You are here

Τα έπη των Αριμασπών – 21 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.Η σημερινή συνέχεια είναι το όγδοο κεφάλαιο του βιβλίου που έχει τον τίτλο «Η ανασύνθεση των επών – Η Γρυπομαχία». Ολοκληρώνεται στη σημερινή συνέχεια η ανάγνωση της νεοελληνικής μετάφρασης των Επών. Η συνέχεια είναι κάπως μεγάλη, διότι δεν βόλευε να την κόψω σε κάποιο σημείο. Επιπλέον, συνοδεύεται από χάρτη, σκαναρισμένον από το βιβλίο, που τον έφτιαξε ο πατέρας μου, που μια από τις αγαπημένες ασχολίες του ήταν να φτιάχνει χάρτες.Είχαμε σταματήσει σε ένα σημείο όπου οι τέσσερις φίλοι διάβασαν το μεγαλύτερο μέρος από τη μετάφραση των Αριμάσπειων Επών και το υπόλοιπο το άφησαν για κάποια επόμενη συνάντησή τους. Διευκρινίζω ότι δεν έχει σωθεί αραβικό ή άλλο κείμενο των Αριμάσπειων Επών, πρόκειται για μυθοπλαστικό εύρημα του πατέρα μου!Πέρασε πάνω από μια βδομάδα ώσπου να ξανασυναντηθούμε. Μου τύχαν πολλές δουλειές, η Λασκαρίνα πήγε για τρεις μέρες σ΄ένα συνέδριο στη Θεσσαλονίκη και μόνο ο Δημήτρης, που “ως πολυάσχολος άνθρωπος είχε πάντοτε ελεύθερο χρόνο”, μου τηλεφωνούσε κάπου κάπου για να μου υπενθυμίσει πως εκκρεμεί η συνέχιση της ανάγνωσης και του σχολιασμού των Επών.Ο Χρήστος εξακολουθούσε να είναι άφαντος. Έβαλα το Θόδωρο να ρωτήσει τους γνωστούς του Πόντιους, τηλεφώνησα στον Κερασόπουλο και στον παπα-Ισίδωρο, αλλά το μόνο που έμαθα, κι αυτό όχι διασταυρωμένο, ήταν πως είχε γυρίσει στην Ελλάδα. Πού αλώνιζε όμως και τι έκανε – άγνωστο.Τελικά ένα Σάββατο βράδυ μαζευτήκαμε και πάλι οι τέσσερις στο σπίτι μας και ξαναπιάσαμε το διάβασμα.“Όπως ξέρετε έχω μανία με τους χάρτες” άρχισε ο Δημήτρης, καθώς ετοιμαζόμουν να ξεκινήσω το διάβασμα. “Έκατσα λοιπόν και έφτιαξα το χάρτη του ταξιδιού του Αριστέα από την Προποντίδα ως τη χώρα των Αριμασπών. Τα τοπωνύμια και τα εθνωνύμια, τα πήρα από τον Ηρόδοτο, το Στράβωνα και τον Πτολεμαίο”Και μας άπλωσε ένα χάρτη της Ευρώπης και της Ασίας. Αφού τον περιεργαστήκαμε όλοι με περιέργεια, άρχισα να διαβάζω.“Είχαμε σταματήσει  στο τέλος του ταξιδιού του Αριστέα, στη χώρα των Αριμασπών. Ακολουθεί η Γρυπομαχία, που όσο κι αν αλλοιώθηκε στην αραβική έκδοση και στην άτεχνη, όπως ο ίδιος χαρακτήρισε, μετάφραση του Χρήστου, σε πολλά σημεία θυμίζει Ιλιάδα, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την περιγραφή των συγκρούσεων. Ακούστε αυτό εδώ: Κινώντας να αντιμετωπίσουν τους φοβερούς Γρύπες οι ατρόμητοι Αριμασποί παρατάχθηκαν σε ημικύκλιο, έχοντας στο κέντρο δυο χιλιιάδες πεζούς και στα δύο άκρα από τριακόσιους γενναίους και εξασκημένους ιππείς. Προορισμός των πεζών ήταν να καταστρέψουν τα αυγά των τεράτων, ώστε και τη σύγχιση νε σπείρουν στα σμήνη τους και τελικά το γένος τους να καταστρέψουν. Την αντιμετώπιση των ίδιων των Γρυπών είχαν αναλάβει οι ιππείς, οι οποίοι εκτός από  τα ξίφη και τα τόξα τους είχαν κρεμασμένες μεγάλες δερμάτινες ασπίδες, πάνω στις οποίες γλιστρούσαν τα αγκιστρωτά των τεράτων νύχια.