You are here
Τραγούδια του σαλονιού (διήγημα του Δημήτρη Πετσετίδη)
Γεννημένος το 1940 στη Σπάρτη, ο Δημήτρης Πετσετίδης σπούδασε μαθηματικός, δημοσίευσε τα πρώτα του διηγήματα το 1977 και απο τότε καλλιεργεί το είδος, μένοντας πιστός στη μικρή φόρμα και στα συνήθως ολιγοσέλιδα διηγήματα χαμηλών τόνων.Πιθανώς να τον ξέρετε και ως σκιτσογράφο, διότι ασχολείται και με τη γελοιογραφία. Στον ιστότοπό του υπάρχουν δείγματα της δουλειάς του και στο σκίτσο και στον γραπτό λόγο.Στη συλλογή «Εν οίκω» (2012) συγκεντρώνει δεκαπέντε διηγήματα που το καθένα εκτυλίσσεται σε ένα δωμάτιο ή περιστρέφεται γύρω από αυτό -πολλά είναι δωμάτια του πατρικού σπιτιού στη Σπάρτη, άλλα φοιτητικά στην Αθήνα, άλλα δεν προσδιορίζονται χρονικά.Διάλεξα ένα διήγημα από την παιδική ηλικία του Πετσετίδη, από τα χρόνια του Εμφύλιου, που ίσως πουθενά δεν ήταν τόσο άγριος όσο στην Πελοπόννησο.Το μεταφέρω από τις σελίδες 49-55 του βιβλίου, χωρίς καμιά αλλαγή -ήταν ήδη σε μονοτονικό.Να σημειώσω ότι το διήγημα ανεβαίνει με αυτόματο πιλότο, διότι ξεκίνησα πολλά πρωί για μια μικρή εκδρομούλα. Τα λέμε το απόγευμα.ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΣΑΛΟΝΙΟΥΟ βασιλιάς σας γάιδαρος κι ο Σκόμπι το σαμάρι, Καλαματιανή,κι ο Σκόμπι το σαμάρι, ρούσα και ξανθή.Καβάλησε ο Σφακιανός και πήγε στο παζάρι, Καλαματιανή,Και πήγε στο παζάρι, ρούσα και ξανθή.Η θεία Αγγελική μού τραγουδούσε, με χαμηλή φωνή, αλλά με πείσμα, χτυπώντας τη γροθιά της στην παλάμη, ξαπλωμένη στο ντιβάνι του σαλονιού. Στο σαλόνι αυτό πηγαίναμε, όταν η θεία δεν είχε δουλειά, και μου διάβαζε συλλαβίζοντας τον κόμη Μοντεχρήστο και τις προκηρύξεις που πέταγαν στον δρόμο κάθε βράδυ οι αντάρτες. Κι ύστερα άρχιζε να τραγουδάει προσέχοντας να μην την ακούσουν οι δικοί μου, ο πατέρας μου και η μητέρα μου. Αυτοί βρίσκονταν στο χειμωνιάτικο και άκουγαν τις ειδήσεις από ένα μικρό ραδιόφωνο που είχε αγοράσει ο πατέρας στο τελευταίο ταξίδι του στην Αθήνα. Είχε φύγει συνοδηγός με το φορτηγό του μπαρμπα-Δήμου, έλεγε πως τον ζάλιζαν τα λεωφορεία. Ήταν ένα ταξίδι 350 χιλιομέτρων, το οποίο διαρκούσε σχεδόν μια μέρα. Όταν γύρισε, ήρθε με το δικό του αυτοκίνητο, ένα μικρό ανατρεπόμενο φορτηγάκι, το οποίο έμελλε να γίνει ένας βασανιστής για μένα, καθώς αργότερα -δεν ξέρω πόσες φορές- με υποχρέωνε ο πατέρας μου να τραβάω μανιβέλα μέσα στα κρύα πρωινά εκείνα που αυτό αρνιόταν να πάρει εμπρός. Μαζί με το αυτοκίνητο έφερε και το ραδιόφωνο για να ακούει ειδήσεις και ανατολίτικα τραγούδια στα μακρά κύματα.Η θεία Αγγελική, χρυσοχέρα μοδίστρα, ήταν γραμμένη και προγραμμένη στους καταλόγους που είχαν συντάξει μυστικά και είχαν αποστείλει στην Ένωση Εθνικοφρόνων του νομού οι επικεφαλής της εν λόγω οργάνωσης στο χωριό της. Οι κατάλογοί αυτοί είχαν προωθηθεί, εν συνεχεία, και σε κάθε αρμόδια κρατική υπηρεσία.Αυτός που συνέτασσε τέτοιους καταλόγους, ο κυρ Νίκος Ψαρέας, είχε κάνει χρόνια πολλά στη Νέα Υόρκη και, αφού πρόκοψε, τώρα κατοικούσε στο μεγάλο διώροφο σπίτι στην πλατεία του χωριού. Σπίτι πέτρινο με μπαλκόνια και ταράτσες, με σαλόνια και πολύχρωμες τζαμαρίες.Στο έργο της σύνταξης των καταλόγων τον βοηθούσε ο Πότης Κοψάκος, κτηματίας, έγγαμος οικογενειάρχης με τρεις γιους. Ο ένας μπήκε στη σχολή των Ευελπίδων και έγινε μετά αξιωματικός καταδρομέας, και αργότερα επαναστάτης της 21ης Απριλίου, ο δεύτερος φιλόλογος καθηγητής κι ο τρίτος, αφού τελείωσε τη Νομική, μπήκε στο δικαστικό σώμα.Τι είχε κάνει η καημένη η θεία Αγγελική; Είχε ράψει δωρεάν τις στολές ανταρτών, όταν της είπαν ότι παίρνουν τα όπλα για να πολεμήσουν τους Γερμανοϊταλούς κατακτητές. Η πράξη της θεωρήθηκε βαρύ αμάρτημα από ικανή μερίδα συγχωριανών της. Η ίδια ήταν πεπεισμένη ότι η μικρή της προσφορά δεν είχε τίποτε το επιλήψιμο και μίλησε άσχημα στον Πότη Κοψάκο, όταν μια μέρα την κατηγόρησε ότι είχε προσχωρήσει με αυτή της την ενέργεια στις τάξεις των απάτριδων. Έτσι το όνομα της θείας Αγγελικής το καταχώρισε στους καταλόγους που συνέτασσε ο κυρ Νίκος Ψαρέας.Πριν συμβεί αυτό το επεισόδιο με τις στολές των ανταρτών, η θεία Αγγελική δεν είχε ποτέ ασχοληθεί ή συζητήσει τίποτε περί τα πολιτικά. Ζούσε μαζί με τη χήρα μητέρα της και τη μικρότερη αδελφή της. Ο πατέρας τους είχε πεθάνει από κρυοπαγήματα, μόλις γύρισε τραυματίας από τον πόλεμο.Μετά την απελευθέρωση, τη φιλοξενούσαμε στο σπίτι μας στην πόλη. Στο χωριό είχε μεγαλώσει επικίνδυνα το πλήθος των απειλών που δεχόταν καθημερινά. Ένας αόρατος κλοιός ένιωθε να την περιτριγυρίζει καθώς αντίκριζε τα θολά βλέμματα αντρών και γυναικών κάθε φορά που ήταν υποχρεωμένη να βγει από το σπίτι της. Πότε για να πάει στην εκκλησία, πότε για να ψωνίσει από το παντοπωλείο «Η ειλικρίνεια», πότε για να πάει στη βρύση για νερό.Όταν η θεία δεν είχε δουλειά και βρισκόμαστε μαζί στο σαλόνι άρχιζε να μου τραγουδάει, σιγανά και σφυριχτά το τραγούδι της: Ο βασιλιάς σας γάιδαρος… Κι εγώ έσπευδα να της απαντήσω από την άλλη μεριά: Του ναύτη τα κανόνια δεν πιάνουνε φωτιά, / γιατί ο βασιλιάς μας κρατάει τα κλειδιά. / Ω! γενναίε βασιλιά!Έτσι, παίζοντας και τραγουδώντας περνούσαμε τις ελεύθερες ώρες μας στο σαλόνι του σπιτιού μας, κάθε μέρα με τη θεία Αγγελική. Μερικές φορές, όταν αυτή μου τραγουδούσε το άλλο τραγούδι της: Σαν ατσάλινος τοίχος και αλύγιστα ορμά εις τα πεδία η παγκόσμια εργατιά, με αρχηγούς τους Βοροσίλοβ, Τιμοσένκο και Μπονντιένι που ‘ναι οι μάνες του κόκκινου στρατού, κι εγώ δεν καταλάβαινα τι είναι αυτοί οι Βοροσίλοι και οι Μπουντιένοι, άλλαζε τα ονόματα και στον ίδιο σκοπό τραγουδούσε: …με αρχηγούς Σαμαρινιώτη, τον Σαράφη και τον Άρη, που ‘ναι οι μάνες του κόκκινου στρατού.Κάτι φορές πάλι με θριαμβευτικό ύφος και όλο πόζα, σήκωνε λίγο περισσότερο τη φωνή της και άμα ήταν βέβαιη ότι δεν μας ακούει κανείς, με άρπαζε από τους ώμους, κάρφωνε τα μάτια της στα δικά μου και μου τραγουδούσε: Δεν μας τρομάζουν των Γερμανών τα βόλια / των φασιστάδων τα άτιμα σπαθιά! / Το χουμε γράψει βαθιά μες στην καρδιά μας / Λαοκρατία καί όχι βασιλιά! για να πάρει ευθύς την απάντηση: Ένα καρα- ένα καράβι έρχεται, /Απ’ τη μεγα- απ’ τη μεγάλη Αγγλία / Και φέρνει ρετσινόλαδο / να πιει η Λαοκρατία.Τον άλλο χρόνο, το καλοκαίρι, η θεία Αγγελική επέστρεψε στο χωριό, κοντά στις δικές της, έπρεπε να βοηθήσει τη χήρα μάνα και την αδελφή της. Στο χωριό τη συνέλαβαν οι οπλοφόροι της ομάδας του Μαυρέα, που για κακή της τύχη είχαν εγκατασταθεί εκεί και τρομοκρατούσαν τη γύρω περιοχή στο όνομα της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας.Ο υπαρχηγός, Σαξονάκος Νικόλαος, αργότερα συνταξιούχος της εθνικής αντίστασης, τη σάπισε στο ξύλο. Η θεία Αγγελική έφτυσε στην κυριολεξία αίμα, κάτι το οποίο όμως της συνέβη και άλλες φορές μετέπειτα, αφότου την είχαν αφήσει ελεύθερη. Έβηχε και την έπιανε πυρετός. Η μητέρα της και η αδελφή της τρομοκρατήθηκαν όταν ο γιατρός, ο Στρατόγιαννης, διέγνωσε: φυματίωση και ήταν σαν να τις καταπλάκωσε ο ουρανός, μόλις άκουσαν τη φρικτή και φοβερή αυτή λέξη.Η θεία Αγγελική κατέληξε με τη μεσολάβηση ενός βουλευτή, του οποίου κομματάρχης στο χωριό ήταν ο κυρ Νίκος Ψαρέας, στη «Σωτηρία». Οι δικές της, μητέρα κι αδελφή, της έστελναν ό,τι μπορούσαν από το υστέρημά τους με το φορτηγό του Στράτη, που μία φορά τον μήνα έκανε το ταξίδι για την πρωτεύουσα.Είχαν περάσει μήνες πολλοί όταν μία μέρα του Δεκέμβρη, παραμονές Χριστουγέννων, έλαβα ένα γράμμα με αποστολέα τη θεία Αγγελική, το πρώτο και το τελευταίο που πήρα απ’ αυτή.Άρχιζε με τη φράση: Αγαπημένε μου ανιψιέ, υγείαν έχω το αυτό επιθυμώ και δι’ υμάς και αφού εν συνέχεια διεκτραγωδούσε την άσχημη κατάστασή της με τραγικές φράσεις γράφοντας ακόμη: εγώ, ανιψιέ μου, πλέω τα ολίσθια, έκλεινε το γράμμα της με ευχές για τον καινούργιο χρόνο. Και κάτω από την υπογραφή της ένα υστερόγραφο: ΥΓ. Πολύ φοβάμαι, αγαπητό μου παιδί, ότι πια δεν θα ξαναβρεθούμε στο σαλόνι για να σου τραγουδήσω κανένα από τα τραγούδια μας.Δεν είχα προλάβει καλά καλά να τελειώσω την ανάγνωση της επιστολής, όταν η μητέρα μου την άρπαξε από τα χέρια μου και την πέταξε στη φωτιά που έκαιγε στο τζάκι. Ύστερα με έσπρωξε προς την κουζίνα του σπιτιού μας, όπου υπήρχε κρεμασμένη μια τσίγκινη νιπτήρα και μου έπλυνε με το σαπούνι τα χέρια φωνάζοντας: Είναι φυματική, είναι και κουμμουνίστρια.Την άνοιξη, λίγες ημέρες πριν να μπει ο Μάης, η θεία Αγγελική άφησε την τελευταία της πνοή στη «Σωτηρία».Στο αρχείο ενός φίλου που έχει μαζέψει διάφορα έγγραφα από την εποχή εκείνη -ο πατέρας του ήταν ο εκδότης μιας τοπικής εφημερίδας- υπάρχει ένα χειρόγραφο με ονόματα πολιτών επικινδύνων για την ασφάλεια της χώρας, στο οποίο βλέπει κανείς μεταξύ άλλων και το όνομα της μακαρίτισσας της θείας Αγγελικής. Και δίπλα του, με μαύρα γράμματα μελάνης, η σημείωση: αμετανόητη, προπαγανδίζει. from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία