You are here
Τα έπη των Αριμασπών – 22 (Δημήτρης Σαραντάκος)
Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή δεύτερη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.Η σημερινή συνέχεια είναι η πρώτη από το ένατο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τον τίτλο «Επανεμφάνιση και οριστική εξαφάνιση», τίτλος ιδιαίτερα εύγλωττος που δεν έχει ανάγκη από πολλές επεξηγήσεις.Για να μην ξεχάσουμε τα φιλολογικά μας, η φράση «άνθρωπος φάγος και οινοπότης» που χρησιμοποιεί ο παπάς για τον Ρώσο ομοτράπεζο είναι ευαγγελική (Ματθ. 11.19).Πέρασαν δυo μήνες ακόμα και ένα δεκεμβριανό πρωινό, εντελώς απροσδόκητα εμφανίστηκε ο απολεσθείς Χρήστος! Ήρθε στα γραφεία του “Σύμπαντος”, καλοντυμένος και κρατώντας τσάντα σαμσονάιτ στο χέρι, μας χαιρέτησε σα να ήταν εδώ και χτες και, χωρίς να δώσει σημασία στα κατάπληχτα βλέμματα του προσωπικού, μπήκε στο γραφείο του Βελή. Στην αρχή ακούστηκαν οι αγριοφωνάρες του Θερίου, που σύντομα όμως κάλμαραν και προφανώς δώσαν τη θέση τους σε ήρεμη συζήτηση, που κράτησε ώρα πολλή.Όταν κάποτε βγήκε, ήρθε κοντά μου, κάθισε δίπλα μου και σα να συνεχίζαμε χτεσινή κουβέντα μού ’πε“Κανόνισε να τα πούμε ένα βραδάκι με το Δημήτρη, σπίτι του, σπίτι σου, όπου σας βολεύει. ΄Η μάλλον όχι, θα σας κάνω εγώ το τραπέζι. Σειρά μου είναι άλλωστε”. Σηκώθηκε να φύγει αλλά ξανακάθισε“Α, να μην το ξεχάσω, πάρε αυτά που μου δάνεισες και δώσε κι αυτά του Δημήτρη. Με είχε κι αυτός διευκολύνει. Και σας ευχαριστώ πολύ. Ξέρεις τελικά αποφάσισα να του δώσω τα κείμενα για να τα εκδώσει. Του έβαλα σαν όρο να αναθέσει σε σένα την επιμέλεια. Δεν ξέρω φυσικά αν θα τον τηρήσει. Λοιπόν μόλις συνεννοηθείς με τον Δημήτρη πάρε με σ’ αυτό το νούμερο, και μού’ δωσε μια κάρτα του. Γειά χαρά”.Κοίταξα την κάρτα. Εγραφε: “Χρήστος Γιαννάκας Αντιπροσωπείες – Εισαγωγές. Συγγρού 315” και το τηλέφωνό του. Ήταν γραμμένα σε τρεις γλώσσες ελληνικά, αγγλικά και ρωσικά. Σωστός επιχειρηματίας λοιπόν ο Χρηστάκης. Πραγματοποίησε το όνειρο της ζωής του. Φαίνεται πως παρέδωσε στον Βελή τα υπόλοιπα χειρόγραφα και τη μετάφρασή τους και τον ενημέρωσε και για τις τωρινές δραστηριότες του, χάριν των οποίων σταμάτησε να συνεργάζεται με την Εγκυκλοπαίδεια. Ο Βελής πάντως εντυπωσιάστηκε, γιατί, ευκαιρίας δοθείσης, μου πέταξε μια μέρα“Ξέρεις τι βλέπω; Αυτός ο συμμορίτης, κει πάνω που πήγε, έγινε πιο καπιταλιστής κι από μένα. Αυτά να τα βλέπεις εσύ κι ο μπάρμπας σου και να βάλετε μυαλό”.Όσον αφορά αυτά καθεαυτά τα Έπη ο Βελής έκανε σε μένα την πάπια. Είχε αναγγείλει από τις στήλες του περιοδικού του την προσεχή επαναστατική αποκάλυψη ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν στενές σχέσεις με τους Αΐνού (ο αθεόφοβος), αλλά δεν επεκτεινόταν σε λεπτομέρειες. Η ανακοίνωση πέρασε απαρατήρητη από όλες σχεδόν τις εφημερίδες και την τηλεόραση. Τον επόμενο μήνα ο Βελής την ξανάβαλε όχι μόνο στο περιοδικό του αλλά και (επί πληρωμή φυσικά) στις μεγαλύτερες εφημερίδες και αυτή τη φορά είχαμε αφ΄ ενός μεν πολλά τηλεφωνήματα από αναγνώστες του περιοδικού και αγοραστές της Εγκυκλοπαίδειας, αφ΄ ετέρου, μερικά σχόλια στις εφημερίδες, κάποια από τα οποία ήταν μάλλον ειρωνικά, του Βελή όμως δεν ίδρωσε το αυτί“Το ζήτημα είναι να ασχολούνται μαζί σου κι άσ΄ τους να σε βρίζουν. Τη χειρότερη ζημιά την κάνει το θάψιμο με τη σιωπή”.Στην επόμενη σαββατιανή μας μάζωξη, μετά τα τρέχοντα θέματα, κάποιοι παράσιτοι προσπάθησαν να φέρουν την κουβέντα στα Έπη, ο Βελής όμως με τη στάση του δεν τους ενθάρρυνε. Ήταν προφανές πως δεν ήθελε να επεκταθεί με τέτοιον τρόπο στο θέμα. Έλειπε άλλωστε εκείνο το Σάββατο ο κύριος Μιχαήλ, που θα έδινε άλλο χρώμα στην κουβέντα, ο Χρήστος κι εγώ δεν πήραμε μέρος κι η συζήτηση ξεψύχισε, δίνοντας την ευκαιρία στον κύριο Πιέρρο Αλεβιζάκο να μας αναπτύξει τις περί τιμωρού θεού απόψεις του. Καθώς δεν παρίστατο ο κύριος Ιωαννίδης για να τον αντικρούσει αλώνιζε κάπου μισή ώρα ασύδοτος. Τελικά ο Χρήστος μας έκανε το υπεσχημένο τραπέζι. Μας κουβάλησε σε ένα εξοχικό κέντρο πέρα απ’ το Μενίδι, στο δρόμο που ανηφορίζει προς την Πάρνηθα. Ήταν Τρίτη βράδι και, καθώς δεν υπήρχαν άλλοι πελάτες, ολόκληρο το κέντρο ήταν στη διάθεσή μας. Πήγαμε οι τέσσερις με το αυτοκίνητο του Δημήτρη. Στο κέντρο βρήκαμε να μας περιμένουν ο Χρήστος με τη Ρούλα, άλλα δύο ζευγάρια κι ένας ακόμα άντρας, σωματώδης και κοκκινοπρόσωπος, καταφανώς ξένος. Είχανε καθίσει σε επίμηκες τραπέζι (αποτέλεσμα συνένωσης πέντε μικρότερων) και μας έκαναν θέση να στρωθούμε κι εμείς. Δεν πέρασε πολλή ώρα, όταν κατέφθασε κι ο παπά Ισίδωρος μετά της πρεσβυτέρας του, σέρνοντας τέσσερα παιδιά μαζί τους, γενόμενοι εγκαρδίως δεκτοί από την ομήγυρη. Αυτό, εμένα και το Δημήτρη, μας εξέπληξε, γιατί δεν ξέραμε πως ο Χρήστος είχε με τον παπά και στενότερη γνωριμία, πέρα από τις οικονομικές δοσοληψίες τους. Η παπαδιά σ’ αντίθεση με τον άντρα της ήταν μια εύθραυστη και μικροκαμωμένη γυναίκα, που μιλούσε πάντα χαμηλόφωνα και μου έδωσε την εντύπωση πως ήταν μονίμως τρομοκρατημένη από μιαν άγνωστη αιτία. Οι νεοελθόντες κάθισαν απέναντί μας, δίπλα στο ένα από τα ζευγάρια, που ήταν ντόπιοι και ο Χρήστος όταν μας σύστησε μας είπε τα ονόματά τους, Αρίστος και Μαρία. Το άλλο ζευγάρι, που είχε καθίσει στη δική μας πλευρά ήταν, όπως εξακρίβωσα επαναπατρισθέντες Πόντιοι, ενώ ο μοναχικός άντρας που καθόταν στην δεξιά κεφαλή, ως τιμώμενο προφανώς πρόσωπο, ήταν Ρώσος.Το τραπέζωμα ήταν πλούσιο. Ξεκινήσαμε από μεγάλη ποικιλία μεζέδων και ορεκτικών, που διαλέξαμε από ένα μεγάλο ταβλά, τον οποίον ο σερβιτόρος περιέφερε γύρω από την παρέα και συνεχίσαμε με το κυρίως πιάτο, που ήταν ψητά της ώρας ή μαγειρευτά. Υπήρχε και άφθονο κρασί, το οποίο ο Δημήτρης ως πλέον ειδήμων, καθότι, κοντά στα άλλα, είναι και οινοποιός, όταν το δοκίμασε το χαρακτήρισε καλό. Το μόνο κακό, στην έναρξη του γλεντιού, ήταν το μουσικό μέρος. Το κέντρο διέθετε στερεοφωνική εγκατάσταση απίστευτης έντασης σε ντεσιμπέλ, που θα κάλυπτε άνετα τις ανάγκες συναυλίας σε γήπεδο ή προεκλογικής συγκέντρωσης αλλά και μιαν άθλια συλλογή ασμάτων κατάλληλων για σκυλάδικα. Προβλέποντας πως ο θανάσιμος αυτός συνδυασμός θα μας κατέστρεφε όλο το γλέντι, συνεννοήθηκα με τον Χρήστο και με την άδειά του, παρά τις αντιρρήσεις του καταστηματάρχη, που είχε σε μεγάλη υπόληψη τις κασέτες του και δε μπορούσε να καταλάβει τι σόι διασκέδαση θα γινόταν χωρίς τη μουσική να παίζει στη διαπασών, προχώρησα σε ριζικές αλλαγές. Τα ντεσιμπέλ μειώθηκαν στο επίπεδο της υπόκρουσης, ενώ μετά από εξαντλητική αναδίφηση στο απόθεμα των κασετών επέλεξα μερικές με υποφερτά δημοτικά και νησιώτικα και, περιέργως, κάτι πολύ καλά ρεμπέτικα.Έτσι μπορέσαμε να φάμε και να πιούμε κουβεντιάζοντας σαν άνθρωποι. Ο παπά Ισίδωρος, που είχε καθίσει απέναντί μου, έπιασε αμέσως κουβέντα μαζί μου. Ήταν ενήμερος (από το Χρήστο;) της έκδοσης του τόμου “το άλας της γης” γιατί με ρώτησε σχετικά. Αποδείχτηκε ότι είχε αρκετές γνώσεις ιστορίας, γιατί ξεκινώντας από τους Πόντιους αναφέρθηκε στους Έλληνες της Μαύρης θάλασσας, από την αρχαιότητα και δώθε.“Από την Ανατολή είσαι πάτερ;”“Μπα όχι. Μωραϊτης από τη Γορτυνία, αλλά επειδή πολλοί ενορίτες μου είναι Πόντιοι έκατσα και διάβασα για κείνα τα μέρη”Από κει και πέρα το γλέντι προχώρησε απρόσκοπτα. Χορτάτοι και σχετικά στο κέφι, από το κρασί που ήπιαμε, αρχίσαμε, εμείς οι τέσσερις πρώτα, να τραγουδάμε σότο βότσε Λοϊζο και σε λίγο μας ακολούθησαν κι οι άλλοι. Περάσαμε στα δημοτικά. Εδώ κυριάρχησε ο παπά Ισίδωρος, που διέθετε φωνή, στεντόρεια μεν αλλά από μουσικής πλευράς πολύ σωστή και γι΄ αυτό παρά την έντασή της, καθόλου ενοχλητική. Σε ορισμένα δημοτικά, όπως το “την κεντημένη σου ποδιά μωρή βλάχα μ’” και η “Παπαλάμπραινα”, έκανε τα τζάμια του κέντρου να τρίζουν. Με προτροπή του Δημήτρη οι Πόντιοι πείσθηκαν και τραγούδησαν μαζί του τη “Λεμόνα” και κάτι μακρόσυρτα κι ακατάληπτα ποντιακά, που είχαν μια περίεργη επωδό:γιαρ γιαρ αμάντελευταίος δε μπήκε στο τραγούδι κι ο Ρώσος φιλοξενούμενός του Χρήστου, Σεργκέι Ιβάνοβιτς Γκρομώφ, το όνομα του. Τραγούδησε πολύ σωστά και με ζεστή μπάσα φωνή τα ωραιότατα “Βραδινά γύρω απ’ τη Μόσχα” με υπόκρουση της φυσαρμόνικάς μου. Ύστερα από αυτό ο παπάς μερακλώθηκε, έβγαλε το καλυμαύχι και το ράσο, μένοντας με το σκουρογάλαζο φελόνι, σηκώθηκε, πήρε με το ζόρι τον Χρήστο και τη Ρούλα κι άρχισαν να χορεύουν καλαματιανό. Δεν τα πήγαν καλά. Η Ρούλα ιδίως, χόρευε δράμα. Λες και πατούσε σταφύλια.Ο παπάς απογοητευμένος κάθισε στη θέση του απέναντί μου. Όπως φαίνεται με είχε πάρει από καλό μάτι.“Μωρέ Νίκο, νά ΄ξερες πόσο θά ΄θελα να χορέψω τσάμικο αλλά ποιός μπορεί να με κρατήσει. Δε γίνεται τίποτα μ’ αυτή την παρέα, δε φελάτε”.Δίκιο είχε, γιατί στον τσάμικο, από όλη την ομάδα των χορευτών, πρωταγωνιστεί μεν, με όλα τα σχετικά κόλπα, πήδους και τσαλίμια, ο πρώτος, αλλά ο αφανής ήρωας είναι ο δεύτερος, που αποτελεί το στήριγμα και το εφαλτήριό του. Οι υπόλοιποι απλώς παρακολουθούν, σαλεύοντας στο ρυθμό του τσάμικου. Για να είσαι ο δεύτερος στον τσάμικο θέλει γερά μπράτσα, μεγάλη ευστάθεια και το απαιτούμενο μπόι. Και στην παρέα μας κανείς δεν διέθετε τέτοια προσόντα. Ίσως ούτε ο Ηρακλής αυτοπροσώπως να κατάφερνε να κρατήσει τον παπά χορεύοντα τσάμικο.Ανάμεσα στα τραγούδια και το χορό συνεχίζαμε τις κουβέντες μας χωρισμένοι σε ομάδες. Με διερμηνέα τον Δημήτρη έπιασα συζήτηση με το Ρώσο. Κάτι δεν πήγαινε καλά εκεί πάνω και ήθελα να μάθω. Μία το Τσερνομπίλ, ύστερα το ναυάγιο του “Ναυάρχου Ναχίμωφ”, κατόπιν το ατύχημα με τον αγωγό φυσικού αερίου, στην Όρσα, που έσκασε την ώρα που περνούσε ένα τραίνο και κάηκαν ένα σωρό παιδάκια. Όλα αυτά έδειχναν ανοργανωσιά και ανευθυνότητα που δεν τις περίμενα από μια τόσο σχεδιοποιημένη οικονομία. Ο Σεργκέι Ιβάνοβιτς ήταν στην αρχή επιφυλακτικός“Βρισκόμαστε σε μεταβατική περίοδο. Το σύστημα κεντρικού σχεδιασμού, όπως εφαρμοζόταν ως τώρα φαίνεται ότι έχει εξαντλήσει τα όριά του. Αναζητούμε νέους τρόπους λειτουργίας της οικονομίας και αυτό δεν είναι πολύ εύκολο. Μη ξεχνάτε πως υπάρχουν πολλοί που έχουν συνηθίσει να δουλεύουν εκτελώντας απλώς εντολές, που φοβόνται να πάρουν και την παραμικρή πρωτοβουλία. Ύστερα, κλείσαμε εβδομήντα χρόνια ύπαρξης και όσο να είναι απαιτείται μια ριζική ανανέωση. Οι Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής, να μη το ξεχνάμε, ενενήντα περίπου χρόνια από την ίδρυσή τους κόντεψαν να διαλυθούν από έναν εμφύλιο πόλεμο, που κράτησε πέντε χρόνια και στοίχισε χιλιάδες νεκρούς. Εμείς θα το αποφύγουμε αυτό. Πιστεύω πως θα τα καταφέρουμε”.Η Μαργαρίτα κι η Λασκαρίνα βάλανε στη μέση την παπαδιά, που τη συμπάθησαν πολύ. Σε λίγο παρατήρησα πως έπαψε να μοιάζει τρομοκρατημένη και άρχισε να φλυαρεί εύθυμα μαζί τους.Ο παπά Ισίδωρος βλέποντας πως παρατηρούσα τις τρεις γυναίκες, διέκοψε την εγκάρδια συζήτηση που είχε με τον παρακαθήμενο του Αρίστο και μου είπε, κλείνοντας το μάτι“Μην τη βλέπεις έτσι μινιόν. Το λέει η περδικούλα της. Εξέβαλα εξ αυτής επτά δαιμόνια, που λένε και οι Γραφές”“Μη μου πεις παπά-Ισίδωρε πως έχετε εφτά παιδιά;”“Ιερός αριθμός. Ούτε ένα παρακάτω. Απόψε φέραμε μόνο τα μικρά. Ο πρώτος μου γιος υπηρετεί στρατιώτης και οι δυο μεγάλες κόρες μου κάνουν φροντιστήριο”.“Ο παπάς μας είναι σε όλα μπόλικος”, είπε γελώντας ο Αρίστος.Το τραβήξαμε ως τις μικρές ώρες της νύχτας. Παρά τις προτροπές της γυναίκας του, που τις διατύπωνε με χαμηλή φωνή, ξαναβρίσκοντας το τρομοκρατημένο ύφος της, ο παπάς δεν ήθελε ούτε να ακούσει για αποχώρηση. Τελικά βόλεψαν τα κοιμισμένα παιδιά τους σε αυτοσχέδια κρεβάτια, που ο Αρίστος σκάρωσε στα σβέλτα με καρέκλες και παλτά σε μια γωνιά του κέντρου και μείνανε.Ο Αρίστος, που, όπως έμαθα, ήταν οικοδόμος από τη Μύκονο, επίτροπος της εκκλησίας του Αγίου Κωνσταντίνου και στενός φίλος του παπά, ήταν πραγματικό περιβόλι. Άνθρωπος του κρασιού και του τραγουδιού, ανοιχτόκαρδος και καλαμπουριτζής, έγινε η καρδιά του γλεντιού. Όσο τα παιδιά του παπά ήταν ξύπνια, τα διασκέδαζε με διάφορα ταχυδακτυλουργικά κόλπα, ενώ ήταν πρώτος και καλύτερος στο χορό, μπάλο, συρτό, ικαριώτικο, όλους τους κατάφερνε. Η γυναίκα του η Μαρία, Κρητικιά, μελαχροινή και μπιρμπιλομάτα, του έμοιαζε σε πολλά. Σαραντάρα, που μικρόδειχνε, εύθυμη και χαριτωμένη, φαινόταν ερωτευμένη ακόμα με τον Αρίστο. Τουλάχιστον αυτό συμπέρανα βλέποντάς τους, καθώς χόρευαν μπάλο, να κοιτάζονται στα μάτια. Με τους Πόντιους δεν άλλαξα και πολλές κουβέντες. Τους είχε αναλάβει ο Δημήτρης. Όσο για το Ρώσο, έτρωγε με μεγάλην όρεξη και έπινε τέτοιες ποσότητες κρασιού, που προκάλεσε το σεβασμό του παπά Ισίδωρου“Άνθρωπος φάγος και οινοπότης, ο ξένος μας”, μού ’πε, γεμίζοντας του, για εκατοστή ίσως φορά, το ποτήρι.Δεν ξέρω αν ο Σεργκέι Ιβάνοβιτς είχε μεθύσει, με τόσο κρασί που ήπιε. Πάντως κι αν μέθυσε, έκανε καλό μεθύσι. Χόρεψε μάλιστα γκοπάκ, που έπαιξα με τη φυσαρμόνικά μου, καταχειροκροτηθείς. Μόνο που, μπερδεύοντας με με το Δημήτρη, μετά το χορό, πήρε την καρέκλα του, έκατσε βαρυανασαίνοντας δίπλα μου κι άρχισε να μου αφηγείται στη γλώσσα του, μιαν ιστορία πολύ συγκινητική, όπως τουλάχιστον συνεπέρανα από τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά του, γιατί φυσικά δεν έβγαλα λέξη.Το γλέντι είχε φτάσει στην τελική του φάση, εκεί που τα τραγούδια κι ο σχετικός χαβαλές σταματάνε, οι κουβέντες ξεψυχούν και οι περισσότεροι συμποσιαστές πέφτουν σε περισυλλογή και ρεμβασμό. Από το στερεοφωνικό του κέντρου μόλις ακούγονταν κάτι θαυμάσια του Μάρκου και του Τσιτσάνη, δημιουργώντας μιαν ατμόσφαιρα μελαγχολικής νοσταλγίας. Ο Δημήτρης τότε μας απάγγειλε τον Μπαταριά του Μαλακάση, που ήταν ότι έπρεπε για την περίσταση. Η Ρούλα μάλιστα δάκρυσε, πράγμα που μου φάνηκε κάπως υπερβολικό.Κάποτε συναποφασίσαμε να το διαλύσουμε. Ο Χρήστος και η Ρούλα μας αποχαιρέτησαν με μιαν εγκαρδιότητα που μας παραξένεψε. Αγκαλιές και φιλιά, λες και δε θα μας ξανάβλεπαν. Ο παπάς, ζαλωμένος με τα τρία από τα τέσσερα κοιμισμένα παιδιά τους και την παπαδιά ξωπίσω του να σέρνει από το χέρι το μεγαλύτερο, μισοκοιμισμένο ακόμα, πήγανε προς το αυτοκίνητό τους, ένα κλειστό φορτηγάκι Φολκσβάγκεν. Ο Αρίστος με τη Μαρία μπήκαν στο δικό τους ημιφορτηγό με την ένδειξη ΕΡΓΟΛΑΒΙΚΟ και εμείς τραβήξαμε στο αμάξι του Δημήτρη. Με το, όχι αβάσιμο, επιχείρημα πως ήμασταν μεθυσμένοι, οι γυναίκες δεν άφησαν ούτε το Δημήτρη ούτε εμένα να οδηγήσουμε. Ανάλαβε η Λασκαρίνα, ως πιο νηφάλια, να μας μεταφέρει σώους στα σπίτια μας. from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία