You are here

Κατσαριδοχτονία, μια μίμηση

Το ιστολόγιο αγαπά πολύ τις παρωδίες, τις παραφράσεις και τις μιμήσεις λογοτεχνικών έργων και έχουμε δημοσιεύσει αρκετές κατά καιρούς. Μια τέτοια θα δημοσιεύσω και σήμερα, μια εξαιρετικά πετυχημένη μίμηση της Ιλιάδας του Ομήρου και ειδικά της μετάφρασης του Αλέξανδρου Πάλλη (στην οποία θα άξιζε να αφιερώσουμε άρθρο κάποτε -μπορείτε πάντως να τη βρείτε στον Μικρό Απόπλου).Τη μίμηση αυτή τη βρήκα σε απρόσμενο μέρος -στο πρόσφατο τεύχος του περιοδικού «Ο Μέντωρ» (τχ. 118, Οκτώβριος 2016) που είναι το «χρονογραφικό και ιστοριογραφικό δελτίο της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας». Το συγκεκριμένο τεύχος είναι αφιερωμένο στην αρχαία ελληνική γλώσσα και τη σημασία της για τους σημερινούς Νεοέλληνες, ένα θέμα που προσεγγίζεται με διάφορους τρόπους. Τα κείμενα του τεύχους (πρέπει να) είναι όλα γραμμένα από τον Βασίλειο Πετράκο, Γ.Γ. της Εταιρείας και της Ακαδημίας Αθηνών,  και αιφνιδιάζουν ευχάριστα με τη φρεσκάδα της ματιάς τους καθώς κάθε άλλο παρά διαπνέονται από στείρα παρελθοντολατρία. Έχω σκοπό να αναδημοσιεύσω και άλλο ένα («σοβαρό») κείμενο αλλά διάλεξα να ξεκινήσω με το ευτράπελο -την κατσαριδοχτονία, δοσμένη σε ύφος ομηρικό.Ευτράπελο αλλά με πολλή σοβαρότητα δουλεμένο, τόσο από τον παρωδό όσο και από τον Β. Πετράκο που σχολιάζει. Την ομηρική μίμηση τη σύνθεσε ο Σπύρος Ιακωβίδης, ο μεγάλος αρχαιολόγος και ακαδημαϊκός (1923-2013) γύρω στα 1955, όπως μας πληροφορεί ο Πετράκος. Διηγείται πώς μαζί με τον Δημήτρη Γκόφα (καθηγητή του ελληνικού και ρωμαϊκού δικαίου, 1924-2003) σκότωσαν μια κατσαρίδα στο σπίτι του φίλου τους Ρόδη Ρούφου (του διπλωμάτη και λογοτέχνη, 1924-1972), κατσαρίδα που είχε τρομοκρατήσει την Αριέττα, τη γυναίκα τού Ρούφου.Το πανέξυπνο εύρημα είναι ότι παρομοιάζουν την κατσαρίδα με φοβερό θεριό που λυμαίνεται τον τόπο και τους δυο φίλους με ατρόμητους ήρωες που αναλαμβάνουν την αποστολή να το σκοτώσουν. Οπότε, έπος: η Ιλιάδα, στο ύφος της μετάφρασης του Πάλλη, σε ρωμαλέα δημοτική, με δεκαπεντασύλλαβο, με τα σύνθετα ομηρικά επίθετα και τις μακροσκελείς ομηρικές παρομοιώσεις. Για να συμπληρωθεί το έπος, ο ραψωδός φιλοτέχνησε και μίμηση αγγειογραφίας, που την παραθέτω στο τέλος, μαζί με τα σχόλια του Βασ. Πετράκου.ΚΑΤΣΑΡΙΔΟΧΤΟΝΙΑΤη θεϊκιά γλυτώσανε πεντάμορφην Αριέτταο Γκόφας ο αψεγάδιαστος κι ο ισόθεος Γιακωβίδηςόπου κακή την έσφιγγε τρεμούλα πανιασμένη.Την Κατσαρίδα σκότωσαν, άγριο θεριό, πελώριο,που της ροκάνιζε το βιος και μόλεβε τη χώρα.                                  5Του Δία ο γιος και της Λητώς την έστειλε, π’ οργίστηαπό του Ρούφου τα πεζά κι από τα ποίματά του.Τρεις τήνε ζώνανε σειρές ολότριχες ποδάρεςφριχτές, γυροστρεφάμενες, π’ άσφαλτα την πηγαίνανμέσα στους βόθρους τους ογρούς και τα βαθιά κελάρια.              10Είχε και γοργοσάλεφτες αστραφτερές αντένεςγια να ξανοίγουνε μπροστά και τις θροφές να βρίσκουνκι είχε στην πλάτη ολόμαυρες βασταγερές φτερούγες.Ασίκηδες βουλήθηκαν πολλοί να την ξεκάνουν,όμως του κάκου, γιατί αυτή απείραχτη είχε μείνει.                        15Πώς γάιδαρος διαβαίνοντας χωράφι με παιδάκιαξεφεύγει, κι ας του σπουν πολλά στη ράχη του ματσούκιακαι μπαίνει, κόφτει τα βαθιά σπαρτά, και τα παιδάκιατον κοπανούνε, μ’ άπλερη είν’ ακόμα η δύναμή τουςκαι μοναχά τον διώχνουνε σαν την τυλώσει πρώτα,                        20έτσι και κείνη αχόρταγη φώλιαζε μέσ’ το δώμακαι πλήθος έστελνε ψυχές λεβέντικες στον Άδη.Μα ωστόσο οι δυό τους μ’ άτρεμα κινήσανε ποδάριακαι παν να την ξεκάνουνε, ζωσμένοι τ’ άρματά τους.Τη βρήκαν που κολάτσιζε με τρυφερό τυράκι                                   25και με γλυκό σταρόψωμο στην άκρη νεροχύτη.Κι ως ρακουτάγκος στο κλουβί που μπήγει τις φωνάρεςμ’ ένα μπαστούνι μυτερό σαν πας να τον τσιγκλίσειςέτσι και κείνη χούγιαξε σαν είδε τους να φτάνουνκαι φουρκισμένη βρίζοντας τους είπε αυτά τα λόγια:                      30«Χάχες, με μαύρο ριζικό σάς μοίρανεν ο Δίαςκι ήρθατε καταπάνω μου και πόλεμο ζητάτε.Τι ένα από τα δυο: ή τώρα δα καλό μεζέ θα κάνω,ή για προσφάγι αργότερα παστούς θα σας φυλάξω».Είπε. Και κείνων η χολή τούς έσπασ’ από το φόβο,                           35και τότε κει θα βρίσκανε πικρού θανάτου μοίρααν δεν τους έδινε καρδιά η Αθηνά η Παλλάδα.Πρώτος ο Γκόφας τίναξε το χαλκωμένο φράξοκαι στην κοιλιά καταμεσίς αλάθεφτα τη βρήκε,μα τ’ όπλο πήδηξε μακριά. Τον πήρε τότε η φούρκα,                         40όπ’ απ’ το χέρι του άδικα, πετάχτη το γοργ’ όπλοκι εστάθη με βαριά καρδιά, του θόλωσαν τα φρένακαι βλαστημώντας έλεγε μέσ’ το βαθύ το νου του,«Πάλι το Χάρο γλύτωσες, σκυλί!! Μια τρίχ’ ακόμα,και σ’ έτρωγα. Σε γλύτωσε πάλι, μωρή, ο Απόλλος.                             45Μα έννοια σου! Κι άλλη φορά σε βρίσκω εγώ και τότεςσε καθαρίζω, αν δα θεούς έχω και γω βοηθούς μου».α ο Γιακωβίδης τέντωσε με βια το μέγα τόξοσημάδεψε, και της σφυράει στεναχτερή σαΐτα.Κι απάνω κει που τα κλειδιά χωρίζουν σβέρκο κι ώμους                     50μέσ’ το λαιμό, όπου η ριξιά πιο γρήγορα σκοτώνειεκεί τρυπάει η σαϊτιά και τα λαιμά της σκίζεικι η μύτη ξετρυπώνοντας πέρασε πέρ’ ως πέρα.Της θόλωσαν τα μάτια της, εσβήστη η δύναμή τηςκι ως δέντρο εκατοντάχρονο που ρίχνει ξυλοκόπος                            55και γέρνει με τριξίματα στο καρπερό το χώμαέτσι και κείνη πέφτοντας βρόντηξε στα σκουπίδιακι έπιασε το κουφάρι της ως ένα πόντο τόπο.Και η σχετική αγγειογραφία, διά χειρός Ιακωβίδη:Όπως σημειώνει ο Βασ. Πετράκος (αντιγράφω τα σχόλιά του), «Το κείμενο είναι μίμηση του ύφους του Πάλλη, αλλά με πολλή ανεξαρτησία και πρωτοτυπία. Όντας το θέμα σύγχρο­νο, σατιρικό, δεν γίνεται χρήση εκφράσεων του Πάλλη εκτός, λ.χ. στ. 22 «ψυχές λεβέντικες στον Άδη», Πάλλης A 3. Στον στ. 51 «απάνω κει που τα κλειδιά χωρίζουν σβέρκο κι ώμους», ο Πάλλης Φ 117 έχει «κατά την κλείδα στο λαιμό κοντά», τύ­ψε κατά κληΐδα παρ’ αυχένα.Στον στ. 5 ο Σπύρος εχει «στεναχτερή σαΐτα». Ο Πάλλης Π 773 χαρακτηρίζει τα βέλη «σαΐτες φτερωτές δοξαροτιναγμένες», ιοί τε πτερόεντες από νευρήφι θορόντες.Ωραίοι είναι οι στίχοι 58-59: «και γέρνει με τριξίματα στο καρπερό το χώμα | έτσι κι εκείνη πέφτοντας βρόντηξε στα σκουπίδια | κι έπιασε το κουφάρι της ως ένα πόντο τόπο». Στον Πάλλη Σ 26-27 η όμοια περίπτωση αποδίδεται «και στρώθηκε μακρύς πλατύς στις σκόνες, ξαπλωμένος | χάμου», αυτός δ’εν κονΐησι μέγας μεγαλωστί τανυσθείς κείτο.Η σάτιρα και η ειρωνεία του κειμένου του Σπύρου είναι φανερές. Αποδίδεται η έκφραση μέγας μεγαλωστί με τη φράση «έπιασε το κουφάρι της ώς ένα πόντο τόπο».Δεν πλάθονται παράλογοι και τεχνητοί τύποι της δημοτι­κής των γλωσσαμυντόρων, που σκοπό είχαν να δυσφημίσουν τον δημοτικισμό ως ξενοκίνητο καταστροφέα της γλώσσας. Το όλο κείμενο είναι λογοτεχνικό, οι νεολογισμοί έχουν καί­ρια σημασία και δημιουργούν έντονη εικόνα τού άγριου θε­ριού (γυροστρεφάμενες, γοργοσάλεφτες, αστραφτερές). (…) Ίσως το κείμενο γράφτηκε μετά από συζήτηση για τη γλώσσα και τις δυνατότητες της. Το ότι ο Σπύρος εικονογράφησε το μικρό έπος με μίμηση αγγειογραφίας αναλόγου ύφους, δείχνει πως το όλο εγχείρημα τον είχε αρκετά απασχολήσει, κάτι πού είναι φανερό από το ωραία δουλεμένο κείμενό του». from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

User login