You are here

Τα έπη των Αριμασπών – 19 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη ένατη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Κανονικά έπρεπε να συνεχίσουμε την προηγούμενη Τρίτη, αλλά είχα κάποιο τεχνικό πρόβλημα.Η σημερινή συνέχεια είναι η δεύτερη από το έβδομο κεφάλαιο που έχει τον τίτλο «Η ανασύνθεση των επών – Το ταξίδι του Αριστέα». Τόσο σε τούτο το κεφάλαιο (με τρεις συνολικά συνέχειες) όσο και στο επόμενο θα δούμε τους τέσσερις φίλους να διαβάζουν τη νεοελληνική μετάφραση των Επών, που έφτασαν στα χέρια τους εκεί που δεν το περίμεναν. Αναπόφευκτα, η δράση δεν προχωρεί και τα κεφάλαια είναι κατάφορτα από ιστορικές αναφορές. Ίσως κάποιοι το βρουν βαρετό.Διευκρινίζω ότι δεν έχει σωθεί αραβικό ή άλλο κείμενο των Αριμάσπειων Επών, πρόκειται για μυθοπλαστικό εύρημα του πατέρα μου! Συνεχίζουμε λοιπόν με την ανάγνωση των Επών, που τα αντέγραψε ο κύριος Αντωνάκης κρυφά από τον Χρήστο και τα έδωσε στους τέσσερις φίλους:Στους Γελωνούς έμεινα, ω Μουσηγέτη! όλο το φθινόπωρο και τον βαρύ χειμώνα, τον ήλιο και τη θάλασσα της Προποντίδας νοσταλγώντας. Ζήτησα την άδεια από τους ιερείς της πόλης και έχτισα βωμό για σένα και θυσίασα ένα βόδι. Έτσι έφερα τη λατρεία σου στη χώρα των Βουδίνων, που μόνο τον νεφεληγερέτη Δία γνωρίζουν και λατρεύουν ονομάζοντάς τον Περύνον, όπως οι Σκύθες τον αποκαλούν Παπαίον. Οι Σκύθες όμως όπως και οι Έλληνες λατρεύουν πολλούς θεούς εκτός από τον Παπαίο. Την συνετή και αυστηρή Ταβιτί, που οι Ελληνες ονομάζουμε Εστία, την θελκτική Αργίμπασα, την Αφροδίτη των Ελλήνων, την ευρύστερνη και γόνιμη Γαία, που την ονομάζουν Απί, τον ενοσίγαιο Ποσειδωνα, που τον αποκαλούν Θαγιμάσαδα και εσένα ω Φοίβε Μουσηγέτη και Πυθοκτόνε, που σε ταυτίζουν με τον θεόν τους τον Οιτόσυρο.Όταν το άρμα του Φοίβου άρχισε και πάλι να περνά κοντά στη χώρα των Βουδίνων, λυώνοντας τα χιόνια και στεγνώνοντας την ευρύστερνη γή, κινήσαμε ω Μουσηγέτη για την Ανατολή, προς τη χώρα των θείων Θυσσαγετών. Αφήσαμε τη μεγάλη και φιλόξενη πόλη του Γελωνού,  διαβαίνοντας την ανατολική της πύλη. Ψηλά από τα ξύλινα τείχη μας αποχαιρετούσαν οι ευγενικοί της κάτοικοι. Μας συνόδευαν έφιπποι τρεις ευπατρίδες Γελωνοί, ο Βίας Ανδροκίδου, ο Ίππων Ατέου  και ο Σπενδίας Αγαθύρσου, που θα μας προστάτευαν από τους μιαρούς Ανδροφάγους, που διασχίζουν τα δάση και τις πεδιάδες, σκοτώνουν τους μοναχικούς ταξιδιώτες και ευωχούνται με τις σάρκες τουςΜετά από πορεία επτά ημερών, διασχίσαμε την έρημο που βρίσκεται  πέρα από τη χώρα των Βουδίνων και κατόπιν πορευθήκαμε προς την ανατολή. Επί δέκα ημέρες περνούσαμε μέσα από πυκνά δάση και χλοερούς λειμώνες, ξεπερνώντας τα εμπόδια που δημιουργούσαν τα ρυάκια κι οι μικροί ποταμοί ως που φθάσαμε στη μητέρα των ποταμών, τον πλατύ σαν τη  θάλασσα, τον πολύυδρο Όαρο.