Όπως πλησιάζει το κύμα του πελάγου στην αμμουδερή ακρογιαλιά, έτσι πλησίασαν οι Αριμασποί στα μέρη όπου οι Γρύπες είχαν τις φωλιές τους. Και ξαφνικά διακόσιοι σαλπιγκτές φύσηξαν ταυτόχρονα στις χάλκινες σάλπιγγές τους και ο αχός τους ξεσήκωσε τα τέρατα και τα έκανε να σηκωθούν ψηλά. Πετούσαν χτυπώντας θυμωμένα τις φτερούγες τους, κάνοντας κύκλους πάνω από τη διάσπαρτη με ανθρώπινα οστά άδενδρη πεδιάδα. Όταν παρατήρησαν το μέγα πλήθος των Αριμασπών που βάδιζε εναντίον τους, όρμησαν κατεπάνω στους ανθρώπους, που τόλμησαν να τους επιτεθούν, βγάζοντας φοβερούς κρωγμούς, που πάγωναν το αίμα και των πιο θαρραλέων.Ατρόμητοι οι καβαλάρηδες τοξεύανε τους Γρύπες και ο αγέρας γέμισε με φτερωτά βέλη. Οι Γρύπες τότε ανεβαίνοντας ψηλά, ζυγιάστηκαν στα ύψη και από κει εφόρμησαν με άγριους κρωγμούς, προβάλλοντας τα νύχια και των τεσσάρων ποδιών τους. Όρνεα, άνθρωποι και άλογα γίνανε μια μπερδεμένη μάζα και τότες οι πεζοί πλησιάσανε γοργοπόδαροι στις φωλιές κι άρχισαν να πετροβολούν τα αχάτινα αυγά των τεράτων. Δεν άργησαν να σπάσουνε πολλά από αυτά και από μέσα τρέξανε κίτρινα παχύρρευστα υγρά και φάνηκαν τα άτριχα, μαύρα κεφάλια των νεοσσών. Τότε οι Γρύπες βγάζοντας φοβερές στριγκλιές παράτησαν τη μάχη με τους ιππείς Αριμασπούς και στράφηκαν να υπερασπίσουν τα αυγά τους…..  “Νομίζω πως η Γρυπομαχία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί σ’ αυτήν ανιχνεύσαμε στοιχεία, ορισμένα από τα οποία φαίνεται να χρησιμοποίησε ο Λουκιανός στην Αληθή Ιστορία του, κυρίως εκεί που περιγράφει τη μάχη των Σεληνιτών προς τους Ηλειώτες, ενώ άλλα, αργότερα, μπήκαν σε αραβικούς μύθους, όπως για παράδειγμα στο μύθο για το όρνεο Ρόκ και το αυγό του” συμπλήρωσα, τελειώνοντας το διάβασμα της περικοπής.“Αν αυτό στέκει, τότε τα Έπη θα υπήρχαν ακόμη κατά τον 2ον αιώνα”  παρατήρησε ο Δημήτρης.“Πάντως η αραβική μετάφραση στέρησε τα Έπη από την ποίηση, αν είχαν. Καμιά σύγκριση με την Ιλιάδα, να πούμε”, παρατήρησε η Μαργαρίτα.“Πολλά ζητάς”, λέει ο Δημήτρης. “Δεν είναι εύκολο να πλησιάσεις καν τον Όμηρο. Δεν είναι τυχαίο που από τόσα και τόσα έπη, επέζησαν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια. Και ο Ησίοδος βεβαίως. Ξέρεις όμως πόσοι άλλοι γράψανε έπη που ξεχάστηκαν; Ο Αντίμαχος ο Κολοφώνιος για παράδειγμα, που έγραψε τη Θηβαϊδα. Και να σκεφτείς πως ο καίσαρας Αδριανός την προτιμούσε από την Ιλιάδα και έκανε το παν για να τη διαδώσει. Δε βαρυέσαι. Ξεχάστηκε. Τι έχουμε παρακάτω;” με ρώτησε“Στα κείμενα που μας έδωσε ο κύριος Αντωνάκης και σας μοίρασα,  μετά τη Γρυπομαχία ακολουθεί ο Ύμνος στον Απόλλωνα. Ο Χρήστος στη δεύτερη επίσκεψή του εδώ, μου είχε διαβάσει τους πρώτους στίχους Τώρα τον έχουμε ολόκληρον.