You are here

Τα έπη των Αριμασπών – 20 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η εικοστή. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.Η σημερινή συνέχεια είναι η τρίτη και τελευταία από το έβδομο κεφάλαιο που έχει τον τίτλο «Η ανασύνθεση των επών – Το ταξίδι του Αριστέα». Τόσο σε τούτο το κεφάλαιο (που σήμερα ολοκληρώνεται) όσο και στο επόμενο θα δούμε τους τέσσερις φίλους να διαβάζουν τη νεοελληνική μετάφραση των Επών, που έφτασαν στα χέρια τους εκεί που δεν το περίμεναν. Αναπόφευκτα, η δράση δεν προχωρεί και τα κεφάλαια είναι κατάφορτα από ιστορικές αναφορές. Ίσως κάποιοι το βρουν βαρετό.Διευκρινίζω ότι δεν έχει σωθεί αραβικό ή άλλο κείμενο των Αριμάσπειων Επών, πρόκειται για μυθοπλαστικό εύρημα του πατέρα μου! Συνεχίζουμε λοιπόν με την ανάγνωση των Επών, που τα αντέγραψε ο κύριος Αντωνάκης κρυφά από τον Χρήστο και τα έδωσε στους τέσσερις φίλους.[Είχαμε σταματήσει σε μια διακοπή της ανάγνωσης και συνεχίζουμε]Πϊσω από τα Ριπαία όρη και πέρα από τις χώρες των Θυσσαγετών, των Ιυρκών και των Αγριππαίων, υπάρχει αχανής έκταση, σκοτεινή και γεμάτη με πούπουλα πουλιών, την οποία κατοικούν κακοποιά πνεύματα και γι΄ αυτό αποφύγαμε να τη διασχίσουμε. Στρεφόμενοι προς νοτιοανατολικά μπήκαμε σε χώρα επίπεδη και άδενδρη. Χρειάστηκε να περάσουμε πλατιά ποτάμια και να γνωρίσουμε λαούς που ζούνε στην κατάσταση των ζώων.  Δε χτίζουν κατοικίες, δεν έχουν άρχοντες και νόμους, ούτε πιστεύουν σε θεούς ή δαίμονες. Είναι ντυμένοι με προβιές και το χειμώνα αλείβονται με λίπος ζώων, που τους προστατεύει από το κρύο. Δε γνωρίζουν να πλάθουν και να ψήνουν τον πηλό και έτσι τα σκεύη τους είναι όλα από φλοιούς δένδρων ή από πετσιά. Για να ετοιμάσουν το φαγητό τους πυρακτώνουν σε μεγάλες φωτιές πέτρες, που τις ρίχνουν κατόπιν σε δερμάτινους ασκούς γεμάτους νερό που μ΄ αυτόν τον τρόπο ζεσταίνεται. Δε μπορέσαμε να συνεννοηθούμε μαζί τους σε καμιά γλώσσα παρά μόνο με νοήματα και χειρονομίες. Στη χώρα των άγριων αυτών ανθρώπων υπάρχουν βράχοι από συμπαγές αλάτι και έρχονται άνθρωποι από τόπους μακρινούς, που σπάνε με πέτρινα πελέκια αυτούς τους βράχους και μεταφέρουν αυτό το αλάτι στον τόπο τους, όπου είναι πιο πολύτιμο και από το χρυσάφι.Ύστερα από πορεία τριάντα ημερών μπήκαμε σε χώρα δασώδη και ορεινή, γεμάτη μεγάλες λίμνες, που τη διασχίζουν ορμητικά ποτάμια με καθαρό και γάργαρο νερό. Είναι χώρα μεγάλη, που χρειάζεται ενός μηνός πορεία με άλογο για να τη διασχίσεις. Την κατοικούν οι ευγενικοί και δίκαιοι  Ισσηδόνες και την κυβερνούν οι γενναίες και τολμηρές γυναίκες τους, που μπαίνουν επικεφαλής ακόμη και σε εκστρατείες. Όταν μια γυναίκα αναλάβει την ηγεσία της φυλής της, είτε για να την οδηγήσει σε πόλεμο είτε για να την κυβερνήσει σε έργα ειρηνικά, της χαράζουν στο αριστερό της μπράτσο, κοντά στον ώμο με τρόπο ανεξίτιλο, το έμβλημα της γενιάς της,  που είναι συνήθως κάποιο άνθος ή πουλί.  Στους Ισσηδόνες οι γυναίκες είναι τελείως ελεύθερες. Μπορούν να παντρευτούν ταυτόχρονα πολλούς άντρες και αν το επιθυμούν μπορούν να δεχτούν στο κρεβάτι τους κάθε ξένο που περνά από τη χώρα τους. Ο επισκέπτης κρεμά στην είσοδο του σπιτιού, όπου φιλοξενείται, τον μανδύα του και μένει όσον καιρό επιθυμεί, απολαμβάνοντας κάθε περιποίηση από τις γυναίκες, ενώ οι άντρες του σπιτιού φεύγουν και πάνε αλλού και επιστρέφουν όταν δούνε ότι ο μανδύας του ξένου δεν κρέμεται πια στην είσοδο του σπιτιού τους.Οι Ισσηδόνες κατοικούν σε μεγάλα μακρόστενα σπίτια, στο κέντρο των οποίων βρίσκεται η αίθουσα με την εστία και από τις δυο μεριές της δωμάτια όπου διαμένει η γυναίκα με τα παιδιά της. Οι άντρες μένουν σε χωριστό τμήμα του μεγάλου σπιτιού και σε άλλα οι έφηβοι και οι παρθένες κοπέλες.Ο δεύτερος χειμώνας του ταξιδιού μάς βρήκε στη χώρα των Ισσηδόνων. Το άρμα σου Φοίβε χάθηκε από τον ουρανό και από το άντρο του στα Ριπαία όρη βγήκε ο παγερός Βορέας και κάλυψε όλη τη χώρα. Απολαύσαμε τη θαλπωρή της φιλοξενίας των Ισσηδόνων γυναικών και καθισμένοι γύρω από τη φωτιά που έκαιγε στο κέντρο της αίθουσας του σπιτιού όπου μέναμε, ακούγαμε επί μέρες να μας διηγούνται ιστορίες για τους παλιούς καιρούς.Γιατί πολλές γενιές πιο πριν, στα χρόνια τα παλιά, οι ευγενικοί Ισσηδόνες ζούσαν ανατολικότερα, αλλά τους έδιωξαν από την πρώτη τους πατρίδα οι ατρόμητοι Αριμασποί, όταν εκείνους τους κυνήγησαν οι χρυσοφύλακες Γρύπες, οι φρουροί του χρυσού, που αφθονεί στον Βορρά. Τότε οι Ισσηδόνες ήρθανε σ΄αυτή τη χώρα, εκτοπίζοντας τους παλαιότερους κατοίκους τους, τους θείους Θυσσαγέτες και αυτοί με τη σειρά τους μετακινήθηκαν στη χώρα των Σαυροματών και των Σκυθών. Σήμερα όμως η ειρήνη βασιλεύει στις αχανείς αυτές εκτάσεις και μόνο οι ατρόμητοι Αριμασποί συνεχίζουν τον ασταμάτητο πόλεμό τους με τους φοβερούς Γρύπες.Μας είπαν και τραγούδια, που ιστορούσαν τα κατορθώματα που έκαναν οι ένδοξες βασίλισσες του λαού των Ισσηδόνων, η Ζαρίνα και η Σπαρέτρα, όταν ηγήθηκαν σε νικηφόρες εκστρατείες κατά των θείων Θυσσαγετών και των άγριων λαών, στα δυτικά της χώρας τους. Μάθαμε ακόμα για τα παράδοξα έθιμά τους, ορισμένα από τα οποία  μας προκάλεσαν αποτροπιασμό.Όταν πεθάνει ο πατέρας ή η μητέρα, τα παιδιά τους δεν τους θάβουν, γιατί το θεωρούν μεγάλη αμαρτία να τους παραδώσουν στο χώμα και να γίνουν τροφή των σκουληκιών, ούτε τους καίνε, γιατί με το κάψιμο χάνεται η ψυχή τους. Οι Ισσηδόνες τεμαχίζουν το πτώμα του γονιού τους και αναμιγνύοντας το με κρέατα προβάτων και βοδιών, το μαγειρεύουν και το τρώνε. Έτσι πιστεύουν ότι οι γονείς τους ξαναγυρίζουν μέσα από τα σώματά των παιδιών τους στη ζωή. Τα δε κρανία των νεκρών γονιών τους, αφού τα καθαρίσουν, τα επιχρυσώνουν, τα στολίζουν με πολύτιμα πετράδια και κατόπιν τα προσκυνούν σα να είναι αγάλματα θεών.