You are here

Τα έπη των Αριμασπών – 23 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή τρίτη, πλησιάζουμε προς το τέλος. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.Η σημερινή συνέχεια είναι η δεύτερη από το ένατο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τον τίτλο «Επανεμφάνιση και οριστική εξαφάνιση». Είδαμε ήδη την επανεμφάνιση του Χρήστου -επιχειρηματίας πια, κάλεσε την παρέα σε ένα τρικούβερτο γλέντι στο Μενίδι.Κύλησαν αρκετές μέρες χωρίς καμιάν εξέλιξη. Ο Χρήστος δεν ξαναφάνηκε στα γραφεία της Εγκυκλοπαίδειας. Ένα μεσημέρι ο Βελής με φώναξε στο γραφείο του. Φαινόταν  θυμωμένος“Κάτσε και διάβασε αυτό, μού ’πε και μούδωσε ένα χαρτί”.Ήταν ένα γράμμα στα αγγλικά και κοιτάζοντας την υπογραφή είδα πως το έστελνε ο διάσημος παπυρολόγος. Από τα γραφόμενα του φαίνεται πως διατηρούσε ορισμένες επιφυλάξεις σχετικά με την αρχαιότητα του χαρτιού στο οποίο ήταν γραμμένα τα έπη. Οι αρχαιομετρικές μετρήσεις που έκανε σε ένα δείγμα που πήρε μαζί του δεν έδιναν ηλικία οκτώ αιώνων, όση υποστήριξε ο Χρήστος πως ήταν η παλαιότητα των χειρογράφων, αλλά λίγων δεκαετιών, που με τις ισχύουσες μεθόδους δε μπορούσαν να προσδιοριστούν με ακρίβεια“Λες να μας την έσκασε αυτός ο συμμορίτης;”“Ίσως να έγινε λάθος. Το δείγμα που πήρε μαζί του ο Άγγλος ήταν πολύ μικρό. Αλλά από ότι ξέρω στον Δημόκριτο γίνονται αρχαιομετρικοί προσδιορισμοί. Ξέρω κάποιο χημικό που εργάζεται εκεί”.“Πάρ’ τον και συνεννοήσου. Στο μεταξύ ψάξε και βρες αυτόν το Χρήστο. Εδώ δεν είναι;”“Πριν δέκα μέρες φάγαμε μαζί αλλά από τότε δεν τον ξανάειδα. Θα του τηλεφωνήσω”.Ο Χρήστος όμως δεν ανευρέθη. Το τηλέφωνο του γραφείου του συνήθως δεν απαντούσε και μια δυο φορές που το σήκωσαν,  μια γυναικεία φωνή μου είπε ξερά πως ο κύριος Γιαννάκας έλειπε. Αποφάσισα να πάω στη διεύθυνση που έγραφε στην κάρτα που μου είχε δώσει αλλά εκεί με περίμενε άλλη έκπληξη. Ολόκληρη η πολυκατοικία ήταν γραφεία, αλλά στην πόρτα κάθε γραφείου θα υπήρχαν τουλάχιστον δέκα ταμπέλες διαφορετικών εταιρειών. Στην πόρτα, που είχε τη φίρμα του, υπήρχαν οι ταμπέλες δυο ακόμα εταιρειών εισαγωγής γουναρικών, μιας εταιρείας διεθνών μεταφορών, μιας ναυτιλιακής εταιρείας και κάνα δύο άλλες με ρωσικά γράμματα που δε μπόρεσα να καταλάβω τί λέγανε. Χτύπησα το κουδούνι και μου άνοιξε μια κοπέλα, που μιλούσε σπασμένα ελληνικά. Με κράτησε στο χωλ και με πληροφόρησε πως ο κ. Γιαννάκας είχε φύγει για τη Σοβιετική Ένωση και δεν ήξερε πότε θα γύριζε. Μέσα χτυπούσε επίμονα το τηλέφωνο και καθώς κανείς δεν το σήκωνε, συμπέρανα πως η κοπέλα που είχα μπροστά μου ήταν η μοναδική και συλλογική υπάλληλος και στις εφτά εταιρείες-ταμπέλες. Όλη η υπόθεση μύριζε μεγάλη κομπίνα, αλλά αποφάσισα να μην ενημερώσω τον Βελή πριν πάρω από το Δημόκριτο τα αποτελέσματα. Στο μεταξύ είπα να πεταχτώ στη Ζοφριά να δω τον καινούργιο φίλο μου, τον παπά Ισίδωρο, μήπως έβγαζα καμιάν άκρη.Βρήκα τον παπά στα γραφεία του ναού μαζί με τον Αρίστο. Με υποδέχτηκαν πολύ εγκάρδια σαν παλιό γνώριμο.“Θα πιείς κάτι;” με ρώτησε ο παπάς όταν έκατσα και χωρίς να περιμένει απάντηση άνοιξε ένα εικονοστάσι, που το είχε μετατρέψει σε ντουλάπι κι έβγαλε τρία ποτήρια κι ένα μπουκάλι ουίσκι. Του εξήγησα τους λόγους της επίσκεψης μου. Με κοίταξε παραξενεμένος“Μα καλά, δεν το ξέρεις; Ο Χρήστος έφυγε, μάλλον οριστικά. Το τραπέζι που μας έκανε ήταν αποχαιρετιστήριο. Δε σου είπε τίποτα σχετικά;”“Όχι. Ούτε καν ότι θα έφευγε. Και πού πάει;”“Στη Μόσχα. Θα εγκατασταθεί εκεί. Έκανε μια μικτή ελληνοσοβιετική εταιρεία. Εκείνος ο Ρώσος, που ήταν στο τραπέζι, είναι διευθυντής ενός μεγάλου οργανισμού και η μικτή εταιρεία θα είναι θυγατρική του Οργανισμού”“Μη παραξενεύεσαι που δε σου είπε τίποτα ο Χρηστάκης, πήρε το λόγο ο Αρίστος, τέτοιος είναι. Ποτέ δεν ξέρεις τι σχεδιάζει. Αλλά μη φοβάσαι, δεν είναι ρίχτης. Σου χρωστά τίποτα λεφτά;”“Όχι καημένε, απλώς τον ήθελα για κάτι σχετικό με την Εγκυκλοπαίδεια”“Σ’ αυτό πάω πάσο. Δεν ξέρω τίποτα. Πάντως κι άλλους ή μάλλον κι άλλες άφησε χωρίς να τους πει τίποτα”“Ά, δεν τα ξέρεις εσύ αυτά, συνέχισε, διασκεδάζοντας με το ερωτηματικό βλέμμα που του έριξα, ο Χρηστάκης έχει κάψει καρδιές εδώ γύρω”.Στη συνέχεια της κουβέντας μας έμαθα πολλά για άλλες δραστηριότητες του φίλου μου. Μαζί με τον Αρίστο, είχαν φτιάξει μιαν οικοδομική εταιρεία ειδικευμένη αποκλειστικά στο χτίσιμο αυθαίρετων στις παρυφές των τριών γειτονικών Δήμων Αχαρνών, Άνω Λιοσίων και Ζεφυρίου. Αφανείς συνεταίροι ήταν ο παπάς, ένας αρχιφύλακας που υπηρετούσε στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής και η κυρία Έρση, χήρα, ωραία και πλούσια, κύριος χρηματοδότης της επιχείρησης, που πάει πολύ καλά. Ο Αρίστος είναι επικεφαλής και ως εργάτες χρησιμοποιεί τους επαναπατρισθέντες Πόντιους, που διακινούν επίσης την πραμάτεια που φέρνει ο Χρήστος από τη Σοβιετική Ένωση.  Όπως μ’ άφησε να καταλάβω οι σχέσεις της κυρίας Έρσης με τον Χρήστο δεν περιορίζονταν στον επιχειρηματικό τομέα“Η συνεργασία τους δε σταματά στο γραφείο, συνεχίζεται στο κρεβάτι”, μου είπε γελώντας πονηρά“Και τώρα τι θα γίνει;” ρώτησα“Μη χολοσκάς. Η εταιρεία συνεχίζεται με τους υπόλοιπους και ο Χρήστος λέει πως αν τα πράματα πάνε καλά θα κάνουμε δουλειές και στη Ρωσία. Μόνο που δεν είπε στην κυρία Έρση πως φεύγει οριστικά και δεν ξέρω πώς να της το πω εγώ. Πρέπει να της το φέρω μαλακά. Έχει βλέπεις δαγκώσει γερά τη λαμαρίνα”.Ότι ο Χρήστος είχε αδυναμία στον ποδόγυρο, το ήξερα από τότε που πηγαίναμε στο γυμνάσιο. Το ότι τσιλιμπουρδούσε όμως και παντρεμένος, τώρα το μάθαινα. Τότε θυμήθηκα μια σχετική συζήτηση που είχαμε οι τρεις μας, ο Χρήστος, ο Δημήτρης κι εγώ, σε ένα διάλειμμα της δουλειάς, όταν συνεργαζόμασταν για τον τόμο “το άλας της γης”. Ήταν στο κέφι και ξάφνου μας ρωτάει“Τι γίνεται με σας βρε παιδιά, Σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι; Τίποτα έξτρα δεν έχετε; Δεν ξενογαμάτε;”Δεν περίμενα τέτοιαν ερώτηση, ούτε κι ο Δημήτρης άλλωστε, που μου φάνηκε μάλιστα πως κοκκίνισε.“Καλά, εντάξει, κατάλαβα, είπε τότε ο Χρήστος, απογοητευμένος,  κοιτάζοντας το ύφος μας. Εσένα φιλόσοφε σε ξέρω από παλιά. Πολύ του καθήκοντος και της πειθαρχίας ήσουν από ανέκαθεν, μωρ’ αδερφέ μου αλλά εσύ Δημήτρη είσαι σιγανό ποτάμι. Δε μπορεί, κάτι θα σκαρώνεις εσύ, κάτι που δε θα το ξέρει κανείς”Ο Δημήτρης όμως έμεινε σφίγγα. Δε θυμάμαι τώρα τι του απάντησα, γιατί μέσα μου είχα λίγο πειραχτεί. Ο μπαγάσας σκέφτηκα με έχει ψυχολογήσει καλά. Εντάξει είμαι μονογαμικός τύπος, αλλά όχι να το θεωρώ και μειονέκτημα. Αγαπάω βέβαια την Μαργαρίτα και δε θα ήθελα ποτέ να την πληγώσω αλλά κυρίως είμαι κατά βάθος άνθρωπος δειλός και συνεσταλμένος. Ποτέ μου δε θα έπαιρνα την πρωτοβουλία να ριχτώ σε άλλη γυναίκα. Τώρα αν εκείνη μου ριχνόταν δεν ξέρω τι θα έκανα. Πάντως ως τα τώρα δε μου έχει συμβεί κάτι παρόμοιο και, δοθείσης της ηλικίας μου, μάλλον δε θα μου συμβεί και στο μέλλον. Άσε που για να κάνεις τον Δον Ζουάν πρέπει να σου περισσεύουν καιρός και λεφτά. Χώρια, τέλος, που είμαι ανίκανος να λέω πειστικά ψέματα. Η Μαργαρίτα θα με καταλάβαινε αμέσως.Τελικά ο φίλος μου από το Δημόκριτο μου είπε τα αποτελέσματα των μετρήσεων. Τα χαρτιά δεν ήταν οκτακοσίων αλλά ούτε και ογδόντα χρόνων, κάπου στη μέση υπολόγισαν την ηλικία τους. Είπα στον Βελή τα νέα για το Χρήστο και για τα χειρόγραφα. Έμεινε για πολύ σκεφτικός κι ύστερα μού ‘πε.“Εγώ μια φορά πιστεύω πως είναι γνήσια και θα προχωρήσω στην έκδοσή τους. Τι λες, μπορείς να το αναλάβεις εσύ;”“Κύριε Βελή, με ξέρεις και σε ξέρω τόσα χρόνια. Να με συγχωρείς λοιπόν αν σου βάλω κάποιους όρους”“Σαν ποιους δηλαδή”, με ρώτησε κάπως ανήσυχος“Πρώτον. Για να αναλάβω την επιμέλεια μιας τέτοιας έκδοσης θέλω να συμφωνήσουμε πως θα την αντιμετωπίσουμε επιστημονικά. Δεύτερον, πως θα έχω τα χέρια μου λυμένα. Δε θα μπορούσα να δεχτώ επεμβάσεις, φερ’ ειπείν από τον κύριο Μιχαήλ Παπαδόπουλο ή ανάλογες. Τρίτον…”“Φτάνει, φτάνει, γίνονται δεκτοί”, με διέκοψε φανερά ανακουφισμένος. Προφανώς περίμενε πως θα του ζητούσα μεγαλύτερη αμοιβή.Ένα μεσημέρι ήρθε στα γραφεία της Εγκυκλοπαίδειας ο Αρίστος. Κάθισε σε μια καρέκλα μπροστά στο  γραφείο μου και, ώσπου να τελειώσω   κάτι που έγραφα εκείνη τη στιγμή, περιεργαζόταν την αίθουσα που σε όλους τους τοίχους της είχε ράφια γεμάτα με βιβλία“Τά ΄χεις διαβάσει όλα αυτά τα βιβλία;” μού ΄πε με θαυμασμό.Ύστερα μπήκε στο θέμα της επίσκεψης του. Είχε μάθει, προφανώς από το Χρήστο, πως η Μαργαρίτα δούλευε στον Οργανισμό Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων και ήθελε να μάθει αν μπορούσε να βολέψει εκεί την κόρη της Μαρίας.“Είναι πολύ καλό κορίτσι. Φέτος τέλειωσε την Πάντειο αλλά δε βρίσκει δουλειά. Έλεγα λοιπόν μήπως θα μπορούσε να βοηθήσει η Μαργαρίτα. Ας μου πεί μόνο ποιος κάνει κουμάντο κει μέσα και θα βρω τρόπο να τον πλησιάσω. Έχω τα μέσα”.Επειδή έλεγε και ξανάλεγε “η κόρη της Μαρίας” και όχι “η κόρη μου” ή “η κόρη μας” τον ρώτησα“Καλά δεν είναι κόρη σου;”“Από πού κι ως πού. Εγώ δεν έχω κόρες, τρεις γιους έχω”.“Είναι κόρη της Μαρίας από προηγούμενο γάμο;”“Όχι δεν έχει κάνει άλλο γάμο”“Τότε πώς;”“Αα! Δε σου εξήγησα. Νομίζεις πως είμαστε παντρεμένοι; Όχι. Η Μαρία δεν είναι γυναίκα μου. Οικογενειακή φίλη είναι”Αυτό δεν το περίμενα. Στο γλέντι του Χρήστου παρατήρησα μιαν οικειότητα μεταξύ τους καθαρά συζυγική. Αλλά και οι άλλοι τους αντιμετώπιζαν σαν συζύγους. Δε ζήτησα πιο πολλές εξηγήσεις. Στο κάτω κάτω δε μ’ ενδιέφεραν τα οικογενειακά τους. Του υποσχέθηκα πάντως να μιλήσω σχετικά στην Μαργαρίτα.Πραγματικά η Μαργαρίτα το πήρε ζεστά το ζήτημα. Έμαθε από ποιόν εξηρτάτο ο διορισμός, ενημερώσαμε σχετικά τον Αρίστο και σε τρεις βδομάδες το κορίτσι προσλαμβανόταν ως έκτακτη στον Οργανισμό.Λίγες μέρες μετά από αυτό, δέχτηκα στα γραφεία της Εγκυκλοπαίδειας μιαν άλλην επίσκεψη. Ήταν ένας κοντούλης, αδύνατος και μαυριδερός, μισή μερίδα άνθρωπος. Μου έτεινε και τα δύο χέρια με μεγάλην εγκαρδιότητα και μου συστήθηκε. Το όνομά του, πολυσύλλαβο με κρητική κατάληξη, δε μου θύμιζε τίποτα. Αλλά καθώς έλεγε διαρκώς ότι “θα είναι αιωνίως ευγνώμων σε μένα και την κυρία μου” κατάλαβα τελικά πως είχα απέναντί μου τον άντρα της Μαρίας και κόντεψα να βάλω τα γέλια. Ώστε αυτό το ανθρωπάκι ήταν ο συμβίος της θερμόαιμης Μαρίας. Εμ με το δίκιο της η καημένη τα είχε φτιάσει με τον Αρίστο.Είδα κι έπαθα να τον ξεφορτωθώ, αλλά τελικά το Ανθρωπάκι έφυγε μόνο αφού μου απόσπασε την υπόσχεση ότι “θα τον τιμούσαμε επισκεπτόμενοι το φτωχικό τους”. Φυσικά δεν είχα σκοπό να τηρήσω την υπόσχεσή μου, αλλά δε λογάριασα την επιμονή που διέθετε το μικρόσωμο αυτό πλάσμα. Τελικά ύστερα από τέσσερα τηλεφωνήματα και δεύτερη επίσκεψή του στα γραφεία, υπέκυψα. Πήρα την Μαργαρίτα και ανηφορίσαμε για το Μενίδι.Στην είσοδο του σπιτιού μάς υποδέχτηκε η Μαρία με την κόρη της, ένα πολύ χαριτωμένο κορίτσι και μέσα βρήκαμε το Ανθρωπάκι να συζητάει φιλικά με τον Αρίστο και τον παπά Ισίδωρο. Γίναμε δεκτοί με μεγάλην εγκαρδιότητα. Όπως εν συνεχεία εξακρίβωσα, σύζυγος και εραστής ήταν στενοί φίλοι. Το Ανθρωπάκι ήταν ο λογιστής της εταιρείας και έτσι δικαιολογείτο η παρουσία στη δεξίωση και της κυρίας Έρσης, που τη γνωρίσαμε εκείνη τη βραδιά. Γύρω στα σαρανταπέντε, στρομπουλή, αρκετά νόστιμη, καλοντυμένη και με κάποια φινέτσα, δικαιολογούσε κάπως την απιστία του Χρήστου. Τουλάχιστο δεν της ρίχτηκε για τα λεφτά της.  Μια άχαρη, ξερακιανή γυναίκα ήταν στα μέσα και στα έξω, βοηθώντας τη Μαρία και την κόρη της να ετοιμάσουν το τραπέζι. Με έκπληξη πληροφορήθηκα πως ήταν η  γυναίκα του Αρίστου.Όταν κάτσαμε να φάμε, η Μαργαρίτα κι εγώ στο κέντρο, ως τιμώμενα πρόσωπα, η κυρία  Έρση φρόντισε να καταλάβει τη θέση δίπλα μου και εν συνεχεία, όταν έσπασε ο πάγος άρχισε να με ρωτάει για τον Χρήστο. Φαίνεται πως πληροφορήθηκε από τον Αρίστο ή τον παπά για την παλιά μας φιλία και ήθελε να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες από τη ζωή του αγαπημένου της, τον οποίον αποκαλούσε Χρηστάκη και τα χείλια της στάζανε μέλι αναφέροντας το όνομά του. Πραγματικά η καημένη την είχε δαγκώσει γερά τη λαμαρίνα. Της μίλησα κυρίως για τα γυμνασιακά μας χρόνια και την επιβολή που είχε στην παρέα μας αλλά εκεί σταμάτησα. Δεν ήξερα τι καπνό φουμάρει από πολιτικής πλευράς και δεν ήθελα να μιλήσω για τον εμφύλιο, την έξοδο του Χρήστου στο βουνό και την προσφυγιά του. Τελικά όμως από την κουβέντα  που έκανα, όχι μόνο μαζί της αλλά και με τους υπόλοιπους ομοτράπεζους, εξακρίβωσα πως βρισκόμασταν σε περιβάλλον ενεργών και δραστήριων πασόκων. Αποδείχτηκε δε πως ήταν ενήμερη για τη θητεία του Χρήστου στο Δημοκρατικό Στρατό και τις σπουδές του στην ΕΣΣΔ.“Είσαστε κι εσείς φιλόλογος, όπως ο Χρηστάκης;”“Απλός και σκέτος, ενώ εκείνος έχει πάρει διδακτορικό και μάλιστα στην αραβική φιλολογία”.“Τώρα όμως το έχει ρίξει στις επιχειρήσεις. Θα τον προτιμούσα συνεργάτη της Εγκυκλοπαίδειας. Είναι άλλο το επίπεδο”“Και άλλο το επίπεδο των απολαβών όμως κι αυτό όσο να είναι μετράει”“Ο Αρίστος μου είπε πως πήγε στη Ρωσία για να ρυθμίσει κάτι εκκρεμότητες…”Καθώς εγώ έμεινα σιωπηλός, αυτή συνέχισε“Τι τα θέλετε, οι ξένες έχουν άλλο ταμπεραμέντο από μας. Φυσικό ήταν να μην πάει καλά ο γάμος του”“Ώπα! Σκέφτηκα. Τι μπούρδες της πούλησε ο Αρίστος για να την παρηγορήσει”“Δε σκέφτομαι το Χρήστο  και τη γυναίκα του. Μεγάλοι άνθρωποι είναι, ας αναλάβουν τις ευθύνες τους. Την κοπελίτσα συλλογίζομαι, την άφησε τριώ χρονώ. Τώρα θα είναι γυναίκα της παντρειάς”Αυτό μού ΄ρθε πολύ απότομα και, καθώς εκείνη τη στιγμή έπινα το κρασί μου, στραβοκατάπια και κόντεψα να πνιγώ. Τα είχα μπερδέψει τελείως. Φαίνεται πως είχα ύφος κατάπληκτο, γιατί το παρατήρησε“Μα καλά δε σας είπε για τη γυναίκα του και την κόρη του;”“Κάτι μου είπε αλλά χωρίς λεπτομέρειες”, τα  μάσησα“Φυσικό είναι. Εδώ που τα λέμε και παρά την εκτίμηση που του έχω, πιστεύω πως έκανε κάτι που δεν τον τιμά. Παντρεύτηκε μια ντόπια, Ρωσίδα δηλαδή και κάνανε μια κόρη. Και τους παράτησε στην Τασκένδη κι έφυγε. Γι’ αυτό λέω πως θα πρέπει να φταίει και εκείνη”.Μέγας είσαι Χρήστο και θαυμαστά τα έργα σου! σκέφτηκα και ξαφνικά ένοιωσα πολύ άβολα. Όχι πως παριστάνω τον ηθικολόγο, ούτε συμμερίζομαι τη χριστιανική υποκριτική στάση, που εντοπίζει όλες τις αμαρτίες στη σάρκα αλλά, διάβολε,  δε μού΄χει τύχει ως τώρα να ανακατευτώ σε τέτοιες χατζημπερδεμένες ιστορίες. Όλοι οι άνθρωποι που ξέρω έχουν βέβαια  και ελαττώματα και αδυναμίες, όπως έχω άλλωστε κι εγώ, αλλά δεν τα έχουν μπλέξει έτσι τα πράγματα. Έβλεπα και τον Αρίστο, που μιλούσε με το Ανθρωπάκι σα να ήτανε πρώτοι φίλοι και τη Μαρία, που συμπεριφερόταν  στη γυναίκα του εραστή της σα να ήταν η μεγαλύτερη αδερφή της και ένοιωθα κάποιο στυφό αίσθημα πολύ ενοχλητικό, γιατί κι οι δύο είναι κατά τα λοιπά συμπαθέστατοι άνθρωποι.Για να μου περάσει καταπιάστηκα να μελετώ τη συμπεριφορά τους προσπαθώντας να ψυχολογήσω τον καθένα χωριστά. Το Ανθρωπάκι και η γυναίκα του Αρίστου ξέρανε άραγες τις ιδιαίτερες σχέσεις των ταιριών τους; Και αν ναι πώς τις ανέχονταν. Αν όχι πώς τα κατάφερναν και τις κράταγαν μυστικές; Το Μενίδι είναι όσο να πεις μικρό μέρος. και αυτοί διατηρούν στενές οικογενειακές σχέσεις. Πώς και δεν ακούστηκε τίποτα;Στο τέλος βαρέθηκα να καταγίνομαι με ξένες έγνοιες και τα παράτησα. Έχασα όμως το κέφι μου, πράγμα που, φυσικά, το πήρε είδηση η Μαργαρίτα. Έτσι όταν ξαφνικά αποφάσισα να την πάρω και να φύγουμε από κει μέσα δεν αντέδρασε. Βρήκα μια δικαιολογία και παρά τις διαμαρτυρίες των οικοδεσποτών, τους χαιρετήσαμε και φύγαμε.“Τι έπαθες ξαφνικά;” ρώτησε η Μαργαρίτα σαν έκατσε δίπλα μουΟδήγησα λίγην ώρα χωρίς να μιλάω. Όταν μπήκαμε στη λεωφόρο Κηφισού της είπα. Η αντίδρασή της με παραξένεψε. Έβαλε τα γέλια“Εσύ κατά βάθος έχεις μείνει ο επονίτης της εφηβείας σου. Δε μπορείς να φανταστείς πως οι άνθρωποι άλλαξαν από τότε. Δε θέλω να σου κάνω την έξυπνη, αλλά, πρώτον, από τότε που ενήργησα να διοριστεί το κορίτσι στον Οργανισμό ήξερα τις ιδιόμορφες σχέσεις των δύο αντρόγυνων και, δεύτερον, από τότε που πρωτοείδα τον Χρήστο, από την πρώτη μέρα που τον έφερες σπίτι, υποπτεύθηκα τι κουμάσι είναι”“Μη μου πεις τώρα πως πήρες είδηση για τα τσιλιμπουρδίσματα του γιατί θα βάλω τις φωνές”“Δε λέω τέτοιο πράμα, αλλά φαίνεται πως εμείς οι γυναίκες αντιλαμβανόμαστε πολλά, που οι άντρες δεν τα παίρνετε χαμπάρι με την πρώτη. Να πούμε, ο Χρήστος κοιτάει”.“Ε και λοιπόν κι εγώ κοιτάω”“Δεν κατάλαβες. Δεν κοιτάει σαν και σένα και τους φίλους σου. Κοιτάει τις γυναίκες σα να τις γδύνει. Ύστερα, στην εκδρομή μας στις Σπέτσες κατάλαβα πως η Ρούλα δεν ήταν ευχαριστημένη μαζί του”“Τι να έγινε αυτή η ταλαίπωρη. Την πήρε μαζί του στη Μόσχα;”“Πώς τα κατάφερε όμως και στο γλέντι που μας έκανε δεν κουβαλήθηκε αυτή η κυρία Έρση, που σχετίζεται στενά με όλους τους άλλους αλλά, όπως φαίνεται, αγνοεί την ύπαρξη καν της Ρούλας και του γιου της;”“Φαίνεται πως τα καταστρώσανε από κοινού με τον Αρίστο, γιατί ούτε η γυναικα τoυ ούτε ο άντρας της Μαρίας ήρθανε”“Μπερδεμένα πράγματα. Πώς τα καταφέρνουνε;”“Πάντως αν συμφωνείς, οι σχέσεις μας με τους Αχαρνείς ήταν ως εδώ. Δε θέλω να τις συνεχίσω, μόλο που δε σου κρύβω πως ο παπά Ισίδωρος μ’ αρέσει. Έχει κάτι το γνήσιο απάνω του”.  from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

User login