Ελα Φοίβε εκάεργε,Λυκωρέα, Πυθοκτόνε και Δελφικέ μάντη,Σμινθέα, Λοξία αγνέ  και  βασιλιά της ΔήλουΜουσηγέτη τοξότη, εκηβόλε γιε της Λητούς,χρυσόκομε, ξανθέ Απόλλωνα, που το μάτι σουφωτίζοντας όλους τους ανθρώπους, βλέπει τα πάντα.Άκουσε την προσευχή μας,τώρα που φεύγεις, όπως κάθε χρόνογια να  να ξεχειμωνιάσειςστην μακρυνή χώρα των υπέροχων Υπερβορείων.Μαζί σου φτάσανε στης θεϊκής Δήλου τα χώματα,που ο νεφεληγερέτης Δίας ανέβασε από το βυθό της θάλασσαςγια να βρει καταφύγιο η Λητώ, η σεμνή του Κοίη κόρη,φεύγοντας την οργή της Ηρας,δυο μεγαλομάτες κοπέλες, η Άργη και η Ώπιςκαι πέντε δυνατά, μακρόμαλλα παλικάριακουβαλώντας δώρα μας σε σένα.Οι νιές κι οι νιοί όμως,μαγεμένοι από τη Δήλο  και  την κρασόχρωμη θάλασσαδε θέλησαν να γυρίσουν στη μακρυνή,ομιχλώδη,  χώρα τουςαλλά έμειναν για πάντα εκεί.Σε εφτά χρόνια, στην ταχτική επιστροφή σου από τη χώρα μας,σε ακολούθησαν και πάλι,εκηβόλε, σεμνέ Λοξία, γιε της Λητούς,πέντε παλικάρια συνοδεύονταςάλλες δυό κοπέλες την Υπερόχη και τη Λαοδίκη,που κουβαλούσαν τα δώρα μας.Και πάλι όμως οι  νέοι κι οι νιές δεν γύρισαν πίσω.Η καρδιά τους έλιωνε στη σκέψηπως θά άφηναν την πολυκύμαντη γαλάζια θάλασσακαι το ηλιόλουστο νησί σου για να γυρίσουν πίσω.Έμειναν εκεί για πάντα κι όταν πέθαναντους σκέπασε το χώμα του θείου νησιού.Σε λατρεύουμε και σε τιμούμεχρυσόκομε, ξανθέ Απόλλωνα,γιατί μας οδήγησες από την πυκνοδασωμένη,συννεφοσκεπή και παγωμένη χώρα των προγόνων μας,στην όχθη της Άλλης Θάλασσας,όπου το νερό το χειμώνα δεν παγώνει.Αλλά δε θα σε συνοδέψουνε ξανάδικά μας παλικάρια και κοπέλες.Όμως τα δώρα σου θα παίρνεις όπως και πρώτα,ταχτικά  κάθε εφτά χρόνια. “Οι Γρύπες ήταν φυσικά φανταστικά τέρατα αλλά τα συναντάμε συχνά στην ελληνική μυθολογία”, λέει η Μαργαρίτα“Στην αίθουσα του θρόνου στην Κνωσσό, δεν εικονίζονται Γρύπες ή όχι;” διέκοψε η Λασκαρίνα“Και εκεί αλλά και σε πολλά αγγεία και άλλα αντικείμενα βλέπουμε να εικονίζονται Γρύπες. Θυμάσαι Νίκο, που μας έδειξαν στο Ερμιτάζ έναν ασημένιο καθρέφτη, που βρέθηκε, όπως μας είπε η ξεναγός, σε ανασκαφές στο Κελερμές κοντά στον ποταμό Κουμπάν, στον βόρειο Καύκασο και που στο πίσω του μέρος εικονίζονται Σκύθες να μάχονται με Γρύπες;”“Ναι τον θυμάμαι, αλλά όπως διάβασα οι γρύπες δεν είναι αποκλειστικά ελληνική επινόηση. Γρύπες σαν της αίθουσας του θρόνου στην Κνωσσό βλέπουμε σε πολύ παλιές αιγυπτιακές χαράξεις, ίσως της νεολιθικής εποχής και από την εποχή της Μέσης Αυτοκρατορίας γίνονται σύμβολα του Φαραώ. Από τότε ίσως τους παραλάβανε οι Μινωικοί Κρήτες και οι Χετταίοι. Οι Σουμέριοι και αργότερα οι Βαβυλώνιοι παράλληλα με τους κλασσικούς γρύπες (δηλαδή φτερωτά λιοντάρια με κεφάλι και πόδια αετού) είχαν και γρύπες με κεφάλι φιδιού και ουρά σκορπιού. Γρύπες όμως συναντούμε και σε άλλες μυθολογίες, τη φοινικική,  την περσική, την ινδική, την κινέζική και άλλες”.“Πάντως από την αρχαϊκή εποχή οι Έλληνες συνδέσανε τους γρύπες με τη Σκυθία και τη Σιβηρία. Οι Αριμασποί άλλωστε κατοικούσαν στη σημερινή Μογγολία”.“Πρόσεξες ότι τα Έπη τους ονομάζουν ξανθούς Αριμασπούς;” παρατήρησε η Μαργαρίτα. “Να κάτι που θα επικροτούσε ο κύριος Μιχαήλ”.“Δεν πιστεύω. Μονάχα αν αποδειχτεί ότι είναι απόγονοι των ξανθών Δωριέων” της λέει ο Δημήτρης γελώντας.“Τους Αριμασπούς”, συνέχισα, “εκτός από τον Ηρόδοτο τους μνημονεύουν ο Αισχύλος στον Προμηθέα Δεσμώτη, ο Παυσανίας, ο Στράβων, ο Πλίνιος και ο Λογγίνος. Τα Χρυσά Όρη είναι σίγουρα τα Αλτάια, αφού στα τουρκικά Αλτύν θα πει χρυσός. Η έρημος που αναφέρουν τα Έπη είναι προφανώς η Γκόμπι. Τους Αριμασπούς ο Ηρόδοτος τους αναφέρει ως μονόφθαλμους, γιατί όπως γράφει οι Σκύθες ονόμαζαν άριμα το ένα και σπου το μάτι, διευκρινίζει όμως ότι ο ίδιος δεν πιστεύει πως υπήρχαν μονόφθαλμοι άνθρωποι. Άλλοι όμως ερευνητές ερμηνεύουν το όνομά τους ευγενείς ιππείς. Τα Έπη μου φαίνεται πως ξεκαθαρίζουν το ζήτημα”.“Ξέρεις”, μπήκε στη μέση ο Δημήτρης, “τους Αριμασπούς τους γνώριζαν και οι Πέρσες, που στα αβεστικά κείμενα τους ονομάζουν Αϊριματσπό από το αϊρίμα που σημαίνει ερημιά, αλλά και οι Κινέζοι, που τους ονόμαζαν Ουσούν και αργότερα Γιούε Τσι. Αργότερα δε μετανάστευσαν προς τη Δύση και εμφανίστηκαν, με το όνομα Τόχαροι, στο Αφγανιστάν, όπου προκάλεσαν την κατάρρευση των ελληνοβακτριανών βασιλείων, ιδρύοντας στη θέση τους τη μεγάλη αυτοκρατορία των Κουσάν. Η γλώσσα τους, η τοχαρική, ανήκει στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και  σ’ αυτήν έχουν γραφεί πολλά ιερά βουδδιστικά κείμενα. Εκείνο τον καιρό, δηλαδή οχτακόσια χρόνια μετά από το ταξίδι του Αριστέα, αυτοονομάζονταν Αρίς και τη γλώσσα τους την έλεγαν αρισκούντου…”“Το κύρος όμως της ελληνικής γλώσσας και παράδοσης ήταν τόσο μεγάλο, που ένας μεγάλος βασιλιάς τους ο Κανίσκας, έναν αιώνα ίσως μετά την εξαφάνιση και του τελευταίου ελληνικού κράτους, έκοβε νομίσματα με ελληνικές επιγραφές, λανθασμένες μάλιστα, αφού κανείς πια δε μιλούσε τη  γλώσσα, ΚΑΝΙΣΚΑ ΒΑΣΙΛΕΩΝ, αντί ΒΑΣΙΛΕΩΣ να πούμε”,   συμπλήρωσα εγώ.“Λοιπόν, θυμήθηκα τώρα”, λέει η Μαργαρίτα, “ένα ανέκδοτο ποίημα του Καβάφη, που επιγράφεται “Νομίσματα” και αναφέρεται σε ινδικά νομίσματα “κραταιοτάτων μοναρχών, του Εβουκρατίνταζα, του Στρατάγα, του Μεναντράζα, του Εραμαϊάζα”, αν θυμάμαι καλά και τελειώνει περίπου έτσι: “Πώς συγκινείται όμως ο Γραικός, όταν γυρίσει τα νομίσματα απ’ την καλή πλευρά τους και διαβάσει ελληνικά ονόματα, Ευκρατίδης, Στράτων, Μένανδρος, Ερμαίος”. Α, βρε Δημήτρη αν το είχες διαβάσει το ποίημα,  θα μας το έλεγες τώρα, έτσι που απομνημονεύεις τόσο εύκολα. Είναι ωραίο ποίημα”.“Δεν το έχω υπ’ όψη μου, μ’ όλο που ο Καβάφης είναι ο αγαπημένος μου ποιητής. Mήπως ανήκει στα αποκηρυγμένα από τον ποιητή; Πάντως ο Μένανδρος αυτός κυριάρχησε στη βόρεια Ινδική εκατό περίπου χρόνια μετά το θάνατο του Ασόκα. Έγινε βουδιστής και έστειλε Έλληνες βουδιστές ιεραποστόλους στην Αίγυπτο τη Συρία, τη Μακεδονία και τη Ρώμη. Ένα μάλιστα από τα ιερά βιβλία των βουδιστών, το Μιλίντα-πάνχα, έχει το όνομά του, γιατί Μιλίντα ήταν το όνομα που πήρε σαν ασπάσθηκε τη νέα πίστη”.“Δηλαδή και ο βουδισμός χρωστάει στους Έλληνες. Πού ΄σαι κύριε Μιχαήλ να καμαρώσεις”, τον πείραξα.“Μάλλον εμείς, δηλαδή οι λαοί της Μεσογείου, πήραμε πολλά από τους βουδιστές. Οι στωικοί, οι νεοπυθαγόρειοι αλλά και άλλοι, όπως οι εσσαίοι, είχαν αποδεχτεί πολλές βουδιστικές αρχές.Τα Έπη τελειώνουν με τα δώρα των Υπερβορείων, που δεν τα έχουμε. Αν, όπως ισχυρίζεται ο Χρήστος οι Υπερβόρειοι ταυτιστούν με τους προγόνους των Αϊνού, που τότε κατοικούσαν στη Σαχαλίνη, τις εκβολές του Αμούρ και την Κορέα, ο θρύλος για μια χώρα που ήταν θερμή και ομιχλώδης επαληθεύεται κατά κάποιον τρόπο. Τα μέρη αυτά, χάρη  σε ένα παρακλάδι του θερμού ρεύματος Κούρο-Σιβο, δεν είναι παγωμένα σαν τη Μογγολία ή τη Σιβηρία και στο μυαλό των κατοίκων των χωρών αυτών θα φάνταζαν παράδεισοι. Εξ άλλου ένας ιστορικός σύγχρονος του Ελλάνικου και λίγο παλαιότερος του Ηρόδοτου, ο Δαμάστης ο Σιγιεύς αναφέρει ότι οι Υπερβόρειοι κατοικούσαν στην Ετέραν Θάλασσαν και επειδή στις αρχαίες πηγές η Μεσόγειος λέγεται Εσω Θάλασσα, ο Ατλαντικός Εξω Θάλασσα, ο Βόρειος Παγωμένος Ωκεανός Πεπηγώς ή Κρόνιος, οι ερευνητές πιστεύουν πως η Ετέρα Θάλασσα είναι ο Ειρηνικός.“Βλέπω οτι από τα Έπη απουσιάζει ο Άβαρις”, παρατήρησε ο Δημήτρης“Ποιός είναι αυτός;” ρώτησε η Λασκαρίνα“Ήταν ένας Υπερβόρειος που μπορούσε να πετάει πάνω σ’ ένα βέλος και μ’ αυτόν τον τρόπο γύρισε όλον τον κόσμο και μάλιστα χωρίς να θέλει τροφή”“Φαίνεται πως ο μύθος για τον Άβαρι είναι μεταγενέστερος από τα Επη. Άλλωστε και στις θαλασσινές θεότητες που αναφέρονται στην αρχή του ταξιδιού, δεν περιλαμβάνεται ο Ποσειδώνας, που ακόμα ήταν χερσαίος θεός των σεισμών. Τώρα θυμήθηκα πως τους γρύπες και τους Αριμασπούς τους αναφέρει και ο Μίλτον στον Απολεσθέντα Παράδεισό του”, είπε ο Δημήτρης  και μας απάγγειλε                            As when a Gryphon through the wildernessWith winged course, o’er hill and moory dale,Pursues the Arimaspian, who by stealthHad from his wakeful custody purloinedThe guarded gold,να σας το μεταφράσω;“Δε χρειάζεται. Πάντως σου βγάζω το καπέλο, Δημήτρη κι ας μη ήξερες εκείνο το ποίημα του Καβάφη”, είπε η Μαργαρίτα“Ξέρω όμως όλα τα επίσημά του, μερικά μάλιστα από στήθους” καμάρωσε εκείνος κι άρχισε να μας απαγγέλλει το Απολείπειν ο θεός Αντώνιον.Πήρε φόρα και η Μαργαρίτα και μας απάγγειλε την Κρατησίκλεια και όλο το υπόλοιπο βράδυ δεν ασχοληθήκαμε άλλο με τα Έπη αλλά με τον Καβάφη.  from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

User login