You are here
Φάβα αποκριάτικα (του Δημήτρη Μαρτίνου)
Καθώς βρίσκομαι εκτός έδρας αυτές τις μέρες, λογάριαζα για σήμερα να βάλω σε επανάληψη κάποιο παλιότερο άρθρο, μια βολική λύση στην οποία καταφεύγω αριά και πού, όταν δεν προφταίνω να γράψω φρέσκο άρθρο. Σαν από μηχανής θεός όμως, ο φίλος μας ο Δημήτρης ο Μαρτίνος μού έστειλε ένα αποκριάτικο αφήγημά του, μια παλιά ιστορία που συνέβη προπολεμικά στα Θερμιά, στην Κύθνο παναπεί.Κατόπιν εορτής, θα πείτε, και θα’χετε δίκιο. Κι εγώ έτσι σκέφτηκα στην αρχή και είπα να αφήσω το διήγημα κατά μέρος και να το βάλω του χρόνου τέτοιον περίπου καιρό. Ωστόσο, άνθρωποι είμαστε -και ήταν μαθηματικά βέβαιο πως αν το ανέβαλλα για του χρόνου θα το ξεχνούσα ως τότε. Οπότε, το βάζω τώρα που ακόμα το αποκριάτικο κλίμα δεν έχει εντελώς ξεχαστεί, πολύ περισσότερο αφού μου λύνει το πρόβλημα του άρθρου που δεν είχα να ανεβάσω.Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να σημειώσουμε ότι η εναλλαγή φ και θ δεν είναι σπάνια σε διάφορα ιδιώματα. Έτσι, πέρα από το θυλάκι -> φυλάκι του διηγήματος, έχουμε το θηκάρι -> φηκάρι ή το θηλί -> φηλί (ιδίως στην έκφρ. «είναι φηλί κλειδί» δηλ. αχώριστοι σύντροφοι). Όσο για την εμμονική προσήλωση της χήρας στην απόλυτη καθαριότητα, μού θύμισε τη νοικοκυρά στο παπαδιαμαντικό «Για τα ονόματα».Κατ’ εξαίρεση αφήνω την ορθογραφία του πρωτοτύπου, πολυτονικού συμπεριλαμβανομένου.ΦΑΒΑ ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΑ«Φάβα άποκριάτικα; Ποῦ ἀκούστηκε; Παλάβωσες καημένε;»Ὅλα τά ‘χε δεῖ καὶ τά ‘χε ἀκούσει ἡ Ἁνεζιὼ*, εἴκοσι χρόνια τώρα παντρεμένη μὲ τὸν Πατέστο τὸν Τσαμπουνιάρη. Ἐτοῦτο δὲν τὸ περίμενε. Ἐκεῖνος, ἀτάραχος, ξετυλίγοντας τὸ σπάγγο ποὺ στερέωνε τὸ διπλὸ καλαμένιο αὐλὸ στὸ φυλάκι* τῆς τσαμπούνας, ἀποκρίθηκε:«Γιατὶ, δὲν εἶν’ ἀποκριάτικο φαΐ ἡ φάβα; Τὸ λέει καὶ τὸ τραγοῦδι» κι ἄρχισε νὰ τραγουδᾶ σ’ ἕνα δικό του σκοπό:«Τὶ νά ‘χαμε, τὶ νά ‘χαμε ἕνα κουπάκι φάβακι ἕνα μουνάκι τρυφερὸ γιὰ νὰ μᾶς φεύγ’ ἡ καύλα».…Ἡ κουβέντα εἶχε ἀρχίσει μέρες, βδομάδες πρίν. Μόλις μπῆκε τὸ Τριώδιο. Ἀπὸ τότε ἡ Ἁνεζιὼ τὸν ἔψελνε, κάθε μέρα σχεδὸν, γιατὶ ἤξερε τὸ χούι του. Νὰ ντύνεται μούσκαρος* τὴν Τυρινὴ Κυριακὴ καὶ νὰ γελᾶ τὸ χωριὸ μὲ τὰ πονηρὰ στιχάκια ποὺ σκάρωνε καὶ τὰ καμώματά του.«Τὸ νοῦ σου καημένε, μὴν ἀρχίσεις πάλι τὰ μασκαραλίκια σου ἀποκριάτικα γιατὶ ἔχουμε κόρες τσῆ παντρειᾶς!»«Τί λὲς ρὲ γυναίκα; Ὁ γέρο-Νικολὸς ὁ Κακορίζικος, ποὺ δὲ μιλεῖ ἀθρώπου ὁλοχρονικῆς τοῦ χρόνου, τὴν Ἀποκριὰ βάνει τσὶ προβιές ξεβράκωτος καὶ ξεσκεπάζεται σὲ κάθε γωνιὰ καὶ κάθε τρίστρατο» ἀπάντησ’ ὁ Πατέστος*.«Ἐκεῖνος δὲν ἔχει κόρες ἀνύπαντρες, τσὲ πάντρεψε» τὸν ἀποστόμωσε ἡ Ἁνεζιώ.…Παράπονο ἄλλο κανένα δὲν εἶχε ἡ Ἁνεζιὼ ἀπὸ τὸν ἄντρα της. Νοικοκύρης καὶ δουλευτὴς. Ὅλη τὴ βδομάδα στὸ χωράφι καὶ τὸ Σάββατο τὸ βράδυ, ποὺ οἱ ἄλλοι ἄντρες πηγαίνανε στὰ μαγαζιὰ γιὰ νὰ γλεντήσουν, ἐκεῖνος ἔπαιρνε τὴν τσαμπούνα του καὶ πήγαινε νὰ τοὺς παίξει. Ἔβγαζε τὰ πλεμόνια του νὰ παίζει μὲ τὶς ὧρες. Ὅμως χαλάλι, ἔβγαινε ὁ κόπος του. Οἱ γλεντιστάδες τόν θέλανε, ὄχι μονάχα γιὰ τὸ γλυκό του παίξιμο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ χωρατὰ καὶ τὴν καλή του τὴν καρδιά.Μιὰ φορὰ ἡ παρέα ποὺ ἔκανε τὸ γλέντι δὲν εἶχε μεζὲ κι ἀποφασίσανε νὰ κλέψουν ἕναν πετεινό, ὅπως τὸ συνηθίζανε τὰ χρόνια ἐκεῖνα. Πάνω ποὺ κουβεντιάζανε σὲ ποιὸ κοτέτσι νὰ πᾶνε τοὺς λέει ὁ Πατέστος:«Ἔχει ἡ γυναίκα μου ἕναν ἄσπρο, τετράπαχο. Εἶναι καὶ κοντὰ στὸ χωριὸ τὸ κοτέτσι. Ποῦ να τρέχετε ἀλλοῦ νυχτιάτικα;»Ἔτσι κι ἔγινε. Τὴν ἄλλη μέρα γυρίζοντας ἡ Ἁνεζιὼ ἀπ’ τὸ κοτέτσι ἔφερε τὰ μαντάτα:«Μᾶς τόνε πήρανε τὸν ἄσπρο τὸν πετεινό. Οἱ παλιοκλέφτες…»«Γυναίκα μὴ βαρυγκωμᾶς, δὲν κάνει» τὴν ἔκοψε ὁ Πατέστος.«Νὰ πάθουνε, νὰ λάβουνε» συνέχισε ἡ Ἁννεζιώ.«Μήν καταριέσαι καὶ πιάνουνε οἱ κατάρες καμιὰ φορὰ» ξανάπεὁ Πατέστος. Ὅμως ἐκείνη συνέχισε ἀπτόητη:«Νὰ βγάλουνε τὰ φτερὰ του στὴ μούρη, αὐτοὶ ποὺ τόνε φάανε!»Ἄλλη κουβέντα δὲν εἶπε ὀ Πατέστος. Βγῆκε ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ τράβηξε γιὰ τὸ μέρος ποὺ σφάξαν καί μαδήσανε τὸν πετεινὸ. Μάζεψε λίγα φτερὰ, γύρισε στὸ σπίτι, ἄλειψε τὴ μούρη του μὲ μέλι καὶ κόλλησε ἀπάνω τὰ φτερά. Ἡ Ἀννεζιὼ ἔπλεκε καθισμένη στὴν πεζούλα τῆς αὐλῆς. Μόλις τὸν εἶδε ἔτσι τῆς ἔπεσε τὸ πλεχτὸ ἀπὸ τὰ χέρια.«Εἶδες ποὺ στά ‘λεα* πὼς πιάνουν οἱ κατάρες;»…Τὸ Τυρινὸ Σάββατο ξανάρχισε τὸν ἑξάψαλμο ἡ Ἀννεζιώ τὴν ὥρα ποὺ ἐκεῖνος ἑτοίμαζε τὴν τσαμπούνα γιὰ τὸ βραδυνό παίξιμο. Ἔπρεπε νὰ ταιριάξει καλὰ τοὺς καλαμένιους αὐλοὺς γιὰ νὰ βγάζουν καὶ οἱ δυὸ τὴν ἴδια φωνὴ. Εἶχε λύσει τὸν κόμπο τοῦ σπάγγου ποὺ στερέωνε τὸ διπλὸ καλαμένιο αὐλὸ στὸ φυλάκι καὶ εἶχε ἀρχίσει νὰ τὸν ξετυλίγει. Στὴν ἀρχὴ δὲν ἀπάντησε, ὅμως σὲ μιὰ στιγμὴ κάτι ἔφεξε στὰ μάτια του. Χωρὶς νὰ σηκώσει τὸ βλέμμα ἀπὸ τὸ σπάγγο ποὺ ξετύλιγε ἀπάντησε μὲ σοβαρὸ ὕφος:«Γιὰ νὰ μὴ ντυθῶ μούσκαρος αὔριο θέλω νὰ μαγειρέψεις φάβα!»…Ἔκανε κάμποση ὥρα νὰ τὸ πιστέψει, ἀλλὰ στὸ τέλος τὸ δέχτηκε ἡ Ἁνεζιώ. Σοῦ λέει καὶ νὰ μείνει δὲν πάει χαμένη ἡ φάβα. Σαρακοστὴ ἔρχεται. Σηκώθηκε ἀξημέρωτα γιὰ νὰ μαγειρέψει τὴ φάβα καὶ νὰ προκάμει τὴν ἐκκλησιά. Ἄσε ποὺ μετὰ ἤθελε νὰ δεῖ τὶς κόρες της ποὺ εἴχανε ντυθεῖ χανούμισες κατὰ τὸ ἔθιμο τὸ παλαιὸ καὶ θὰ γυρίζαν στὸ χωριὸ μὲ τὰ παληκάρια ποὺ ἤτανε ντυμένα τσολιάδες. Ἀπὸ κοντὰ οἱ ἄλλοι μουσκάροι ποὺ φορούσανε παλιόρουχα καὶ μουτσοῦνες νὰ γίνουνται ἀγνώριστοι καὶ στὶς γωνιὲς νὰ πετιέται ὁ γερο-Νικολὸς ὁ Κακορίζικος, νὰ σηκώνει τὶς προβιὲς καὶ νὰ «φωτογραφίζει» τὸν κόσμο.…Ὁ Πατέστος σηκώθηκε ἀργὰ, μετὰ τὴν ἀπόλυση τῆς ἐκκλησιᾶς. Τελευταῖο Σάββατο τῆς Ἀποκριᾶς καὶ τὸ γλέντι κράτησε μέχρι τὰ χαράματα. Κοιμήθηκε δυὸ-τρεῖς ὧρες, σηκώθηκε ντύθηκε καὶ τράβηξε γιὰ τὸν καφενὲ τῆς χήρας. Αὐτὸς ἦταν ὀ καλὸς καφενὲς τοῦ χωριοῦ. Ἐκεῖ πηγαίνανε οἱ προύχοντες: ὁ κοινοτάρχης, ὁ παπάς, ὁ δάσκαλος, ὁ νωματάρχης, ὁ γιατρὸς κι οἱ μεγαλονοικοκυραῖοι. Ἡ χήρα ἦταν ξακουστὴ γιὰ τὴν πάστρα της. Ὁ καφενὲς ἄστραφτε. Δυὸ-τρεῖς φορές τὸ χρόνο μπογιάντιζε πότε τὸ πάτωμα, πότε τὸ ταβάνι, πότε τὰ κουφώματα, πότε τὶς καρέκλες καὶ τὰ τραπέζια. Ὅσο γιὰ τὸν ἀσβέστη ποτὲ δὲν στέγνωνε ἠ βούρτσα του. Κάθε βδομάδα ἀσβέστωνε γύρω-γύρω τὶς πλάκες στὸ δρόμο ἔξω ἀπὸ τὸ μαγαζὶ καὶ κάθε τόσο ἄσπριζε τοὺς τοίχους μέσα-ἔξω. Ἀλοίμονο σ’ ὅποιον λέρωνε τὸ δρόμο, ἄνθρωπο ἤ ζωντανό. Μιὰ μέρα περνοῦσε ὁ Γιώργης τοῦ Κώσ’ τοῦ Νικολοῦ τοῦ Πέτρου* (ἔτσι τὸν λέγανε μπροστὰ σὲ δικοὺς του ἀθρώπους γιὰ νὰ μήν παραξηγηθοῦνε, ἀλλιῶς τὸν λέγανε «ὁ Καμπούρης») μὲ τὸ γάδαρο φορτωμένο. Μόλις φτάσανε μπροστὰ στὸν καφενὲ τὸ ζωντανὸ σήκωσε τὴν οὐρὰ κι ἀμέσως ὀ Γιώργης κατάλαβε τί τὸν περίμενε. Χωρίς νὰ χάσει καιρὸ ἔβαλε τὶς φούχτες του στὸν πισινὸ τοῦ γαδάρου καὶ τὰ κατάφερε νὰ μὴν πέσει τίποτα μπροστά στὸν καφενέ. Τὶς καβαλίνες ἀπὸ τὰ χέρια του θὰ τὶς ξέπλενε μὲ νερὸ. Ἀπὸ τὸ στόμα τῆς χήρας δὲν τὸν ξέπλενε τίποτα.…Φτάνοντας στὸν καφενὲ ὁ Πατέστος καλημέρισε, εὐχὴθηκε καλὴ Σαρακοστὴ καὶ κάθισε κοντὰ στὸ τραπέζι τοῦ γιατροῦ ποὺ ἔπαιζε πρέφα μὲ τὸν κοινοτάρχη καὶ τὸν δάσκαλο. Ἐκεῖνοι, ἀφοσιωμένοι στὸ παιχνίδι, δὲν τοῦ δώσανε πολλὴ σημασία, ἴσα ποὺ τοῦ ἀνταπόδωσαν τὴν καλημέρα καὶ τὶς εὐχές. Ξαφνικὰ ὁ Πατέστος πιάνοντας τὴν κοιλιά του ἄρχισε νὰ βογγᾶ:«Ὤχ! Ἡ κοιλιά μου γιατρέ, ἡ κοιλιά μου!»Κι ὄπως ἔσφιγγε τὴν κοιλιά του κι ἔσκυβε καὶ διπλωνόταν, φάνηκαν στὴν καρέκλα του τὰ πρῶτα σημάδια. Κι ἄρχισε νὰ τὴ γεμίζει λίγο-λίγο.Ἡ χήρα ἀμόλησε τὸν κεραυνό της πίσω ἀπὸ τὸ τεζιάκι:«Ἄχου ποὺ νὰ βγάλεις τ’ ἄντερά σου καὶ τὰ συκώτια σου!»Κι ἐκεῖνος ἀτάραχος:«Μὴ σὲ νοιάζει! Ἐγώ τά ‘κανα, ἐγὼ θὰ τὰ φάω» καὶ κάνοντας τὰ δάχτυλά του κουτάλι ἄρχισε νὰ τρώει τὴ φάβα ἀπὸ τὴν ψάθα τῆς καρέκλας.Ἦταν ἡ φάβα ποὺ μαγείρεψε ἡ Ἁννεζιὼ ἀποκριάτικα. Κι αὐτὸς τὴν ἔβαλε στὸ ἀσκί τῆς τσαμπούνας, ἔβαλε τὸ ἀσκί πάνω στὴν κοιλιὰ του καὶ μέσα ἀπὸ τὸ παντελόνι του , φροντίζοντας νὰ βγαίνει τὸ καλάμι της ἀπὸ πίσω του. Μετὰ, καθώς ἔσφιγγε τὴν κοιλιά του καὶ διπλωνόταν ἐβγῆκε ἡ φάβα στὴν καρέκλα.Τὸ λόγο του ὅμως τὸν κράτησε. Μούσκαρος δὲ ντύθηκε! ΓΛΩΣΣΑΡΙἉνεζιώ: ὄνομα ποὺ συνηθίζεται στὰ Θερμιά, ἀπό τὸ ἰταλικὸ Agnese, (ἑλλ. Ἁγνὴ)μούσκαρος: μασκαρὰςὁ Γιώργης τοῦ Κώσ’ τοῦ Νικολοῦ τοῦ Πέτρου: ὁ Γιώργης τοῦ Κώστα τοῦ Νικολοῦ τοῦ Πέτρου.Στὶς μικρὲς κοινωνίες ὑπάρχουν πολλὲς συνωνυμίες καὶ συνεπωνυμίες. Χρησιμοποιοῦνται λοιπὸν τὰ ὀνόματα τῶν προγόνων γιὰ νὰ ξεχωρίζουν μεταξύ τους. Πιὸ εὔκολα βέβαια ξεχωρίζουν μὲ τὰ παρατσούκλια. Νὰ σημειωθεῖ ἐπίσης ὅτι «ὁ Κώστας τοῦ…» γίνεται «ὁ Κώσ’ τοῦ…» μᾶλλον γιὰ λόγους εὐφωνίας (γιὰ ν’ ἀποφύγουμε τὸ κακόηχο «…σταστοῦ…»)Πατεστής: ὄνομα ποὺ συνηθίζεται στὰ Θερμιά, ἀπό τὸ ἰταλικὸ Batista (ἑλλ. Βαπτιστὴς)στά ‘λεα: στά ‘λεγαφυλάκι: θυλάκι, ὁ ἀσκὸς τῆς τσαμπούναςΔημήτρης Στεφ. Μαρτῖνος28/2/2017 from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία