You are here

Ελληνική αποκριά – Κάρολος Ντίκενς

Συνεχίζουμε και σήμερα, μέρα αργίας και γιορτής που επιστεγάζει τον αποκριάτικο γιορτασμό, με λογοτεχνικό κείμενο αποκριάτικης θεματολογίας. Θα σας παρουσιάσω ένα ταξιδιωτικό, αναπάντεχο κείμενο, που δεν ξέρω αν είναι ευρύτερα γνωστό. Εγώ πάντως ομολογώ πως δεν το ήξερα και το ανακάλυψα πριν από μερικά χρόνια, καθώς φυλλομετρούσα παλιά τεύχη του Μπουκέτου της κατοχικής περιόδου – του 1942, πραγματικά απρόσμενο διαμάντι μέσα στον ζόφο.Ο Ντίκενς περιγράφει στο άρθρο αυτό τις εντυπώσεις του από τον γιορτασμό της Αποκριάς σε ένα ελληνικό χωριό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Από τις γεωγραφικές πληροφορίες που δίνονται, ο φίλος μας ο Σκύλος, που τον αγγάρεψα να πληκτρολογήσει το κείμενο, συμπεραίνει ότι ο τόπος είναι ο Μόλυβος της Λέσβου.Χάρη στις δυνατότητες που απλόχερα μας δίνει το Διαδίκτυο, μπόρεσα και βρήκα ότι το αγγλικό άρθρο δημοσιεύτηκε το 1854 στο εβδομαδιαίο περιοδικό Household words, που το εξέδιδε ο Ντίκενς στη δεκαετία του 1850 και όπου παρουσίαζε δικά του κείμενα και άλλων, λογοτεχνικά και μη -στο περιοδικό αυτό δημοσίευσε σε συνέχειες μυθιστορήματα όπως τα Δύσκολα χρόνια.Το συγκεκριμένο άρθρο δημοσιεύτηκε στη ρουμπρίκα The Roving Englishman (Ο περιπλανώμενος Εγγλέζος) με τίτλο A Greek Carnival. Επειδή γράφω βιαστικά, δεν έχω τσεκάρει πότε ακριβώς επισκέφθηκε ο Ντίκενς τα μέρη μας και τι άλλο έχει γράψει σχετικά, κι αν τα όσα έχει γράψει έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά -οπότε υπάρχει πιθανότητα να κομίζω γλαύκα.Το πρωτότυπο άρθρο θα το βρείτε εδώ, στη σελίδα 375 του τόμου. Δεν πρόλαβα να ελέγξω την ελληνική μετάφραση, που αγνοώ ποιος την έκανε, προσέχω πάντως ότι στην αρχή αρχή ο Ντίκενς απευθύνεται σε κάποιον Demetraki, που ο μεταφραστής τον αναβαθμίζει σε Δημήτρη. Ευχαριστώ και πάλι τον φίλο μας τον Σκύλο για την πληκτρολόγηση.ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΚΡΙΑΤΟΥ ΚΑΡΟΛΟΥ ΝΤΙΚΕΝΣ(Μια άγνωστη κι εξαιρετικώς ενδιαφέρουσα επίκαιρη σελίδα του μεγάλου μυθιστοριογράφου Καρόλου Ντίκενς, στην οποία ο διάσημος συγγραφεύς περιγράφει τον εορτασμόν της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς σε κάποια ελληνική πόλη της Ανατολής). — Λοιπόν, Δημήτρη, τι θες;Ο Δημήτρης ήταν ένας κοιλαράς που το κρασί τού είχε κοκκινίσει λιγάκι τη μύτη. Ήταν και λίγο ψεύτης. Δεν έλεγε ποτέ του παστρικά «δυό και δυό κάνουν τέσσερα». Επειδή όμως έμενα τόσον καιρό εκεί και τώρα θα γύριζα στην έδρα της εφημερίδος μου χωρίς να έχω γράψει τίποτα γι’ αυτόν, ήθελε να προκαλέσει την προσοχή μου. Κουμπώθηκε, πήρε στάση ευγενικιά και μου είπε πως από την άλλη πλαγιά του βουνού γινόταν μεγάλο γλέντι. Ήταν της γνώμης πως σήμερα οι Έλληνες θα περνούσαν περίφημα. Αύριο, βλέπετε, άρχιζε νηστεία για πενήντα μέρες, κι η νηστεία για τους Έλληνες είναι πολύ σοβαρή υπόθεση. Τα θρησκευτικά τους καθήκοντα τα τηρούν παραδειγματικά. Πιστεύουν πως όσοι δεν φάνε κρέας τη Σαρακοστή, εξασφαλίζουν το διαβατήριό τους για τον Παράδεισο.***Η πρωινή δροσιά ήταν υπέροχη. Ανέβηκα τον βραχώδη λόφο που βρισκόταν απέναντι στο σπίτι, όπου έμενα, ακολουθώντας τον Δημήτρη που περπατούσε με κόπο. Τέλος, αφού γλιστρήσαμε μερικές φορές κι εκάμαμε ένα-δυο μεγάλα πηδήματα, φτάσαμε στην άλλη πλαγιά, εκεί που γινόταν το γλέντι. Ήταν πολύ όμορφο το θέαμα όλων αυτών των ανθρώπων που χόρευαν πιασμένοι από τα χέρια και τραγουδούσαν όλοι μαζί. Και ήταν πολύ ευχάριστο να τους βλέπει κανείς με τις απλές και σεμνές φορεσιές τους και με τη χαρά που τους έστελνε ο Θεός καθρεφτισμένη πάνω στα πρόσωπά τους.Σε λίγο άρχισαν να μαζεύονται σε μικρές παρέες από έξι ή επτά άτομα. Οι μποτίλιες που περνούσαν από χέρι σε χέρι, δεν άργησαν να φέρουν το αποτέλεσμά τους. Από μια παρέα, κάμποσο μακριά, ακούστηκε ένα δυνατό γέλιο. Αμέσως δόθηκε απάντηση και μια άλλη παρέα η οποία έπινε για καλά εδώ και τόση ώρα, άνοιξε το γλέντι της ημέρας με τα όργανα. Τα παλικάρια άρχισαν να συγκεντρώνονται από παντού. Ο χορός, το τραγούδι, το γέλιο είχαν γενικευθεί. Όσο μακριά κι αν έφθανε το μάτι έβλεπε κανείς ανθρώπους να χορεύουν ή να τραγουδούν, ενώ οι μπουκάλες πήγαιναν από χέρι σε χέρι.Πιο μακριά ακόμη, στην κορυφή του λόφου, έβλεπες παρέες γυναικών και παιδιών που φορούσαν τα γιορτινά τους και που παρακολουθούσαν αυτούς που γλεντούσαν. Σιγά-σιγά όμως πλησίαζαν, χωρίς εν τούτοις ν’ ανακατευτούν στον χορό ή στα τραγούδια των ανδρών.***Εκείνη την ώρα βρισκόμουνα σ’ ένα από τα ωραιότερα μέρη του κόσμου. Στα πόδια μου απλωνόταν ο κόλπος του Αδραμυτιού, δεξιά διάκρινα τον κάμπο της Τροίας κι αριστερά, πιο κοντά, το ακρωτήριο Μπαμπά. Δεν υπήρχαν μπροστά μου ούτε δέντρα, ούτε χαμόκλαδα για να μου κρύψουν τη θέα. Τίποτ΄ άλλο παρά ένα μεγάλο αμφιθέατρο από θάλασσα και βουνά. Πίσω μου όμως ήταν τα πυκνά δάση, τα σμαραγδένια λιβάδια, οι υπέροχοι λόφοι κι οι γραφικές κοιλάδες της όμορφης Λέσβου.Κάτω, στην ακρογιαλιά, ήταν τα σπίτια των πλουσίων, ένα τζαμί περήφανο από το οποίο ο χότζας καλούσε τους πιστούς, δύο φάροι και ένα λιμάνι γεμάτο από καράβια φορτωμένα σιτάρι για την Αγγλία. Έσκυψα τα μάτια στο χώμα και είδα ένα παλιό νόμισμα δυο χιλιάδων ετών.***Δεν ήταν όμως καιρός για σκέψεις και ρεμβασμούς. Γύρω μου, δίπλα μου, κοντά μου, τόσο κοντά ώστε σχεδόν να μ’ αγγίζουν, τα παλικάρια εξακολουθούσαν το γλέντι τους. Κι ήταν τόσο θαυμάσιο το θέαμα των Ελλήνων αυτών, ώστε είμαι υποχρεωμένος να ομολογήσω πως οι όμορφες εικόνες που συναντούσε σ’ όλα τα γύρω το μάτι μου, εικόνες ξένες προς το γλέντι των παλικαριών, δεν πρόσθεταν τίποτα στο θαυμάσιο εκείνο θέαμα.Ξαφνικά βλέπουμε μια παρέα από Έλληνες που είχαν καταπιαστεί με κάποια περίεργη δουλειά. Είχαν πάρει ένα κούτσουρο και το έντυναν με παλιόρουχα που τα ’δεναν με σπάγγους. Το κούτσουρο αυτό δεν είχε ούτε κεφάλι, ούτε πόδια. Όπως μου είπαν, παριστούσε τον ελληνικό Καρνάβαλο και γι’ αυτό ήταν έτσι χοντρός, όπως οι καλοφαγάδες. Όταν τον έντυσαν, πήραν δύο ξύλα που τα ένωσαν με δύο μικρότερα, κάνοντας έτσι ένα φορείο. Απάνω σ‘ αυτό έβαλαν τον Καρνάβαλο που πέθαινε εκείνη την ώρα. Έπειτα έξι ως οκτώ παλικάρια σήκωσαν το φορείο και πήγαν να κηδέψουν τον Καρνάβαλο. Μπροστά πήγαινε μια άλλη παρέα από παλικάρια που χόρευαν και τραγουδούσαν χειροπιασμένα. Άλλες παρέες ήταν δεξιά κι αριστερά και σιγά σιγά όλοι όσοι γλεντούσαν πήγαν μαζί τους. Εκτός από κείνους που σήκωναν τον Καρνάβαλο, οι άλλοι χόρευαν και τραγουδούσαν, κατά τον ίδιο όμως τρόπο με τον οποίο οι παπάδες ψάλλουν τη νεκρώσιμη ακολουθία.Παρακολούθησα την πομπή αυτή ως ότου έστριψε πίσω από τον λόφο, στην κοιλάδα, και νόμιζα πως βρισκόμουν στ’ αρχαία Κρόνια. Είναι να θαυμάζει κανείς πώς τ’ αρχαία πανηγύρια ζουν πάντα μέσα στις λαϊκές παραδόσεις. Εκείνοι εξακολουθούσαν τον δρόμο τους, γελώντας, τραγουδώντας, κάνοντας κάθε είδους αστειότητες, σχεδόν βάναυσες. Αλλά μ’ αυτό η πομπή τους δεν γινόταν λιγότερο γραφική και χαρούμενη.Τέλος εξαφανίσθησαν όλοι μέσα στους ακάθαρτους και στενούς δρομάκους της πόλης κι’ έμαθα κατόπιν ότι γύρισαν από σπίτι σε σπίτι. Επειδή δεν μπόρεσα να τους παρακολουθήσω στη διαδρομή τους, φοβήθηκα πως θα χάσω το θέαμα της ταφής το Καρναβαλιού. Με λύπη μου προσθέτω πως οι φόβοι μου επαλήθευσαν. ***Μπήκα στην πόλη από έναν δρόμο που βρισκόταν μακριά από το σπίτι μου και περπατούσα προσεκτικά ανάμεσα στα ρυάκια που επωάζουν τον πυρετό. Οι γλιστερές πέτρες, με τις οποίες είναι στρωμένοι οι δρόμοι, γίνονται πιο γλιστερές με τις ακαθαρσίες που πετούν. Περπατώ ελαφρά και δεν κάνω καθόλου θόρυβο, στο κάτω κάτω δε, δεν είμαι τέτοιος που η εμφάνισή μου να προξενεί τρόμο. Εν τούτοις, μόλις μπήκα στον δρόμο αυτό, έγινε κάποια μεταβολή. Όταν έστριψα την πρώτη γωνιά, στις πόρτες και τα παράθυρα ήταν νεαρές γυναίκες που γελούσαν και φλυαρούσαν. Μόλις φάνηκα, άκουσα τις πόρτες κα τα παράθυρα να κλείνουν γρήγορα-γρήγορα. Ο «Φράγκος» είναι σπάνιο θέαμα σ’ εκείνη τη γειτονιά κι οι γυναίκες είναι άγριες σαν κατσικάκια. Με παρατηρούσαν μέσα από τα σπίτια τους κρυμμένες. Κι αν ακόμα, όμως, έμενα επί ώρες στον δρόμο, καμιά δεν θα έβγαινε, παρά μόνον όταν θα ’φευγα.Ξέρω γιατί οι Ελληνίδες είναι έτσι δειλές και φοβισμένες σαν κατσικάκια και μου προξενεί πόνο όταν το σκέπτομαι. Χίλιες ιστορίες έχω στο μυαλό μου ωραίων κι αθώων γυναικών που προσέλκυσαν τυχαίως την προσοχή κάποιου Τούρκου και κατόπιν εξαφανίσθηκαν μυστηριωδώς, χωρίς ποτέ κανείς να τις δει ή ν’ ακούσει τίποτα γι’ αυτές. Ελπίζω πως οι καιροί αυτοί πέρασαν για πάντα, δεν είμαι όμως και σίγουρος γι’ αυτό. Δεν έχω, λοιπόν, το δικαίωμα να παραξενεύομαι γιατί οι Ελληνίδες τρέχουν όταν δουν ξένο.Προχωρώντας μπήκα στην πιο πολυσύχναστη συνοικία κι από παντού άκουα ρινόφωνα τραγούδια, χειροκροτήματα, τσουγκρίσματα ποτηριών να βγαίνουν από τις ανοιχτές πόρτες ή τα μισόκλειστα παράθυρα. Εδώ κι εκεί κάποιος Τούρκος καθισμένος σταυροπόδι σε μια πέτρα κάπνιζε αμέριμνα τον ναργιλέ του με μια περιφρονητική αδιαφορία. Μια μακριά σειρά μουλαριών, δεμένων το ένα πίσω από τ’ άλλο, που ήταν φορτωμένα με ασκιά λάδι, διάσχιζε κείνη την ώρα τον δρόμο. Τα ζώα ήταν βρωμερά και καταλασπωμένα γιατί είχαμε φοβερές βροχές. Για να μη νοιώθω τη βρώμα των ζώων και του φορτίου, άναψα ένα τσιγάρο. Ο καπνός είναι ισχυρό αντίδοτο σ’ αυτές τις περιστάσεις. Πιο πέρα, συνάντησα χαμάληδες με την χαμαλίκα τους που σήκωναν από ένα σφαγμένο αρνί στον ώμο. Το φορτίο αυτό θα στελνόταν το βράδυ με το αυστριακό βαπόρι στην Κωνσταντινούπολη.Συνάντησα κι άλλους ανθρώπους που ’ρχονταν από τα χωράφια κι έφερναν σε ξύλινους κουβάδες φρέσκο τυρί από πρόβειο γάλα. Αυτό το τρώνε με το μέλι κι είναι η καλύτερη τροφή του κόσμου. Ελπίζω να ’χουν αύριο στο τραπέζι του Άγγλου ναυάρχου Ντούντας, όπου είμαι καλεσμένος. Γιατί οι Έλληνες εργάζονται και τις εορτές, όταν εμφανισθούν στα τουρκικά νερά, ευρωπαϊκά πολεμικά.Αλλά να, ξαφνικά, μια παρέα μασκαράδων με μουσικά όργανα. Ζητούν δεκάρες και με σταμάτησαν γιατί νομίζουν πως δεν τους γνωρίζω. Εν τούτοις γνώρισα έναν από το πνιχτό του γέλιο. Αυτός ήταν ικανός να με πάρει από πίσω, αν δεν του ’δινα τίποτα. Έβγαλα από την τσέπη μου λίγα νομίσματα, του τα ’δωσα κι αμέσως όλοι τον τριγύρισαν για να δουν τι πήρε, χωρίς να δίνουν προσοχή στις λάσπες που τσαλαβουτούσαν.Το απόγευμα το πέρασα γυρνώντας εδώ κι εκεί, διασκεδάζοντας με όσα έβλεπα κι’ ούτε σκέφθηκα να γυρίσω στην κάμαρά μου. Σταμάτησα πολλές φορές μπροστά σε ομάδες νέων που χόρευαν ή έπαιζαν. Νομίζω πως ήταν τα πιο όμορφα παλικάρια που ’χω δει και στάθηκα να θαυμάσω την υγεία τους, τη ρώμη τους, την ομορφιά τους. Έπαιζαν κάποιο αληθινό παιχνίδι με πήδημα κι ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα Έλληνες να παίζουν ένα παιχνίδι που χρειάζεται βίαιες κινήσεις, δύναμη κι ελαστικότητα. Έπαιζαν διάφορα παιχνίδια ώς ότου βράδιασε.Ο ήλιος, τέλος, έδυσε πίσω από το χιονισμένο βουνό, το νυκτερινό κρύο άρχισε να δυναμώνει και τα παλικάρια, αφού έδεσαν καλά τις βράκες τους, γύρισαν στην πόλη σέρνοντας τις παντούφλες τους, χορεύοντας, τραγουδώντας.Γύρισα κι εγώ στην κάμαρά μου. Με περίμενε καλή φωτιά και όμορφο τσάι. Πέντε λεπτά στο παράθυρο ήπια το τσάι μου, έπαιξα λίγο με την πένα μου πάνω στο χαρτί κι ύστερα -ύπνο.ΚΑΡΟΛΟΣ ΝΤΙΚΕΝΣ  from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

User login