You are here

Το καριοφίλι του τσολιά

Συμπληρώνονται σήμερα 196 χρόνια από την έναρξη της επανάστασης του 1821 στην Καλαμάτα, στις 23 Μαρτίου του 1821, οπότε είπα να βάλω ένα άρθρο σχετικό με την επέτειο, που κοντεύει να περάσει απαρατήρητη, εννοώ στο ιστολόγιο. Ταυτόχρονα βέβαια προβοκάρω, διότι το θέμα αυτό -δηλαδή τον εθνικό μύθο σχετικά με την υποτιθέμενη κήρυξη της επανάστασης στις 25 Μαρτίου από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας- είναι επόμενο να προκαλέσει αντιπαράθεση, οπότε δεν είναι σωστό να το προσπερνάω έτσι αγέρωχα.Ωστόσο, το σημερινό μου άρθρο είναι καθαρά λεξιλογικό και μάλιστα η μία από τις δύο λέξεις του τίτλου δεν έχει σχέση με τον ξεσηκωμό του 1821. Στην πραγματικότητα, το σημερινό άρθρο αποτελεί αφενός επανάληψη τμημάτων ενός παλιότερου άρθρου για τη λέξη «τσολιάς», με νέα επεξεργασία ώστε να δοθεί έμφαση στη χρονολόγηση της λέξης, και αφετέρου συνόψιση συζητήσεων για την ετυμολογία του καριοφιλιού. Εκτός από τα άλλα, οι δυο αυτές λέξεις έχουν και ένα ακόμα κοινό στοιχείο: τις ανέφερε πρόσφατα η «ετυμολογική» εκπομπή «Από πού κρατάει η σκούφια μας;» του Παύλου Μεθενίτη στον σταθμό Κόκκινο κάνοντας κατά τη γνώμη μου κάποια λάθη (συγγνωστά ωστόσο) στην ετυμολογία.Και ξεκινάμε με τον τσολιά.Δοξασμένοι στην Αλβανία και παρόλο που το όνομά τους λερώθηκε στην κατοχή με τους ταγματασφαλίτες-γερμανοτσολιάδες, οι τσολιάδες εξακολουθούν να έχουν μεγάλη λαϊκή εκτίμηση, που έχει αποτυπωθεί και στη γλώσσα. Κάποτε το πρότυπο του λεβέντη νέου με την ωραία κορμοστασιά ήταν «τσολιάς στ’ ανάκτορα», αλλά «τσολιάς» λέγεται και η όμορφη και μεγαλόσωμη γυναίκα, που προκαλεί αίσθηση όταν περνάει. Όπως λέει άλλωστε και το λαϊκό τραγούδι,Μια κούκλα μες στη γειτονιά τσολιά τηνε φωνάζουν(γεια σου τσολιά μου – γεια σου τσολιά μου)και στο σεργιάνι σαν θα βγει τα κάλλη της θαυμάζουνΣτο slang.gr βρίσκω μάλιστα ότι τσολιάς στο τάβλι, και συγκεκριμένα στο πλακωτό, λέγεται το πούλι που προπορεύεται αφύλαχτο και που είτε θα πέσει ηρωικώς μαχόμενο είτε θα πιάσει αντίπαλο πούλι και θα κάνει μεγάλο βήμα προς τη νίκη. Ομολογώ ότι τάβλι έπαιζα αρκετά στα νιάτα μου, αλλά την έκφραση δεν την είχα συναντήσει, πάντως είναι ενδεικτική για την καλή φήμη των τσολιάδων.Ετυμολογικά, ωστόσο, ο τσολιάς έχει κακές παρέες ή έστω ταπεινή καταγωγή. Διότι, σύμφωνα με τα ετυμολογικά λεξικά η λέξη προέρχεται από το τσόλι που σημαίνει «κουρέλι, παλιόρουχο». Ο Μπαμπινιώτης μάλιστα αιτιολογεί την ετυμολογία ως εξής: Φαίνεται ότι η λέξη είχε αρχικώς αποδοθεί μειωτικά στους κλέφτες και τους αρματολούς (από τους Τούρκους) επειδή η φουστανέλα τους ήταν ραμμένη από πολλά μικρά κομμάτια υφάσματος.Την πληροφορία αυτή ο Μπαμπινιώτης τη δίνει χωρίς να την τεκμηριώνει -κι αυτό είναι ένα μεγάλο μειονέκτημα του λεξικού του, ότι δεν δίνει το σκεπτικό κάποιων υποθέσεων που διατυπώνει οπότε ο φιλέρευνος αναγνώστης δεν μπορεί να ξέρει αν πρόκειται για απλές εικασίες ή αν έχουν και πιο στέρεο έρεισμα. Την ίδια πληροφορία, ότι έτσι έλεγαν τους κλέφτες και τους αρματολούς οι Τούρκοι, την επαναλαμβάνει άκριτα ο Μεθενίτης.Προσωπικά, έχω πολλές, πάρα πολλές επιφυλάξεις. Θέλω να πω, ενώ πράγματι η λέξη ‘τσόλι’ έχει τουρκική αρχή (από το çul) μου φαίνεται περίεργο να χρησιμοποίησαν οι Τούρκοι ελληνικό παραγωγικό τέρμα (-ιάς). Δεν βρήκα να υπάρχει τουρκική μειωτική λέξη, παράγωγη του çul, που να σημαίνει, ξερωγώ, «κουρελής».Ίσως επηρεαζόμαστε από το ότι σήμερα το ‘τσόλι’ έχει σαφώς αρνητική χροιά, μια και δεν σημαίνει μόνο το παλιόρουχο, το φτηνό στρωσίδι που ρίχνουμε πρόχειρα στο πάτωμα, το χαλάκι που έχουμε να σκουπίζουμε τα παπούτσια μας στην πόρτα, αλλά και τον τιποτένιο άνθρωπο, τον ηθικά ευτελή. Ωστόσο, σε μια παλιότερη εποχή, που η λέξη θα σήμαινε απλώς το τραχύ ύφασμα (διότι στα τουρκικά το çul αυτό σημαίνει: τραχύ ύφασμα, σαμαροσκούτι, παλιόρουχο), θα μπορούσε να ονομαστεί «τσολιάς» αυτός που έχει ενδυμασία από τέτοιο ύφασμα, διότι ασφαλώς δεν θα ντύνονταν με φίνα μεταξωτά.Όπως είπα και πιο πάνω, το τσόλι (που λέγεται και τσούλι) σημαίνει παλιόρουχο, καθώς και το χαλάκι που σκουπίζουμε τα πόδια, και μεταφορικά έχει πάρει τη σημασία του τιποτένιου, του μηδαμινού ανθρώπου. Τη λέξη τη βρίσκω στον Σπανό (τσόλιν, δια να τσιλάς τας αρίδας σου), ενώ επειδή αρχίζει από Τ είναι στην σκοτεινή πλευρά του λεξικού του Κριαρά, άρα δεν θα μάθουμε περισσότερα για το αν έχει καταγραφεί σε μεσαιωνικά κείμενα.Συνεχίζοντας στο δρόμο με τις κακές παρέες, από το τσόλι πάμε στο τσούλι και από εκεί μοιραία στην τσούλα, λέξη που νομίζω ότι βρισκόταν σε υποχώρηση πριν από λίγα χρόνια και τώρα ακούγεται πολύ περισσότερο, αλλά μπορεί απλώς να είναι η εντύπωσή μου. Τέλος πάντων, τέτοιες λέξεις δεν καταγράφονται και πολύ κι έτσι είναι αδύνατον να ξέρουμε πότε μπήκε η λέξη στη γλώσσα μας. Ας πάμε στην ετυμολογία: η επικρατούσα άποψη που την αναφέρουν όλα τα λεξικά, είναι ότι η τσούλα είναι δάνειο από το παλιό ιταλικό ciulla («ανάξια, ασήμαντη» λέει ο Μπαμπινιώτης, «κοπέλα» λέει το ΛΚΝ), που είναι συγκεκομμένος τύπος του fanciulla = κοπέλα. Αν είχε η λέξη πάρει την αρνητική σημασία ήδη από τα ιταλικά, μπορεί να μεταφέρθηκε στα ελληνικά, λέξη λιμανίσια, αλλά αν όχι μου φαίνεται δύσκολο να έγινε εδώ η δείνωση της σημασίας χωρίς μάλιστα να έχει κάπου καταγραφεί η ουδέτερη σημασία επίσης.Πάντα αντιμετώπιζα με δυσπιστία αυτή την εξήγηση και θεωρώ πιθανότερο η τσούλα να ετυμολογείται από το τσούλι/τσόλι, είτε απευθείας (παλιόρουχο > παλιογυναίκα) είτε μέσω κάποιου ευτελούς τεχνουργήματος που ονομαζόταν τσούλα (κάπου βρίσκω ότι τσούλα είναι χαλί από τρίχες κατσίκας). Βλέπω ότι το Ετυμολογικό λεξικό Μπαμπινιώτη δίνει, σαν δεύτερη εκδοχή, την ετυμολογία της τσούλας από το çul.Αλλ’ ας γυρίσουμε στον τσολιά και στον αστήρικτο ισχυρισμό του λεξικού Μπαμπινιώτη ότι έτσι αποκαλούσαν οι Τούρκοι τους κλέφτες και τους αρματολούς. Πώς το ξέρουμε αυτό; Δεν θα πρέπει να έχει αποτυπωθεί κάπου; Κι όμως, παρόλο που έψαξα αρκετά, δεν βρήκα τη λέξη ‘τσολιάς’ ούτε στον Μακρυγιάννη, ούτε σε άλλο κείμενο αγωνιστή του 1821.Το ακανθώδες βέβαια ερώτημα για κάθε ετυμολογική αναζήτηση είναι «πότε εμφανίζεται η λέξη στη γλώσσα μας». Και για τη λέξη τσολιάς, η εκτενής συλλογική αναζήτηση που είχε γίνει στο προηγούμενο άρθρο, πριν από εφτά χρόνια, είχε δώσει πολύ όψιμες ανευρέσεις. Η παλαιότερη ανεύρεση της λέξης που βρήκαμε είναι στον Ζητιάνο του Καρκαβίτσα (1896; ):«Πρώτ’ απ’ όλα έπρεπε ν’ αλλάξη τη φορεσιά του. Μέσα στα σακκούλια του, στον πάτο βαθιά, είχε την ευρωπαϊκή αλλαξά, που τον έκανεν αμέσως άλλον άνθρωπο. Την έβαζεν εκείνη, όταν έμπαινε σε πολιτείες. Εκεί κατοικούν ανεπτυγμένοι άνθρωποι. Συχαίνονται και δυσπιστούν εμπρός στον παλιοτσολιά· δεν αγριεύουν όμως στους φραγκοφορεμένους.»Από το απόσπασμα του Καρκαβίτσα, τσολιάς φαίνεται να είναι ο ορεσίβιος που φοράει φουστανέλα (και όχι ‘φράγκικα’), ο «βλάχος». Ταιριάζει αυτό με την ερμηνεία που δίνουν στη λέξη τα παλιά λεξικά (Πρωίας και Δημητράκου): ο φορών τσόλια· επί των ευτελώς ενδεδυμένων ορεσιβίων· στρατιώτης εύζωνος.Το 1905 στον Ρωμηό του Σουρή ο Φασουλής μέμφεται τον ακαλλιέργητο Περικλέτο: «και σου πρέπει βρε τσολιά / μία περικεφαλιά». Και στον Πύργο του ακροπόταμου (1915, αλλά που αναφέρεται σε παλαιότερη εποχή), ο Κ. Χατζόπουλος γράφει:Νταλματζήδες και τσολιάδες είχανε τα βουνά του τόπου του, άλλο καλό· μα ποιος θα πήγαινε να τους εύρισκε;Με βάση τα παραπάνω, χωρίς βεβαιότητα πάντοτε, φαίνεται πιθανό η λέξη «τσολιάς» να προέρχεται μεν από το τσόλι, το ευτελές ύφασμα, αλλά να μην έχει καμιάν απολύτως σχέση με Τούρκους, κλεφταρματολούς και 1821. Φαίνεται πιθανό να είναι λέξη που χρησιμοποιήθηκε αρχικά για τους κακοντυμένους ορεσίβιους και μετά για τους ευζώνους.Και προχωράμε στο καριοφίλι, για το οποίο ο Π. Μεθενίτης, στη χτεσινή του εκπομπή, ανέφερε τη θεωρία ότι οι εξεγερμένοι χρησιμοποιούσαν «τουφέκια μάρκας «Carlo e figli» δηλαδή όπλα που έφτιαχνε η φίρμα «Καρόλου και υιών»».Η άποψη αυτή πράγματι ήταν για καιρό αποδεκτή και αυτήν αναφέρει το ΛΚΝ και το λεξικό Μπαμπινιώτη στις πρώτες εκδόσεις του, και γι’ αυτο άλλαξε η ορθογραφία της λέξης από «καρυοφύλλι» σε «καριοφίλι». Πρώτος πρέπει να την ανέφερε ο Κ. Σάθας, ενώ την υποστήριξε επίσης ο Νικόλαος Πολίτης -θυμάμαι μάλιστα ότι κάποιος λόγιος της εποχής, ίσως ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, είχε εκφράσει την αγανάκτησή του για την πεζή επανετυμολόγηση της λέξης από τη φίρμα ενός οπλοποιείου, ενώ η παλιότερη γραφή, καρυοφύλλι, παρέπεμπε σε φύλλα -ακόμα και της καρδιάς με λίγη φαντασία.Ωστόσο, η νεότερη έρευνα δεν βρήκε κανένα καταγραμμένο οπλουργείο με την επωνυμία Carlo e figli. Όπως εξηγεί εδώ ο φίλος Εαρίων σε παλιό του σχόλιο στη Λεξιλογία, ήδη από τον 16ο αιώνα το όπλο αυτό ήταν γνωστό στα τουρκικά ως karanfιl «γαρίφαλο», λέξη που ετυμολογείται, μέσω αραβικών, από το ελνστ. καρυόφυλλον. Η τουρκική ονομασία δόθηκε επειδή «οι τουρκικές κάννες του 16ου και των αρχών του 17ου αιώνα έχουν μεγάλα στόμια σε σχήμα αυγού, που θυμίζουν το μπουμπούκι του γαρίφαλου. Ορισμένοι προχωρούν ακόμα παραπέρα, προσθέτοντας εγχάρακτα ή ένθετα μπρούντζινα γαρίφαλα στον διάκοσμο του όπλου».Προσωπικά βρίσκω την εκδοχή αυτή πιθανότερη -στη δεύτερη έκδοσή του, το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη επίσης τη δέχεται σαν πιο πειστική. Οπότε, μπορούμε να αφήσουμε κατά μέρος το οπλουργείο «Κάρολος και υιοί».Κλείνοντας, να θυμίσωτα εξής παλιότερα άρθρα του ιστολογίου που έχουν σχέση με το 1821 και την 25η Μαρτίου:Από τον γλούπον καπνισμένονΒρίζοντας και πολεμώνταςΛόρδε πριν να ξεψυχήσεις…Μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του ΕικοσιέναΤο μοιρολόι της Πάργας και ο θρήνος της ΚάρυστοςΤο πλαστό γράμμα του οπλαρχηγού Τζήμα ΖέρβαΤο στερνό ταξίδι του ΒύρωναΣκόρπια για την 25η ΜαρτίουΈνας Δανός στο ΜεσολόγγιΑπό την Αγίου Μάρκου στη ΡαφήναΠούτζον θα πει πηγάδιΠερσιάνοι και φραγκοφορεμένοιΗ μπουγάτσα και τα όρνιαΤα οικονομικά του αγώναΌταν ο Καραϊσκάκης πολεμούσε την τρόικαΕκατό χρόνια τώρα… (το 1921)  from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

User login