Όταν το άρμα σου ω Φοίβε ξαναπέρασε από τα βουνά των Ισσηδόνων, κάνοντας τα χιόνια να λιώσουν, αποφασίσαμε να φύγουμε από τη φιλόξενη χώρα τους και, διασχίζοντας την απέραντη έρημο και την πλατιά χώρα των ατρόμητων Αριμασπών, να φτάσουμε ως τους πιστούς σου, τους υπέροχους Υπερβόρειους. Όμως φτάνοντας στα όρια της χώρας, εκεί που αρχίζει η μεγάλη έρημος, αναγκαστήκαμε να μείνουμε ως την επόμενη άνοιξη, στη φιλόξενη χώρα των Ισσηδόνων, περιμένοντας να τελειώσει ο πόλεμος που είχανε ανοίξει οι γείτονές τους,, οι ατρόμητοι Αριμασποί με τους Γρύπες που φυλάνε το χρυσάφι του Βορρά.“Σταμάτα το διάβασμα, με διέκοψε ο Δημήτρης.  γιατί έχω μαζέψει πολλές παρατηρήσεις και να μην τις ξεχάσω. Είναι χαρακτηριστική η περικοπή που αναφέρει μια χώρα που ο αγέρας ήταν γεμάτος με πούπουλα πουλιών”.“Την αναφέρει και ο Ηρόδοτος, που την ονομάζει πτεροφόρο”, παρατήρησε η Μαργαρίτα“Προφανώς θα ήταν μια περιοχή με συνεχή και έντονη χιονόπτωση, που θα εντυπωσίασε τους πρώτους Έλληνες ταξιδιώτες, ασυνήθιστους σε παρόμοια φαινόμενα, γιατί βέβαια αυτά τα “πούπουλα” ήταν νιφάδες χιονιού”.Είναι αξιοσημείωτα, συνέχισε, τα όσα αναφέρονται στην επιβίωση μητριαρχικών θεσμών στους Ισσηδόνες.“Μόνο που εγώ κατ’ αρχήν διαφωνώ με τον όρο μητριαρχία”, λέει η Μαργαρίτα“Γιατί, είναι το αντίστοιχο της πατριαρχίας”.“Μα δεν υπήρξε κυριαρχία των γυναικών αντίστοιχη με την πατριαρχική εξουσία των ανδρών”“Δηλαδή θεωρείς τον όρο φεμινιστικό;” την πείραξε η Λασκαρίνα“Όχι φεμινιστικό, τον θεωρώ λανθασμένο. Ο σωστός όρος είναι μητρογραμμική κοινωνία ή κοινωνία μητρικού δικαίου. Πατριαρχία υπήρξε, μητριαρχία όμως όχι. Στις κοινωνίες του μητρογραμμικού τύπου δεν κυβερνούσαν οι γυναίκες ή μάλλον δεν κυριαρχούσαν οι γυναίκες, ούτε ήταν υποταγμένοι σ’ αυτές οι άντρες, όπως έγινε κατ’ αντίστροφη τάξη στην πατριαρχία. Στις μητρογραμμικές κοινωνίες οι γυναίκες ήταν οι θεματoφύλακες της παράδοσης, οι πραγματικές μητέρες της φυλής και οι οργανώτριες της ζωής της κοινότητας. Δεν είχαν όμως υποταγμένους τους άντρες”.“Μου φαίνεται πως έχεις  δίκιο”, παραδέχτηκε ο Δημήτρης.“Πάντως οι Ισσηδόνισσες περνούσαν καλά, ε Μαργαρίτα;” λέει η Λασκαρίνα κι όλοι γελάσαμε.“Δεν είχαν μόνο οι Ισσηδόνες κοινωνία μητρογραμμικού τύπου”, συνέχισε η Μαργαρίτα. “Πιο μπροστά διαβάσαμε για τους γυναικοκρατούμενους Σαυρομάτες. Και ξέρετε κάτι; τον καιρό που οι γυναίκες είχαν το πάνω χέρι οι άνθρωποι ζούσαν στον Χρυσόν Αιώνα. Δε γίνονταν πόλεμοι και η ζωή τους ήταν άνετη και σε αρμονία με τη φύση. Ο Ησίοδος όταν μιλάει με φανερή μελαγχολία για τη χρυσή εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί, απηχεί κατά κάποιον τρόπο την αχνή ανάμνηση της μητρογραμμικής κοινωνίας”.“Κάτι ανάλογο ίσως να απηχεί και ο εβραϊκός μύθος για τον απωλεσθέντα Παράδεισο”, είπε συλλογισμένα ο Δημήτρης.“Φαίνεται πως, σε κάποια φάση της εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας, το γυναικείο φύλο υπέστη μιαν ιστορικήν ήττα και από ρυθμιστές της οικονομίας και θεματοφύλακες της παράδοσης, γίναμε σκλάβες των ανδρών”, είπε η Μαργαρίτα.“Και επί πλέον οι άντρες με μύθους σαν της Εύας με το φίδι ή της Πανδώρας με το κουτί της, ρίξανε στις γυναίκες το φταίξιμο για την απώλεια του Χρυσού Αιώνα. Ά ρε φαλλοκράτες τι μας κάνατε”, συμπλήρωσε η Λασκαρίνα γελώντας.“Για να ξαναγυρίσουμε στα Έπη”, τους λέω, “οι Ισσηδόνες ήταν σκυθικός λαός, δεν ήταν νομάδες κτηνοτρόφοι σαν τους Σαυρομάτες και  τους Θυσσαγέτες αλλά μονίμως εγκατεστημένοι γεωργοί και κτηνοτρόφοι. Πήγα στη Γεννάδειο και έψαξα στο λεξικό Πάουλυ-Βισόβα, όπου βρήκα ενδιαφέροντα στοιχεία που επιβεβαιώνουν τα όσα διαβάζουμε. Τους Ισσηδόνες τους μνημονεύουν πολλοί συγγραφείς. Οι λίγοι στίχοι των Αριμασπείων Επών που αναφέρει ο Τζέτζης στις Χιλιάδες του ακριβώς για τους Ισσηδόνες, που τους λέει Ισσηδούς, μιλάνε. Αλλά και ο Πτολεμαίος τους αναφέρει, ως μέγα έθνος εν χώρα Σηρική, δηλαδή κοντά στην Κίνα. Η χώρα τους μάλιστα χωρίζόταν σε Ισσηδόνα Σκυθική και Ισσηδόνα Σηρική και ήταν ορμητήριον των εις Σήραν εμπορευομένων. Συγγενείς με τους Ισσηδόνες ήταν οι γείτονες τους Μασσαγέτες, που σύμφωνα με τον Πτολεμαίο κατοικούσαν: πέρην του Αράξεω ποταμού, αντίον Ισσηδόνων ανδρών.  Οι Πέρσες τους ταύτιζαν με τους Σάκες και τους Μασσαγέτες. Η πρώτη ονομασία φαίνεται ότι αφορούσε το τμήμα των Ισσηδόνων, που είχαν υποτάξει και η δεύτερη τους ανυπότακτους, οι οποίοι κάποτε, όταν ο Κύρος ο Μέγας εξεστράτευσε επί Μασαγέτας τε και Ισσηδόνας, αντιστάθηκαν ηρωικά έχοντας  επικεφαλής τη βασίλισσά τους Τόμυρη, νίκησαν τους Πέρσες και σκότωσαν τον Κύρο. Οι Σάκες εξ άλλου αναγκάστηκαν να πάρουν μέρος στις εκστρατείες του Δαρείου κι του Ξέρξη κατά της Ελλάδας. Ο Αισχύλος, μου φαίνεται, στους Πέρσες,  τους ονομάζει προβατοβοσκούς. Κατοικούσαν στα βουνά του Παμίρ και του Σιν Κιάγκ, ανάμεσα στη σημερινή Σοβιετική Ένωση και στην Κίνα”.“Για προχώρα παρακάτω” μού  ΄κοψε τη φόρα ο Δημήτρης.Συνέχισα Πέρα από τη χώρα των ευγενικών Ισσηδόνων, που οι ίδιοι ονομάζουνε Στέγη του Κόσμου, πίσω από τα Χρυσά όρη και πέρα από την αχανή έρημο, βρίσκεται η χώρα των ξανθών Αριμασπών, των ευγενών ιππέων και ιπποδαμαστών. Άνθρωποι δεν είναι εύκολο να διασχίσουν αυτή την έρημο, που απλώνεται ανάμεσα στις δύο χώρες και μονάχα οι ατρόμητοι Αρμασποί καλπάζουν ακούραστοι στα απέραντα εδάφη της. Για να μην τους ενοχλεί η άμμος, έχουν καλυμμένο ολόκληρο το σώμα τους, μαζί με την κεφαλή τους αφήνοντας να φαίνεται μονάχα το ένα μάτι τους. Γιαυτό και οι γείτονές τους τους ονομάζουν και μονόφθαλμους.Οι Αριμασποί είναι οι μόνοι από τους κατοίκους αυτών των περιοχών, που δεν φοβώνται τους Γρύπες. Είναι δε οι Γρύπες φοβερά τέρατα με κορμί λιονταριού και με  φτερούγες και κεφάλι αετού. Φτερά σκεπάζουν το κορμί τους και τρομερή είναι η δύναμη των νυχιών και του ράμφους τους. Τα νύχια των ποδιών τους είναι τόσο μεγάλα, καμπυλωτά και κοίλα, που με αυτά οι Αριμασποί φτιάχνουν κούπες για να πίνουν τα ποτά τους. Όπως τα πουλιά και οι Γρύπες χτίζουν φωλιές πάνω σε απόκρημνους βράχους αλλά όχι με συνηθισμένα ξύλα και ξερόχορτα όπως όλα τα πουλιά παρά με κομμάτια ατόφιου χρυσού, που τα μαζεύουν από τις όχθες ενός μεγάλου και πλατυού ποταμού, που διασχίζει τη χώρα τους. Κι ακόμα δε γεννούν τα συνηθισμένα αυγά, όπως τα άλλα πουλιά αλλά αυγά αχάτινα.Εξ αιτίας του χρυσού που υπάρχει στις φωλιές των Γρυπών, πολλοί ριψοκίνδυνοι και άπληστοι κυνηγοί, επιχειρούν να φτάσουν ως εκεί αλλά τα κόκαλα που είναι σπαρμένα στους γύρω βράχους μαρτυρούν την αποτυχία τους. Γιατί οι Γρύπες περιφρουρούν άγρυπνα τις φωλιές τους και κρατάνε μακριά τους κάθε ληστή και πλιατσικολόγο. Θέλοντας να απομακρύνουν όσο το δυνατό περισσότερο την απειλή των ανθρώπων, οι Γρύπες έδιωξαν παλαιότερα τους Αριμασπούς από τη χώρα τους αλλά και σήμερα ακόμη συνεχίζουν να ερημώνουν τα εδάφη που βρίσκονται γύρω από τις φωλιές τους, δημιουργώντας γύρω τους μια πλατιά ζώνη όπου άνθρωπος δε μπορεί να ζήσει, γιατί δε βρίσκει τίποτα για να τραφεί. Έτσι όμως οι Γρύπες βρίσκονται σε αδιάκοπη και ανειρήνευτη διαμάχη με τους Αριμασπούς, που θέλουν να ξαναπάρουν πίσω τα μέρη τους και κάθε τόσο ξεσπά αληθινός πόλεμος ανάμεσα στους ανθρώπους και τα τέρατα. Το ίδιο έγινε σαν φτάσαμε στη χώρα των Ισσηδόνων. Ο πόλεμος που ξεκίνησαν οι Αριμασποί με τους Γρύπες, εκστρατεύοντας εναντίον τους πανστρατιά, συνεχιζόταν αμφίρροπος πολλούς μήνες τώρα.Πέρα δε από τη χώρα των Αριμασπών απλώνεται η πολύυδρη χώρα των θείων Υπερβορείων, ο τελικός του ταξιδιού μας προορισμός. Στη χώρα αυτήν είχες οδηγήσει ω Μουσηγέτη, πριν από αμνημόνευτα χρόνια τους Υπερβόρειους, λυτρώνοντας τους από τα ανυπόφορα κρύα, τις ατέλειωτες νύχτες  και τους παγερούς χειμώνες της πρώτης τους πατρίδας. Γιατί στη χώρα όπου τους εγκατέστησες, το άρμα του Φοίβου περνά κανονικά και τη θερμαίνει, οι χειμώνες είναι ήπιοι και οι παγεροί άνεμοι δεν την αγγίζουν.Εκεί περνάς τους χειμώνες σου και ξανάρχεσαι την άνοιξη στη Δήλο και στους Δελφούς, πάνω σε άρμα ιπτάμενο, που το σέρνουν κύκνοι. Και οι πιστοί σου τότε γιορτάζουν τα Θεοφάνια.         Σταμάτησα το διάβασμα.“Στο σημείο αυτό, τους λέω, σταματά το Ταξίδι του Αριστέα, τουλάχιστον κατά την αραβική έκδοση. Φαίνεται πως δεν έφτασε ποτέ στη χώρα των Υπερβορείων κι ας ήταν αυτός ο στόχος του. Ακολουθεί ο Ύμνος στον Απόλλωνα, η Γρυπομαχία, που, χάρη στον κύριο Αντωνάκη τα έχουμε, και τα Δώρα των Υπερβορείων, που μας λείπουν.Νομίζω όμως πως είναι αρκετά για σήμερα. Τι λέτε;. Συνεχίζουμε ένα άλλο βράδυ”.  from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

User login