You are here

Τα έπη των Αριμασπών – 24 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή τέταρτη και προτελευταία. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.Η σημερινή συνέχεια είναι το δέκατο και τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τον τίτλο «Απροσδόκητες και δυσάρεστες εξελίξεις». Σε δεκαπέντε μέρες, Μεγάλη Τρίτη, θα ολοκληρωθεί το μυθιστόρημα.Απροσδόκητες και δυσάρεστες εξελίξειςΗ δεύτερη και οριστική εξαφάνιση του Χρήστου δεν ενόχλησε τον Βελή. Στην έκδοση της  Εγκυκλοπαίδειας και του τόμου Το Άλας της Γης όλα πήγαιναν ρολόι. Όσο για τα Αριμάσπεια Έπη ο Βελής το καιρόριχνε. Κάθε τόσο προανήγγειλε δια του Σύμπαντος την προσεχή έκδοσή τους, αλλά τίποτα περισσότερο. Άριστος επιχειρηματίας, καταλάβαινε πως η αγορά δε θα μπορούσε να απορροφήσει ικανοποιητικά το Άλας της Γης και τα Έπη ταυτόχρονα. Εμείς όμως αδημονούσαμε. Θέλαμε επί τέλους να πιάσουμε στα χέρια μας τα περίφημα Έπη. Περιμένοντας πάντως πότε θα ευδοκούσε να μας δώσει την έγκρισή του, δεν κάτσαμε με σταυρωμένα χέρια. Είχαμε ήδη το μεγαλύτερο μέρος των Επών, το ταξίδι του Αριστέα, τη Γρυπομαχία και τον Ύμνο στον Απόλλωνα. Ανεξάρτητα της επαλήθευσης και παραβολής, που οπωσδήποτε θα κάναμε με το κείμενο που θα μας έδινε ο Βελής, μπορούσαμε να προχωρήσουμε. Βρήκαμε κι ένα νεαρό φιλόλογο,  πολύ σοβαρό και καταρτισμένο παιδί, που είχε μανία με τα δημοτικά τραγούδια και ο οποίος ανέλαβε να αποδόσει τα Έπη εμμέτρως σε δεκαπεντασύλλαβους. Φυσικά προσωρινά θα τον πληρώναμε ο Δημήτρης κι εγώ εξ ιδίων.Και ξαφνικά ενώ όλα έβαινον κατ’ ευχήν, συνέβη κάτι απροσδόκητο και καθοριστικό για την τύχη της Εγκυκλοπαίδειας, αλλά και πολλών συντακτών της καθώς και του περιοδικού. Αναπάντεχα πέθανε ο Βελής!Παρά τις προφυλάξεις και τα μέτρα που έπαιρνε, πήγε τελικά “από νταμπλά”, όπως τόχε προβλέψει, αλλά σε συνθήκες που οπωσδήποτε δε μπορούσε να προβλέψει, ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. Τα πράγματα εκτυλίχτηκαν τελείως ανεξέλεγκτα. Ήταν ήδη εκνευρισμένος με την καθυστέρηση του τυπογραφείου και έξω φρενών είχε στείλει τον Παντελή με το αμάξι του να φέρει στο γραφείο τα δοκίμια. Ενώ περίμενε τον οδηγό του, βράζοντας από αδημονία, του τηλεφώνησε ο χρηματιστής του ζητώντας του επειγόντως οδηγίες για το αν θά ΄πρεπε να αγοράσει ή να πουλήσει κάτι μετοχές, γιατί το ρίσκο ήταν μεγάλο, το ποσόν σοβαρό και δεν ήθελε να πάρει μόνος του πρωτοβουλίες. Ο Βελής αφού τον σκυλόβρισε από τηλεφώνου, σε έξαλλη κατάσταση πήρε το καπέλο του και ξεκίνησε για το Χρηματιστήριο με τα πόδια, χωρίς να ενημερώσει το γιατρό του, που εκείνη την ώρα χαριεντιζόταν με μιαν υπάλληλο της επιχείρησης στο διπλανό γραφείο.Δεν έφτασε ποτέ του στο Χρηματιστήριο. Ως αργά το βράδυ ψάχναμε να τον βρούμε και τελικά τον ανακαλύψαμε στο νεκροθάλαμο της Αγίας Όλγας, στη Νέα Ιωνία. Κανείς δεν μπόρεσε να μας δώσει με ακρίβεια το ιστορικό του θανάτου του. Φαίνεται πως θα έπαθε εγκεφαλικό στο δρόμο. Οι περαστικοί ή οι αστυφύλακες  θα φώναξαν το 166, που θα ήρθε ως συνήθως με καθυστέρηση. Θα τον πήγαν στο πρώτο εφημερεύον νοσοκομείο, χωρίς να υποπτεύονται περί τίνος επρόκειτο. Εκεί άγνωστος μεταξύ αγνώστων, θα άφησε την τελευταία του πνοή ολομόναχος, πάνω σε κάποιο ράντσο.Ο άθλιος θάνατος του Βελή με τάραξε και με λύπησε. Παρά τις παραξενειές και τη χοντράδα του, τον συμπαθούσα. Και οπωσδήποτε δεν του άξιζε τέτοιο τέλος. Μέσα στις σημερινές συνθήκες που επικρατούν στον τομέα των εκδόσεων, ξεχώριζε η ιδιότυπη προσωπικότητά του. Είχε μια λεβεντιά στις σχέσεις του και μια εντιμότητα στις συναλλαγες του, που δεν είναι πια δυστυχώς συνηθισμένες.Για επανόρθωση ίσως, του τρόπου του θανάτου του, η χήρα του τού ΄κανε μεγαλοπρεπή κηδεία, όπου παρευρέθηκαν πολιτικοί, καθηγητές πανεπιστημίου, εκδότες και άλλοι παράγοντες και βεβαίως ο ανεπρόκοπος ο γιος του και η πρώτη γυναίκα του, η βασίλισσα του Πάπιγκου. Ο θείος μου ήταν πολύ λυπημένος. Εκείνος είχε πολύ πιο μακρόχρονη γνωριμία με τον Βελή και είχε δεθεί μαζί του με αληθινή φιλία. Ήταν άλλωστε ένας από τους ελάχιστους επιζώντες της γενιάς του, που έφευγε κι αυτός.Με το Δημήτρη αφού αμπελοφιλοσοφήσαμε λίγο επί της ματαιότητος των εγκοσμίων γενικώς και του πλούτου ειδικώτερα, αναρωτηθήκαμε τι θα γινόταν με την απορφανισμένη επιχείρηση. Δε χρειάστηκε να περιμένουμε πολύ. Δυο μόλις μέρες μετά την κηδεία, με πρόσκληση της γυναίκας του, μαζευτήκαμε στο σαλόνι του σπιτιού του, που τώρα μου φάνηκε ανυπόφορα θλιβερό και έρημο. Η Βελήδαινα μας έδειξε τελείως διαφορετικό πρόσωπο από κείνο που ξέραμε. Μας άφησε να καταλάβουμε πως θα έκλεινε την εκδοτική επιχείρηση, μόλις ολοκληρωνόταν ο τελευταίος τόμος της Εγκυκλοπαίδειας και το Άλας της Γης. Λείπαν κάτι τεύχη ακόμα. Όσο για το περιοδικό, το Σύμπαν, θα σταματούσε αμέσως η έκδοσή του. Για τα Έπη δεν έκανε κουβέντα. Σα να μην ήξερε την ύπαρξή τους. Συζητησαμε αν θα βγάζαμε Συμπλήρωμα, μια που στα τέσσερα χρόνια που κρατάει ήδη η τελευταία έκδοση πολλά άλλαξαν και επί πλέον όταν τέλειωσε η πρoτελευταία, το ΄81, πάλι δεν είχαμε βγάλει συμπλήρωμα. Επιφυλάχθηκε να μας πει. Πάντως κατ’ αρχήν το δέχτηκε, βάζοντας μόνο περιοριστικούς όρους σε ότι αφορούσε την έκταση του (όχι περισσότερες από διακόσιες σελίδες, όσο δηλαδή το μέσο μέγεθος των προηγούμενων τόμων). Επανέφερα το θέμα των Επών υπενθυμίζοντας της ότι ο μακαρίτης είχε για πολλοστή φορά αναγγείλει από τις σελίδες του Σύμπαντος την προσεχή έκδοσή τους αλλά και πάλι φάνηκε αδιάφορη.Το κουβεντιάσαμε το βράδυ με το Δημήτρη και, πάντα αισιόδοξοι, είδαμε και την καλή πλευρά του ζητήματος. Οπωσδήποτε η Βελήδαινα δεν είχε τις προκαταλήψεις του άντρα της αναφορικά με την αρχαιότητα και ανωτερότητα των Ελλήνων και θα μας άφηνε λυμένα τα χέρια για να κάνουμε επιστημονική δουλειά. Σκεφτήκαμε να της προτείνουμε πως, αν συμφωνουσε, μπορούσαμε να αναλαμβάναμε οι δυο μας την επιμέλεια της έκδοσης. Στο πρόχειρο διάγραμμα που φτιάξαμε η έκδοση θα περιλάμβανε εκτεταμένη εισαγωγή για τον Αριστέα και για τους λαούς της Ευρασίας, όπως μας τους περιγράφουν όχι μόνο τα Έπη αλλά και άλλοι συγγραφείς, ο Ηρόδοτος, ο Στράβων, ο Πλίνιος και άλλοι. Κατόπιν θα ήταν η μετάφραση των Επών από τα αραβικά, σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο, ακολούθως το αραβικό κείμενο όπως υπάρχει στα χειρόγραφα του Χρήστου και τέλος εκτεταμένα σχόλια. Θα ήταν μια πολύ καλή δουλειά, τελείως πρωτότυπη σε παγκόσμια κλίμακα. Πιστεύαμε πως θα δεχόταν. Θα ήταν βλάκας να την απορρίψει.Το κακό είναι πως τις επόμενες βδομάδες η Βελήδαινα είχε εξαφανιστεί. Σχεδόν δεν ερχόταν στα γραφεία, αφήνοντας την Χατζηματθαίου να κάνει κουμάντο. Έτσι έμεινα με το διάγραμμα στο χέρι περιμένοντας. Επί πλέον έπεσε πολλή δουλειά, καθώς το νέο αφεντικό περιόρισε δραστικά το προσωπικό. Τελικά αποφάσισα, με το παλιό θάρρος που είχα, να πάω ένα βραδάκι να τη δω στο σπίτι της. Εκεί όμως με περίμενε η πρώτη έκπληξη. Την πρόσοψη του σπιτιού τη βρήκα τελείως παραμελημένη και σκοτεινή, το κατώφλι της πόρτας γεμάτο σκουπίδια και χορίκια και το άλλοτε απαστράπτον ρόπτρο να λείπει τελείως. Στην πραγματικότητα έλειπε ολόκληρο το σπίτι. Ένα μέτρο πίσω από την πρόσοψη, που άγνωστο γιατί δεν είχε ακόμα κατεδαφιστεί, βρήκα τις σκαλωσιές μιας μελλοντικής πολυκατοικίας. Φαίνεται πως η παλιά διάταξη, που εμπόδιζε την ανέγερση πολυορόφων κτισμάτων στην περιοχή είχε καταργηθεί ή ατονήσει, γιατί  από καιρό είχα παρατηρήσει εκεί γύρω και άλλες πολυκατοικίες, που βρίσκονταν σε διάφορα στάδια κατασκευής.Με πολλά ζόρια έμαθα τη νέα διεύθυνσή της, κάπου μεταξύ Παλαιού Ψυχικού και Φιλοθέης και πήγα την επομένη. Νέα έκπληξη, πιο δυσάρεστη με περίμενε εκεί. Το σπίτι, μια διώροφη πολυτελής μονοκατοικία με εκτεταμένο κήπο γύρω της, μου φάνηκε αληθινό φρούριο. Στην είσοδο θυροτηλεόραση και θυροτηλέφωνο, είχαν αντικαταστήσει τον καλόν εκείνο Θωμά. Όταν είπα το όνομά μου και αφού πέρασε αρκετή ώρα, άκουσα αλυσίδες και μάνταλα να χαρχαλεύουν πίσω από τη συμπαγή μεταλλική πόρτα κι ένας τύπος γορίλα με οδήγησε βλοσυρός στο γραφείο, όπου με περίμενε η Βελήδαινα.Τότε κατάλαβα πως η χήρα του Βελή, εκδηλώνοντας μεταθανατίως όλο το μίσος που είχε συσσωρεύσει μέσα της η πολύχρονη τυραννική δεσποτεία του, βάλθηκε να εξαφανίσει κάθε ίχνος του. Δεν είχε αλλάξει μόνο σπίτι. Είχε αλλάξει και όλο το προσωπικό με νέα άτομα της εκλογής της. Οι πίνακες, τα καλλιτεχνήματα και όλα τα σχετικά αντικείμενα, που γέμιζαν ασφυκτικά  το σαλόνι του παλιού σπιτιού λείπανε από το καινούργιο. Είχαν εκποιηθεί ή είχαν μεταφερθεί αλλού; Άγνωστο. Η παλαιική μεγαλοπρεπής επίπλωση είχε αντικατασταθεί με υπερμοντέρνα, αφόρητης κακογουστιάς. Το χειρότερο όμως ήταν πως όπως μου ανακοίνωσε όλα τα χαρτιά και τα βιβλία του Βελή, που βρήκε στο παλιό σπίτι, δόθηκαν για πολτοποίηση, με το κιλό! Έμεινα άναυδος.“Δώσατε για πολτοποίηση και κάτι αραβικά χειρόγραφα;” ρώτησα, ενώ είχα αρχίσει να ανάβω από το θυμό μου. “Ξέρετε είναι πολύ σημαντικά, ανεκτίμητης αξίας….”“Αγαπητέ μου, όταν μετακόμισα εδώ είπα να απαλλαγώ από κάθε περιττό βάρος. Άνοιξα νέα σελίδα όπως θα αντελήφθητε. Για τα χειρόγραφα που μου λετε δεν ξέρω τίποτα. Δε με ενημέρωνε ποτέ του ο μακαρίτης. Αν όμως είναι τόσο σημαντικά όσο ισχυρίζεστε, πάρτε το κλειδί του γραφείου του και συνεννοηθείτε με την κυρία Χατζηματθαίου. Από μένα έχετε το ελεύθερο να ψάξετε σε όλα τα χαρτιά που τυχόν βρίσκονται σ΄αυτό”.Πήρα το κλειδί που μου έδωσε και έφυγα από τη βίλα-φρούριο έξω φρενών και αποφασισμένος να μη ξαναπατήσω το πόδι μου εκεί. Στα γραφεία η Ειρήνη, που έχει εγκατασταθεί στο ιδιαίτερο του Βελή, δεν έφερε καμία ένσταση. Με βοήθησε μάλιστα και ψάξαμε μαζί, τόσο τα συρτάρια του γραφείου όσο κι ένα ντουλάπι με διάφορους φακέλους“Είναι μια δουλειά που ήθελα να κάνω από τότε που τον χάσαμε, αλλά για ευνόητους λόγους, δεν ήθελα να την προτείνω εγώ”.Τελικά σε ένα φάκελο από κείνους με κορδόνια, βρήκαμε μεταξύ άλλων άσχετων χειρογράφων, ένα πάκο δακτυλογραφημένων χαρτιών με τίτλο τα Δώρα των Υπερβορείων, καθώς και ένα και μοναδικό φύλλο από το αραβικό χειρόγραφο. Ηταν το δεύτερο που έπιανα στα χέρια μου. Η Ειρήνη η Χατζηματθαίου με άφησε να φωτοτυπήσω τη μετάφραση και να φωτογραφήσω το αρχαίο χειρόγραφο και κατόπιν κλείδωσε το φάκελο στο ντουλάπι, από όπου τον είχαμε βγάλει.Γύρισα στο σπίτι με ανάμικτα συναισθήματα και συγκάλεσα την ολομέλεια της τετράδας. Ήμασταν όλοι πολύ στεναχωρημένοι και συζητούσαμε επί ώρες, προτείνοντας ο καθένας κάποια λύση που, κατά τη γνώμη του,  θα συντελούσε στην έκδοση των Επών, γιατί καταλαβαίναμε όλοι πως χωρίς τα αραβικά χειρόγραφα ή έστω τις φωτογραφίες τους θα ήταν δύσκολο να πεισθεί κάποιος σοβαρός εκδότης για τη γνησιότητά τους. Ίσως μάλιστα να υποπτεύονταν πως τα επινοήσαμε. Εγώ ειδικά αισθανόμουν πολύ άβολα.“Λοιπόν η μόνη λύση είναι να βρούμε τη διεύθυνση του Χρήστου, να του γράψουμε αναγγέλλοντας την έκδοση των Επών και να τον παρακαλέσουμε να μας στείλει μια βεβαίωση ή μια δήλωση ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων, που να λέει ότι υπήρξαν τα αραβικά χειρόγραφα….”Τους είπα κι αμέσως κατάλαβα πως έλεγα βλακείες.“Αυτά που λες είναι ένα μάτσο παραλογισμοί, για να μην πω τίποτα βαρύτερο, μού ΄βαλε πάγο ο Δημήτρης. Πρώτον δεν έχουμε και ούτε μπορούμε να βρούμε τη διεύθυνση του Χρήστου στη Μόσχα”“Δεν είναι πια δύσκολο. Ξέρω τον ανταποκριτή των Νέων της Μόσχας στην Αθήνα, που θα μπορούσε να μας βοηθήσει”“Δεύτερο, κι αν τη βρούμε και του γράψουμε, είναι ποτέ δυνατό να δεχτεί να προβεί στην ομολογία πως έβγαλε παράνομα αυτά τα χειρόγραφα από τη χώρα στην οποία τώρα δουλεύει και διαμένει; και τρίτο και φαρμακερό, ποιος σοβαρός εκδότης θα δεχόταν να προχωρήσει στην έκδοση με μόνη εγγύηση τη διαβεβαίωση του Χρήστου ότι είχε κάποτε τα χειρόγραφα;”“Βρε τη σκρόφα τι μας έκανε”, είπα αποστομωμένος, στρέφοντας το μένος μου κατά της υπεύθυνης για την απώλεια των χειρογράφων.Μείναμε αρκετήν ώρα σωπηλοί και στεναχωρημένοι. Πάνε τα σχέδια που κάναμε και χάθηκε η δυνατότητα να δημοσιευτούν τα Έπη των Αριμασπών. Μεγάλο κρίμα.  Βέβαια δε μείναμε να κλαίμε τη μοίρα μας. Είχαμε τις δουλειές μας και ένα σωρό άλλες ασχολίες. Άλλωστε οι ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις απορρόφησαν σε λίγο όλη την προσοχή μας. Η ενοποίηση της Αριστεράς προχωρούσε με μεγάλα βήματα. Υπογράφηκε το κοινό πόρισμα και μπήκαν τα θεμέλια για τη συγκρότηση ενιαίου πολιτικού φορέα ύστερα από είκοσι, για να μην πω σαράντα, χρόνια αντιπαραθέσεων. Στην κοινή συγκέντρωση των κομμάτων της Αριστεράς στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, όπου μίλησαν ο Φλωράκης και ο Κύρκος, ένοιωσα σα να ξαναγεννιόταν το παλιό εαμικό πνεύμα. Ξαναβρέθηκα με παλιούς φίλους και συναγωνιστές, που χρόνια τώρα εμείς μεν τους στιγματίζαμε σαν “αναθεωρητές” και εκείνοι μας λοιδορούσαν σαν “δογματικούς”. Τους αντιμετωπίζαμε και μας αντιμετώπιζαν σαν αντιπάλους αν όχι σαν εχθρούς. Εμείς μαλώναμε και το ΠΑΣΟΚ έπαιρνε τους οπαδούς μας. Τώρα όλα αυτά δείχνανε πως τέλειωσαν. Μετά την Ισπανία και στην Ελλάδα η Αριστερά θα προχωρούσε ενωμένη.Αντίθετα προς την ευφορία που μας προκαλούσαν οι εσωτερικές εξελίξεις, η αντιφατική, συχνά ανεξήγητη και άλλοτε απροσδόκητη πορεία που έπαιρναν τα πράγματα στη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες μας δημιουργούσαν ερωτηματικά. Τι διάβολο γινόταν εκεί πάνω; Από πού ξεφύτρωσε το αβυσσαλέο μίσος μεταξύ Αρμένηδων και Αζέρων; Γιατί αυτή η αγριότητα του στρατού στην Τιφλίδα; Και κυρίως γιατί αυτή η παθητική στάση των εκεί κομμουνιστών;Συζητούσαμε σχεδόν καθημερινά, η Μαργαρίτα κι εγώ, τόσο με το Δημήτρη και τη Λασκαρίνα, όσο και με το Γιώργο τον Λαμπρόπουλο και τη γυναίκα του και δε βρίσκαμε άκρη. Με το Γιώργο μάλιστα καμιά φορά λογομαχούσαμε.Ο Γιώργος κατά βάθος δεν έβλεπε με καλό μάτι την ενοποίηση της Αριστεράς“Δε βλέπετε πως οι εαρινοί πάνε να δημιουργήσουν κόμμα στην καμπούρα μας;” είπε μια φορά, που τους είχαμε καλέσει, μαζί με το Δημήτρη και τη Λασκαρίνα σπίτι μας να φάμε.Η Λασκαρίνα, που είχε έρθει στο κέφι από το κρασί, σήκωσε το ποτήρι της και φώναξε“Καμπούρηδες όλου του κόσμου ενωθείτε!”Ο Γιώργος στραβομουτσούνιασε. Πιο πολύ, πιστεύω, γιατί η Ελένη ξεκαρδίστηκε με το αστείο.Του Γιώργου δεν του άρεσε ούτε ο ρόλος που έπαιξε ο Φλωράκης στην ενοποίηση της Αριστεράς. Τον θεωρούσε ενδοτικό. Κατά την άποψή του το Κόμμα είχε ανάγκη από έναν πιο αδιάλλακτο γενικό γραμματέα και οι προτιμήσεις του ήταν σαφώς υπέρ του Κωστόπουλου ή του Φαράκου. Εμείς αντίθετα τον Φλωράκη τον αγαπούσαμε για τη θυμοσοφία και την απλότητά του. Η Μαργαρίτα ειδικότερα τον αγαπούσε για καθαρά προσωπικούς λόγους.   Εύρισκε πως έμοιαζε πολύ με τον πατέρα μου (όντως), τον οποίον υπεραγαπούσε όσο ζούσε. Μόνο ο Δημήτρης είχε κάποιες επιφυλάξεις.“Καλός και άξιος και πολύ δημοφιλής αλλά δεν έχει στόφα πολιτικού ηγέτη. Ο Αντρέας τον σέρνει από τη μύτη”.“Δεν έχεις δίκιο”“Κι όμως. Πάρε για παράδειγμα την περίπτωση της εκλογής του Σαρτζετάκη ως Προέδρου της Δημοκρατίας, με όλη αυτή την αθλιότητα των δίχρωμων ψηφοδελτίων. Όφειλε να σηκωθεί και να την καταγγείλει, τονίζοντας ταυτόχρονα πως παρ΄όλα αυτά οι βουλευτές του κόμματος θα ψήφιζαν υπέρ του υποψηφίου του ΠΑΣΟΚ. Και δεν το έκανε”.Πιο πολύ βεβαίως συζητούσαμε για τις εξελίξεις στη Σοβιετική Ένωση και την πορεία της περεστρόικας. Βλέπαμε πως στα τρία χρόνια της εφαρμογής της τα πράγματα δεν πήγαιναν όπως τα είχαν σχεδιάσει. Ο Γιώργος, που από την αρχή δεν έβλεπε με καλό μάτι την περεστρόικα, άρχισε σιγά σιγά να στρέφεται κατά της σοβιετικής ηγεσίας, προβλέποντας μύρια όσα επερχόμενα κακά.“Καινούργιος Χρουστσώφ μας ξεφύτρωσε, μας έλεγε, εννοώντας τον Γκορμπατσώφ. Από σημαδεμένο άνθρωπο περιμένεις καλό;” συμπλήρωνε αναφερόμενος σε κείνο το αιμάτωμα που είχε στη φαλάκρα του.Εμείς οι υπόλοιποι τον Γκορμπατσώφ τον θεωρούσαμε ικανό και έντιμο και τον είχαμε αγαπήσει για την απλή και καθαρή γλώσσα του.“Πρώτη φορά ακούω πολιτικό να μιλάει τόσο κατανοητά και χωρίς τα καθιερωμένα κλισέ”, έλεγε η Μαργαρίτα.Μέσα σ’ όλα αυτά, μάθαμε πως ο Λεωνίδας Τουμανίδης πέθανε. Μας το ανήγγειλε ένα γράμμα της γυναίκας του, το ίδιο δυσανάγνωστο με το πρώτο, μόνο που τούτη τη φορά η Σεβαστή, φοβούμενη πως με τα ελληνικά της δε θα καταλαβαίναμε, είχε παραθέσει σε πολύ πιο ευανάγνωστα ρωσικά το θλιβερό μαντάτο: “Σύντροφοι ο Λεωνίδας μου πέθανε προχτές……”, μετέφρασε συγκινημένος ο Δημήτρης. Της γράψαμε από κοινού ένα θερμό συλλυπητήριο γράμμα και στείλαμε στο Ριζοσπάστη ένα νεκρολογικό σημείωμα μαζί με δέκα χιλιάδες δραχμές, “στη μνήμη του αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού, Λεωνίδα Τουμανίδη ή Καπετάν Ατσάλη” να το δημοσιέψει στην κυριακάτική έκδοσή του.“Ήταν ένας αγνός άνθρωπος, που εγώ τον ήξερα από παιδί αλλά οι άλλοι τον γνώρισαν πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη, πληροφόρησα το Γιώργο, που έτυχε να δει το κείμενο, πριν το στείλω στην εφημερίδα. Ήταν σταλινικός και ζαχαριαδικός, αλλά με μιαν ανιδιοτέλεια και πίστη που σε αφόπλιζαν”.Τον είδα που χαμογέλασε με ευφροσύνη και δεν κρατήθηκα“Και γω τέτοιος ήμουνα αλλά πριν από τριάντα χρόνια. Πώς όμως μπορείς να εξακολουθείς να είσαι σήμερα σταλινικός και ζαχαριαδικός όταν έχεις μάθει τα όσα γίνανε; Όταν θυμάσαι τη λεβεντιά του Άρη, την καθαρή ματιά του Πλουμπίδη ή το παιδικό γέλιο του Κώστα Καραγιώργη;” Τελικά είχαμε ειδήσεις του Χρήστου! Ο Ρούλης, ο φίλος μου ο ανταποκριτής των Νέων της Μόσχας, που τελευταία κυκλοφορούσαν και στα ελληνικά, τον οποίον συμβουλεύτηκα, μου έδωσε κάποιες διεθύνσεις. Με το Δημήτρη γράψαμε σχετικά και προ ημερών μας ήρθαν κάποιες πληροφορίες. Ο Χρήστος όπως φαίνεται είχε εξελιχθεί σε σπουδαίον επιχειρηματία, με δικά του γραφεία στη Μόσχα και παραρτήματα στο Λένινγκραντ και άλλες πόλεις!Το παιδί, ο Αναστάσης, ο νεαρός φιλόλογος που του είχαμε αναθέσει να μας αποδώσει τα Έπη σε δεκαπεντασύλλαβο, μας παράδωσε τον Ύμνο στον Απόλλωνα και τη Γρυπομαχία. Ήταν στ΄αλήθεια μια πολύ καλή δουλειά. Τελικά ο δεκαπεντασύλλαβος είναι ο γνήσιος διάδοχος του δακτυλικού εξάμετρου. Ο Αναστάσης έβαλε την ψυχή του στη δουλειά που έκανε και κατάφερε να μεταφέρει το πεζό και κάπως άτεχνο κειμένο του Χρήστου σε  μια ρωμαλέα και σχεδόν επική σύνθεση. Τον πληρώσαμε για τον κόπο του και τον ενημερώσαμε σχετικά με την αδυναμία μας να προχωρήσουμε, επί του παρόντος τουλάχιστον, στην έκδοση των Επών. Ίσως αργότερα να επιχειρούσαμε μια δικιά μας έκδοση.  from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

User login