μας δείχνει αυτό γι’ άλλη μια φορά ότι η ηχητική ομοιότητα πολύ συχνά παραπλανάει, αφού ούτε με το κουμπί έχει σχέση η κουμπάρα, ούτε με τον κουμπαρά.Βέβαια, επειδή κάποιοι παίζουν τις κουμπάρες, τους κουμπαράδες τους σπάσαμε και τους αδειάσαμε -αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία