You are here

Μνήμη Άχθου Αρούρη (1903-24.3.1977)

Συμπληρώνονται σήμερα 40 χρόνια από τον θάνατο του παππού μου, του Νίκου Δ. Σαραντάκου. Δεν είναι άγνωστος στο ιστολόγιο: έχω παρουσιάσει πολλά ποιήματά του και, κυρίως, πριν από 2-3 χρόνια δημοσίευσα σε συνέχειες το βιβλίο που έγραψε για τον παππού μου ο πατέρας μου, το «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης». Θέλω λοιπόν να κάνω σήμερα ένα μνημόσυνο στον Άχθο Αρούρη.Αν είστε νεοφερμένοι στο ιστολόγιο, Άχθος Αρούρης είναι το λογοτεχνικό ψευδώνυμο που είχε ο παππούς μου προπολεμικά στη Μυτιλήνη. Η έκφραση «άχθος αρούρης» είναι ομηρική (Ιλιάδα Σ 104) και θα πει «βάρος της γης», παναπεί άχρηστος άνθρωπος. Να σημειώσουμε ωστόσο ότι ενώ στον Όμηρο η λέξη «άχθος» είναι βεβαίως ουδέτερο ουσιαστικό, ο παππούς το χρησιμοποιούσε σαν αρσενικό όνομα, άρα κλίνεται «Ο Άχθος, του Άχθου, τον Άχθο, ω Άχτε» -κάποτε και «ο Άχτος», από ειρωνικό υπερδημοτικισμό.Από τον παππού μου επηρεάστηκα πολύ και πήρα πολλά πέρα από όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο (και αριθμό φορολογικού μητρώου, και είχα τραβήγματα με την εφορία, αλλά χαλάλι). Μερικές φορές, στο παρελθόν, δανείστηκα και το ψευδώνυμό του, αλλά το μετάνιωσα. Ο παππούς με αυτό το έξοχο ψευδώνυμο δημοσίευε ποιήματά του σε εφημερίδες της Μυτιλήνης και της Αθήνας προπολεμικά. Συλλογή τυπωμένη δεν αξιώθηκε να δει, ετοίμαζε μία όταν τον βρήκε ο καρκίνος και μας τον πήρε. Την τύπωσαν οι δικοί μου μεταθανατίως κι έχει ποιήματα «Της Κατοχής και του Στρατόπεδου.»Το προοίμιο του βιβλίου αυτού είναι το ποίημά του «Η προσευχή του ταπεινού», που παίρνει ίσως έμπνευση από το ομότιτλο ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου αλλά δεν το παρωδεί καθόλου.Η προσευχή του ταπεινούΕλέησόν με ο Θεός, κατά το μέγα ελεός σουέτσι που εύσπλαχνα ελεείς κάθε πιστό σου.Δεν είμαι τάχατες κι εγώ εικόνα και ομοίωσητου πάνσεπτου προσώπου σου με την κατάσπρη γενειάδακαι με το δίκιο μου, υποθέτω, σου ζητώμια κάποια λογικήν αποζημίωσηέτσι που στάθηκα πιστός μες στων δακρύων την κοιλάδα.Ουράνιες δε ζητώ χαρές, αλλά στον κόσμο τον απτόζητώ να βρουν οι κόποι μου δικαίωση.Τι να την κάνω τη διαβεβαίωσημιανής ανέφελης ζωής στου Παραδείσου τη χλιδή,αφού τη σήμερον πεινώ και χαραμίζω τη ζωή μουσε μιας ανέκφραστης μιζέριας το μαράζι.Θεούλη μου σε βεβαιώ δεν με πειράζειτην κουρασμένη αν πάρει ο διάβολος ψυχή μουαρκεί το μαύρο μάτι μου χαρούμενο να δειδυο τρεις αυγούλες ροδαλές, ήλιο και φως αληθινόκαι τη χαρά να τη χαρεί κάτω απ’ τον γήινο ουρανό.Τα περισσά εκ του πονηρού εστίν, καθώς το λες.(Μυτιλήνη, 1936. Περιλαμβάνεται σαν πρόλογος στη συλλογή Της Κατοχής και του Στρατόπεδου)Πέρα από τα ποιήματα της συλλογής αυτής, τα άλλα ποιήματα του παππού μου έμειναν σκόρπια. Κάποια λίγα δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες, κι άλλα εντελώς ανέκδοτα. Ευτυχώς ο πατέρας μου, ο Δημήτρης Σαραντάκος, αξιώθηκε στη δεκαετία του 90 να γράψει τη μυθιστορηματική βιογραφία του παππού, ένα θαυμάσιο (δεν είμαι αμερόληπτος) βιβλίο όπου μεταξύ άλλων συγκέντρωσε πολλά από τα σκόρπια αυτά ποιήματα -πρόκειται για το βιβλίο που παρουσιάσαμε εδώ. Το εξώφυλλο του βιβλίου διασώζει μια νεανική φωτογραφία του ποιητή.Ένα από τα πρώτα ποιήματα του παππού μου είναι «Η κάσα»Όγκος βαρύς κι ασήκωτος τ’ αφέντη μας η κάσα,με ζηλεμένονε παρά σε στήθια σιδερένια.Κι ανοιγοκλεί με σφυριχτήν -σα δουλευτής- ανάσακι ο αφέντης τής χαμογελά με σεβασμό κι ευγένεια.Από μαντέμι δυνατό κι αστραφτερόν ατσάλι-Το μέταλλο που φτιάνουνε της φυλακής τους κρίκους-Σαν το καλύβι ενού φτωχού, μπορεί και πιο μεγάληκαι ξεπερνά σ’ αχορταγιά τους πεινασμένους Λύκους!Κι όταν σχολάσουμ’ όλοι εμείς και μείνει αυτός μονάχοςστην κάσα δίπλα στέκεται και τηνε καμαρώνει.Σίδερο η κάσσα, μα κι αυτός μπετόν, ατσάλι, βράχοςκι ανθρώπινο ό,τι τούμεινε μέσα της το κλειδώνει.Κρύβει τ’ αργάτη τον ιδρό, τον κάματο τ’ αγρότηκρύβει το δάκρυ τ’ ορφανού, το στεναγμό της χήραςτου ναύτη τον καρδιοσωμό, το γαίμα του στρατιώτηκαι της γυναίκας την τιμή και την τιμή της λίρας.Εδώ τόλμησα να συνενώσω δυο διαφορετικές παραλλαγές του ποιήματος, με τρεις στροφές η καθεμιά, που διαφέρανε στη μεσαία στροφή. Η μια παραλλαγή δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό αριστερό (τροτσκιστικό) περιοδικό Νέα Επιθεώρηση, τεύχος 10, Οκτώβριος 1928, που το έβγαζε με το ψευδώνυμο Αντρέας Ζεβγάς ο κύπριος Αιμίλιος Χουρμούζιος, που επρόκειτο να γίνει πασίγνωστος αρχισυντάκτης της Καθημερινής και μεγάλη προσωπικότητα της πολιτιστικής ζωής.Το ποίημα υπογράφεται από τον «Ηρόστρατο», ψευδώνυμο που δεν νομίζω να το έχει χρησιμοποιήσει ξανά ο παππους μου. Χαρακτηριστικό είναι πως στη στήλη της αλληλογραφίας, ο Χουρμούζιος μαλώνει ευγενικά τον ποιητή: Αφού δεν υπογράφετε, γιατί δεν χρησιμοποιείτε ένα φιλολογικό ψευδώνυμο; Τα τέτοια εμείς δεν τα συνηθίζομε. Γιατί, και με το δίκιο τους, θα μπορούσαν αύριο να μας παρουσιαστούν ψευδώνυμα καθώς: Αρταξέρξης, Μέγας Αλέξανδρος ή και… «Πονεμένη καρδιά» κτλ. Φυλάξαμε το τραγούδι σας. Φαντάζομαι λέγοντας ‘φιλολογικό’ ψευδώνυμο θα εννοεί ένα ψευδώνυμο με ονοματεπώνυμο, όπως συνήθιζαν οι ποιητές. Τελικά, ο Ν.Σ. υιοθέτησε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης που «μοιάζει» με ονοματεπώνυμο.Η ίδια παραλλαγή του ποιήματος, με ελάχιστες διαφορές κυρίως στην τρίτη στροφή, δημοσιεύτηκε, αυτή τη φορά υπογραμμένο από το πραγματικό όνομα του ποιητή στην έκδοση Φιλολογική Πρωτοχρονιά που κυκλοφόρησε το 1931 στην Πόλη με επιμέλεια Αβραάμ Παπάζογλου, που κι αυτός μάς έχει απασχολήσει στο ιστολόγιο -μικρός ο κόσμος!Ο Νίκος Σαραντάκος γεννήθηκε το 1903 στο χωριό Γέρμα της επαρχίας Οιτύλου του νομού Λακωνίας. Όταν ήταν μικρός η οικογένειά του μετακόμισε στον Πειραιά. Τελειώνει το γυμνάσιο και, σε ηλικία 15 χρονών, πιάνει δουλειά στην Εμπορική Τράπεζα. Παρακολούθησε μαθήματα στη Φιλοσοφική χωρίς να πάρει πτυχίο και συνέχισε ως τραπεζικός υπάλληλος, τελικά στην Αγροτική Τράπεζα. Σε μια μετάθεση στη Μυτιλήνη γνώρισε την Ελένη Μυρογιάννη, επίσης ποιήτρια, την παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στο νησί, όπου συμμετείχε ενεργά στην πνευματική κίνηση που έμεινε γνωστή με το όνομα Λεσβιακή άνοιξη.Ο παππούς είχε ταλέντο να φτιάχνει, κατά παραγγελίαν ενίοτε, ποιήματα στο στυλ γνωστών ποιητών, σολωμικά, παλαμικά, βαρναλικά ή καβαφικά. Ιδού ένα βαρναλικό, Ο εργοστασιάρχης στον Παράδεισο, που δημοσιεύτηκε στον Τρίβολο, τη σατιρική εφημερίδα του Στρατή Παπανικόλα στη Μυτιλήνη, στις 23-6-1933. (Σκεφτείτε ότι η Μυτιλήνη του μεσοπολέμου μπορούσε να συντηρήσει όχι μόνο άφθονες καθημερινές εφημερίδες, αλλά και εβδομαδιαία σατιρική-φιλολογική!).Ο εργοστασιάρχης στον Παράδεισο‘Αη Πέτρο! βγάλ’ το καντινάτσο,τράβα την πόρτα στα καρούλιακι άνοιχ’ τη διάπλατη να μπω.Συγχωροχάρτια φέρνω μάτσογια φαγωμένα μεροδούλιακι ό,τι σημάδι μου θαμπότο καθαρίσαν οι παπάδεςμε λειτουργιές και με λαμπάδες.Κι αν έκανα σα νέος τρέλεςκι αν παραγλέντησα με νιες,(δεν είμαστε όλοι μας Χριστοί)λογάριασε πόσες κοπέλεςπου τσ’ είχα «μεταχειριστεί»τις βόλεψα με προξενιέςκι έδωκα προίκα μετρητήσ’ αυτές και στον προξενητή.Έκανα κάμποσα καλάστη ζήση μου την περασμένηκαι τώρα πού’ ρθα εδώ ψηλάμε γέλιο καλωσόρισέ μεψήσε καφέ και κέρασέ με,κι αφού πια τίποτα δε μένειΑη Πέτρο, βγαλ’ το καντινάτσοστο πλάι του Χριστού να κάτσω.(Τρίβολος, 23.6.1933)Το προηγούμενο ήταν μίμηση ύφους, à la manière de…, ας δούμε τώρα και μια κανονική παρωδία (ή ίσως παράφραση) του παππού, το Τραγούδι του Γρηγόρη, πάνω στο Τραγούδι του αργαλειού του Εφταλιώτη. Γρηγόρη είχε βγάλει ο παπούς το πρώτο του αυτοκίνητο, ένα μετασκευασμένο αγγλικό τζιπ, που δεν έπιανε πάνω από πενήντα, αλλά έφτανε και με το παραπάνω για να μας πηγαίνει στο Ξυλόκαστρο ή στο Τολό τα καλοκαίρια.Το τραγούδι του ΓρηγόρηΠέτα Γρηγόρη μου, γοργέ, στις τέσσερίς σου ρόδεςπάμε σε μέρος χλοερό, ηλιόλουστο κι ευώδες.Γρίτσι-γρίτσι κάνει η σούσταγρίτσι φτάσαμε στου Κούστα.Πέτα τρελλά κι ας κοσκινά λιγάκι το τιμόνιη σύζυγος στο πλάι μου γρινιάζει και θυμώνειΝτράγκα-ντρούγκου η λαμαρίνααχ και βαχ και λίγη γρίνα.Ρούφα βενζίνα, μέθυσε και πιάσε τα σαράντακι άμα σε φτάνει φορτηγό, τραβήξου προς την μπάντανα θυμάσαι απ’ όλα πάνωchi va piano, va lontano!Πέτα και δείξε πως σωστά σε βάφτισα Γρηγόρημονάχα στον ανήφορο θα βρεις λιγάκι ζόρικι όπου δεν τα βγάζεις πέραβάλε τρίτη και δευτέρα.Τώρα που οι δρόμοι γίνανε καινούργιοι μη φοβάσαι.Ταχύτητες διαστημικές άμα σ’ αρέσει πιάσε.Γίνου πύραυλος και πέτα.Τα πενήντα πέρασέ τα.1964Κι άλλο ένα για τον Γρηγόρη, πάνω στο πατρόν του ποιήματος «Διονύσου πλους», που είναι το αριστούργημα της καθαρευουσιάνικης ποίησης. Ο τίτλος, φυσικά, «Γρηγορίου πλους».ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΛΟΥΣ (το πρωτότυπο εδώ)Η έκτασις της αχανούςοδού πλήρης χωμάτωνπεσόντων εκ τινος πρανούςκι ήτανε να σου φύγει ο νουςο ρους των οχημάτων.Παράφρων κίνησις οργά.Είν’ κόλασις ο δρόμος,κανείς δεν πήγαινε σιγά,ιδίως κάτι φορτηγά…Καθένα λαιμητόμος.Κι οι λιμουζίνες! εις αυτάςσυνήθως επιβαίνεικάποιος θρασύτατος λεφτάς,δεν ξέρεις πού τις συναντάςκαι τι σε περιμένειΈτερος κίνδυνος σοβείεκ μέρους των διτρόχωνπου κάνουνε την παλαβήκαι τρέχουν όλοι σα στραβοίμετ’ ελιγμών αστόχων.Κι οι βοθρατζήδες;Εξ αυτών οι κίνδυνοι είναι τόσοι!Με είκοσι τόνους οχετώννα μακαρίζεις εαυτόναν μόνο σε σκοτώσει…Προς παραλίας και βουνάκαι προς δασώδεις νάπαςο κόσμος όλος ξεκινάκι αλίμονο όταν κυβερνάτιμόνι κάθε μάπας.Καθένας πιάνει το βολάνκαι προχωρεί με θάρρος.Εδώ συστάσεις δε φελάνκαι τ’ αυτοκίνητα κυλάνκαι όποιον πάρει ο χάρος.Αλλος μπελάς είν’ οι πεζοίκαθώς περνούν καθέτωςκι αν είναι κάμποσο χαζοί«να ζει κανείς ή να μη ζει;»ρωτιέσαι σαν Αμλέτος.Ην ο Γρηγόρης στερεόςκι ο κυβερνήτης τούτουείναι ως γνωστόν «μάνας υιός»σωφέρ εκτάκτως δεξιόςκι είχε παντού το νού του.Ουχ’ ήττον τούτο δεν αρκείστων οδηγών τη φάρα,-που ’ναι συνήθως νευρικοί-Κίνδυνον κρύπτει διαρκήτων άλλων η τρελάρα.Πλην ο Γρηγόρης αψηφώντο φάσμα των κινδύνωνβενζίνην λαίμαργα ροφώνορμά -ταχύτατος τυφών-τον δρόμον καταπίνων.Βέλος ιπτάμενον θαρρείς,περνά τα τριανταπέντε!— Ζορίσου κι άλλο να χαρείςείν’ ηδονή να προχωρείςpericolosamenteΘα ήταν παράλειψη να κλείσουμε τις μιμήσεις ύφους χωρίς να βάλουμε μια καβαφική μίμηση. Ο παππούς αγαπούσε πολύ τον Καβάφη και ήταν από τους πρώτους που είχαν εισάξει (σικ, ρε) τα μονόφυλλά του στη Μυτιλήνη στη δεκαετία του 20 (το όνομά του υπάρχει στον κατάλογο παραληπτών που έχει εκδώσει ο Γ.Π. Σαββίδης). Έγραψε κάμποσες καβαφικές μιμήσεις, δυο από τις οποίες έχουν συμπεριληφθεί στη σχετική «ανθολογία» του Δημ. Δασκαλόπουλου (Παρωδίες καβαφικών ποιημάτων 1917-1997). Εδώ βάζω μια τρίτη:Του πλουΈν ποίημα θα σου ’γραφα του πλουδια στίχου όσον ένεστιν απλούχωρίς παρομοιώσεις και παρόμοια.Αλλ’ είχεν τρικυμίαν εις τον πλουν.Το κύμα ορύσσει χάος πολλαπλούντης σκύλλης και χαρύβδεως τα στόμια.Και τρέμων προ κινδύνου φανερούπρο αμειλίκτου αληθώς καιρούτων ποιημάτων παραιτώ τα σχέδια.Της σκέψεως εκτρέπεται ο ρουςκαι των κυμάτων βλέπων τους αφρούςDivina, εθυμήθηκα, Comedia.Άχτος ΑρούρηςΔημοσιεύτηκε στο φ. 93 του Τρίβολου (13.10.33).Ο παπούς ήταν μαρξιστής και επικούρειος και δεν τα είχε πολύ καλά με τον χριστιανισμό -παραμονές Χριστουγέννων του 1939 έγραψε τη Γέννησι.Γέννησις‘Εξω βαριά, μονότονα κι επίμονα χτυπά η βροχήστους τσίγκους των καταστημάτων.Και σα βουβό παράπονο μέσ’ στην καρδιά μας αντηχείπου άγνωστος φόβος της κρατά δεμένη κάθε της πτυχήκι είναι σπηλιά κακοποιών και βάρβαρων πνευμάτων.Ανίσχυρο το λογικό -κρίση, συνείδηση και νους-ζητεί να μάθει την αιτίαπου μας κρατάει στην ερμιά του ψυχικού μας αχανούςπου μας κρατάει σκοτεινούς, βασανισμένους, ταπεινούςγεμάτους ζόφο και νυχτιά και θλίψη και σκοτία.Τάχατες τ’ άλλα πλάσματα, που η σκέψη δεν τα τυραννάδεν τα βαραίνει σαν κατάρα,νοιώθουν το ίδιο σαν εμάς τον αδυσώπητο βραχνάή τάχα πέφτουν ήσυχα να κοιμηθούν μ’ όνειρα αγνάχωρίς καμιά τον ύπνο τους να τον ταράζει αντάρα;Χριστέ, γιατί γεννήθηκες μες στου χειμώνα την καρδιάκαι τέτοια δίδαξες θρησκεία;Προτού να ρθεις εμοιάζαμε ξέγνοιαστα κι άταχτα παιδιάκι ήταν η ζήση μας απλή, με φως γεμάτη κι ομορφιάκι απ’ την ψυχή μας άγνωστη και ξένη η αμαρτία.‘Ο,τι κι αν κάναμε κακό, ήταν απλό και φυσικόκι όμοιοι μας ήταν κι οι θεοί μας.‘Ηταν ανθρώπινοι θεοί, με τίποτα το θεϊκόπου μας γελούσαν στοργικά, που συγχωρούσαν το κακόκι ήτανε πάντα μέσα μας και πάντοτε μαζί μας.Μα εσύ τους έδιωξες αυτούς, τους πρόσχαρους, τους αφελείςθεούς, που μας πονούσαν τόσοκαι ξέσκισες τους νόμους μας, τους ανθρωπίνους κι ατελείς,νόμους ωστόσο μιας ζωής, γλυκιάς και διάφανης κι απλήςκαι μάρανες την ηδονή, την άνοιξη, τη δρόσο.Από τα βάθη του αχανούς, του ακατανόητου ουρανούμια φοβερή έφερες εικόναενός ανάλγητου θεού, σκληρού, στυγνού και σκοτεινούκι είπες πως είν’ αμάρτημα και το τραγούδι του πτηνούκαι της κοπέλας τ’ όνειρο, κι η μυρουδιά του ανθώνα.Νόμους εθέσπισες σκληρούς με τη στυγνή σου διδαχήκαι σκότωσες την ευτυχία.Απάρνηση κάθε χαράς, σκοτάδια μέσα στην ψυχή,κάθε χαμόγελο γλυκό, κάθε χαρούλα μας φτωχήείναι θανάσιμο κακό και ρύπος κι αμαρτία.Ποτές δε χάρηκες το φως. Σε θέλγαν πάντα τα κεριάκαι των ναών σου το ημίφως.Οι προσευχές σου ψάλλονται με μια κατάνυξη βαριά.Δεν χάρισες στον άνθρωπο ούτε μια στάλα λευτεριάκαι οι πιστοί σου ήθελες νάχουμε δούλων ήθος.Κι όπως γεννήθηκες Χριστέ μες στου χειμώνα την καρδιάπου σύμβολο στη σκοτεινή σου στάθηκε θρησκεία,για να πεθάνεις διάλεξες κάποια χαρούμενη βραδυάκι ερύπανες της άνοιξης τη ζωογόνα ευωδιάμε του φριχτού σου λιβανιού τη δυσωδία.(Σάμος, 24.12.1937)Γενικότερα όμως ήταν εικονοκλάστης -αν και δημοτικιστής, ας πούμε, δεν είχε σε εκτίμηση τον Γιάννη τον Ψυχάρη, και είχε γράψει και γι’ αυτόν ένα ‘Ασεβο ποίημα.ΆσεβοΌπως πολύ συχνά μια κάποια λέξηαπό κουβέντα δυο αγνώστων διαβατών,που άρπαξε τ’ αυτί σου έτσι από έξη,κλεφτά και φευγαλέα, δυνατόννα σου θυμίσει κάμποσα δικά σου,βάσανα, πόθους, όνειρα ή ελπίδεςή κάποια γεγονότα ξεχασμένα,κάτι που κάποτ’ άκουσες και είδες, έτσι προχτές κι εμένατου Γεναριού που μ’ έδερνε το ψύχοςμου θύμισε… τον Γιάννη τον Ψυχάρη…πάει κι αυτός, εσβύστηκεν ησύχωςχωρίς καλά να πάρουμε χαμπάρι.Το έργο του ολάκερο, μια μπλόφαπου σήμερα κανένας δεν τη χάβει,υποχωρεί και χάνεται και λιώνει,σα μια ντομάτα πούπεσε απ’ την κόφατην προσοχή λαθούσα του μανάβη.Την πάτησαν, ετρέξαν τα ζουμιά της,λέρωσαν ένα φίνο παντελόνικαι κόντεψε να σκοτωθεί, σκούζων αράςγλυστρώντας πα σε δαύτη ένας διαβάτης.Τέλος… ας τύχει γαίας ελαφράς.(Στερνογραψιά. Ετούτο μου το πήμα το διάβασε ο Κίμος ο Μιχαηλίδης και τόπε «άσεβο». ‘Ισα ίσα που μου χρειαζότανε τίτλος για δαύτο και πονοκεφάλιαζα να τον βρω. Ξέρω πως ο διαφεντής του Τρίβολα θάχει την ίδια γνώμη, καθώς και κάμποσοι διαβαστάδες. Μα ποιός τους λογαριάζει.) Τρίβολος, Μυτιλήνη 26.2.1937Φυσικά, το υστερόγραφο παρωδεί το ύφος των ακραίων δημοτικιστών.Από τη Μυτιλήνη έφυγε κυνηγημένος μετά τον πόλεμο και δεν ήθελε να ξαναγυρίσει. Στο μεταξύ αλληλογραφούσε με τους εκεί φίλους, πάντοτε έμμετρα. Αντιγράφω εδώ την αρχή μιας επιστολής προς τον Ασημάκη Πανσέληνο:Νίκος Ασημάκη, Χαίρεινέτσι πάσχισα ν’ αρχίσω το παρόν, αλλά που νά’ βρωκάποια λέξη να ταιριάζει. Λέξη λήγουσα εις -έρινδίχως νάναι τραβηγμένη κατά τρόπον προφανήδίχως νάχει χάλι μαύρομα και δίχως να θυμίζει Καζαντζάκην ή Σεφέρην.Νάμουν μπάρεμ απ’ την Κύπρο, να κοτσάριζα το νισ’ όποια λέξη μού βολούσε: το πουγγίν και το κεμέριν,το κουκίν και το ρεβύθιν, το ψωμίν και το μαχαίριν.Έτσι πάσχιζα ν’ αρχίσω…Και πασχίζων έχω γράψει τόσους στίχους. Τι να κάμωτόσους στίχους, να τους σκίσω και να τους πετάξω χάμω;Στα σκουπίδια τόσοι στίχοι; Τους πετάνε; Δώσε βάση.Προτιμώ να συνεχίσω.Κι ό,τι βρέξει ας κατεβάσει.(….)Και αποσπάσματα μιας άλλης έμμετρης επιστολής προς τον Μυτιληνιό ποιητή Στρατή Αναστασέλλη, όπου μεταξύ άλλων τον μαλώνει επειδή είχε εγκαταλείψει τον παραδοσιακό στίχο στα ποιήματά του.Προς Στρατή Αναστασέλλη«Το δάκρυ μου γαρύφαλλο κνικάτο»για σένα αρή Βλουτίνα Γιαπρακάδενα,           [ψευδώνυμο του Αναστασέλλη]που αλί σου αν βρισκόμουν αφτού κάτωΒαριά μαγγούρα πάνω σου θα κράδαινακι ίσως καμιά γερή να σου βαρούσαπου άφησες την παράδοση στην πάντακαι στη μοντέρνα κόλλησες τη Μούσαπου έχει για το λεφούσι μιαν αβάντανα γράφονται σε δυο λεφτάολάκερα κατεβατά.Μα συ που δεν ανήκεις στο λεφούσι,συ που συναγελάστηκες τη Μούσηαπό παιδί (τη Μούση τη γνησία)πώς έγινε και τώρα την κοπάνησεςκι οι στίχοι σου αράδες έχουν άνισεςκι είν’ δίχως ομοιοκαταληξία;Συ που’ σαι τόσο μερακλήςστο μέτρο και στη ρίμαγιατί την τέχνη ν’ αμελείς;Γιατί τ’ αυτιά σου να τα κλειςστην Αρμονία; Κρίμα!…Λοιπόν Στρατή αδερφέ μου υγιαίνωκι υγείαν δι’ υμάς επιθυμώ.Στο Παλιό Φάληρο, όπως πάντοτε, διαμένωστον ίδιο δρόμο, ίδιον αριθμό,(‘Ηβης 101 δηλονότι).Είμαι παπούς στον κύβο (τρία εγγόνια),στα εβδομήντα μπαίνω σε δυο χρόνια-βρίσκομαι δηλαδή στην τρίτη νιότη.Συνταξιούχος μεν, τεμπέλης όχιπερί πολλά τυρβάζω,-δουλεύω, γράφω στίχους και διαβάζω-κι επιφυλάσσομαι να κάτσω σε μια κόχηόταν καμμιά φορά γεράσω -συν θεώ-μ’ αυτό θ’ αργήσει να γενεί. Σε βεβαιώ.Νοέμβριος 1971.Ένα ποίημα του παππού, ανάμνηση της Κατοχής, που είχε βραβευτεί και μεταδοθεί από την ελληνική εκπομπή του σταθμού της Μόσχας:Εφτά χρονώ‘Ηταν μικρός, εφτά χρονώ, σαν ήρθε η κατοχή,στην πρώτη τάξη… κι έλεγες πως δεν θα νοιώθει ακόμα.‘Ομως το μίσος που έκρυβε για τον εχθρό η ψυχήπώς χώραγε σε τοσοδούλι σώμα;Τον Ούννο καθώς κοίταζε, που εμόλυνε τη γηςκαβάλα σε διαβολικά σιδερικά θανάτουγινόταν όλος σύσπαση ανήμπορης οργήςκι άβυσσος ήταν η ματιά του.Πληθαίναν γύρω τα δεσμά, τα πτώματα κι οι τάφοι.Το σχήμα μιας εκδίκησης παίρναν σιγά τα μίση.Κι ήταν μικρός… Να μπόραγε συνθήματα να γράφει…Να δοκιμάσει τάχα…; Να τολμήσει…;Τον ήβρε η σφαίρα ώς πάσκιζε τα γράμματα να φτάσειόσο μπορούσε πιο ψηλά. Κι απόμεινε μισή,σα μια κατάρα, που ακλουθά πέρ’ απ’ τον τάφο η φράση:ΤΣΕΚΟΥΡΙ ΚΑΙ ΚΡΕΜΑΛΑ ΣΤΟΥΣ ΦΑΣΙ…Κι ένα ακόμα της Κατοχής, για τον γέρο ΦριτςΟ γέρο ΦριτςΣτου λιμανιού το μαγαζί που κάθε δειλινόσμίγαμε για κανα ρακί και για κουβεντολόιείχαμε μουσαφίρη κάποιον Γερμανόμ’ άσπρο μαλλί στον κρόταφο, μάλλον κοντό στο μπόι.Μας κοίταε με χαμόγελο, μα τόσο πονεμένοπου, άθελα, τον λυπόμασταν. Δε θά’ τανε ΝαζίΠοιος ξέρει πώς τον είχανε το δόλιο στρατευμένο…κι όταν μπορούσε ξέφευγε, νά’ ναι με μας μαζί.Έτσι σε λίγο σ’ όλους μας έγινε συμπαθής.‘Ηταν σεμνός, καλόβολος, σαν άνθρωπος εντάξει.Μίλαγες μπρος του λεύτερα χωρίς να φοβηθείςπως είναι δυνατόν να σε πειράξει.Αλλά κι ο Φριτς, ο γερο-Φριτς (θα τά’ χε τα σαράντα)επήρε θάρρος γρήγορα και μας εμπιστευότανκι αφήνοντας κάθε επιφυλαξη στην πάνταμε κάτι σκοτωμένα ελληνικά μας εδιηγόταν:— Εγώ, άλλο πόλεμο Σολντάτ. Σάιζε πόλεμος. Νιξ γκουτετούτο, πάλι, πόλεμο, πάλι σολντάτ εμένα.Βίλελμ, εμένα γιο μου, Στάλινγκραντ καπούτΧωριό μου μπόμπες όλο σκοτωμένα!Κι έβγαζε ο δόλιος τ’ άχτι του: Πόλεμο, Χίτλερ, Σάιζε!(αυτή’ ναι η λέξη του Καμπρόν στη γλώσσα τη γερμανική)Εμείς τον σιγοντάραμε και τον κερνούσαμε ρακίκι ο Μιχαλιός ο κάπελας μεζέδες τον ετάιζε.Κάποτε ο Φριτς εχάθηκε και μάθαμε κατόπι.Τον τουφεκίσαν οι Ναζήδες για δειλία.Τι γύρευε ο φτωχός; Λίγη Φιλία…!Μα ήταν κι ανάμεσά μας παλιανθρώποι.Το 1976 ξαφνικά (προαίσθημα;) ο παππούς έκανε πρώτα ένα ταξίδι στη γενέθλια Μάνη (την οποία είχε να δει από το 1933) και μετά άλλο ένα στη Μυτιλήνη. Γύρισε με πυρετό και μέσα σε λίγους μήνες είχε φύγει -σαν σήμερα πριν από σαράντα χρόνια… from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

User login