“Πρόκειται για τον Βόλγα” με διέκοψε ο Δημήτρης. “Το όνομα Όαρος είναι το αρχαιότερό του, προφανώς σκυθικό, γιατί σχετίζεται με την αρχαία περσική λέξη βόαρου, που τη συναντούμε στα αβεστικά κείμενα και σημαίνει ακριβώς πλατύς.  Μεταγενέστεροι συγγραφείς, ο Πτολεμαίος και ο Αμμιανός Μαρκελίνος  τον ονομάζουν Ρα. Ας σημειωθεί ότι Ραβ και Ράου λένε και σήμερα ακόμα το Βόλγα οι Μορντβίνοι”Είχα κάποιες αντιρρήσεις:“Πού τα ξέρεις εσύ αυτά, μηχανικός άνθρωπος;” τον πείραξα “μου φαίνεται πως οι αρχαίοι συγγραφείς μη έχοντας σωστές πληροφορίες τον μπερδεύουν με άλλα ποτάμια, ο Εκαταίος, (ο Αβδηρίτης, όχι ο Μιλήσιος), να πούμε, τον ονομάζει Άραξη και τον βάζει να εκβάλει στη Μαιώτιδα, θεωρόντας τον Τάναϊ, δηλαδή τον Δον, παραπόταμό του, ενώ ο Αριστοτέλης τον ονομάζει επίσης Άραξη αλλά πιο σωστά τον θέλει να εκβάλλει στην Υρκανική θάλασσα, δηλαδή στην Κασπία”.Αυτός επέμεινε:“Η επικρατούσα γνώμη είναι ότι ο Όαρος ή Ρα, είναι πράγματι ο Βόλγας, το μεγαλύτερο ευρωπαϊκό ποτάμι. Ο χαρακτηρισμός του σαν μάνα των ποταμών, μου θυμίζει το τραγούδι του Στένκα Ράζιν: Βόλγκα Βόλγκα ματ’  ραντνάγια δηλαδή μάνα γεννήτρα”.Συνέχισα το διάβασμαΜείναμε μια βδομάδα στις όχθες του μεγάλου ποταμού, περιμένοντας να φανούν οι Θυσσαγέτες, οι κάτοικοι της χώρας που απλώνεται στα ανατολικά και έχει πλάτος δέκα ημερών πορείας με το άλογο. Εκτός από τον Οαρο άλλοι τρεις μεγάλοι ποταμοί τη διασχίζουν και πυκνά δάση τη σκεπάζουν. Οι Θυσσαγέτες δεν καλλιεργούν τη γη και εκτός από το σκύλο, το άλογο και το βόδι,  δεν έχουν εξημερώσει άλλα ζώα. Δεν κατοικούν σε κτιστές αλλά σε τροχοφόρες κατοικιες, που τις σέρνουν βόδια  και τρέφονται με γάλα. Ζουν απ’ το κυνήγι και το ψάρεμα και δεν γνωρίζουνε τον πόλεμο.Οι Γελωνοί συνοδοί μας μας άφησαν στην όχθη του ποταμού και γύρισαν στην όμορφη πολιτεία τους.Συνέβη τις ημέρες εκείνες να πεθάνει ο βασιλιάς των Θυσσαγετών Ιδάθυρσος και οι αρχηγοί τους μας προσκάλεσαν στη νεκρική τελετή. Στη μέση της άδενδρης πεδιάδας, κάτω από το φλογερό μάτι του Ηλιου οι θεϊκοί Θυσσαγέτες έσκαψαν μεγάλο τετράγωνο λάκκο όπου κατέβασαν το χρυσό τετράτροχο άρμα, με το νεκρό βασιλιά τους καθισμένο πάνω του. Το άρμα ήταν στολισμένο με περίτεχνα σκαλίσματα, που έδειχναν σκηνές από τις εκστρατείες και τα κυνήγια του βασιλιά. Ο ίδιος ήταν αλειμένος με κερί και ντυμένος επίσημα με λαμπρά χρυσοκέντητα ρούχα. Κρατούσε στο ένα χέρι του το σκήπτρο και στο άλλο τα χαλινάρια των έξι κατάμαυρων αλόγων, που έσερναν το άρμα. Γύρω από το άρμα παρατάχθηκαν πενήντα άλογα και πενήντα νέοι, υπηρέτες του βασιλιά. ‘Αλογα και άνθρωποι είχαν προηγουμένως θανατωθεί και τους είχαν βγάλει τα σπλάχνα και είχαν γεμίσει την κοιλιά τους με αρωματικά χόρτα: κύπερο, θυμίαμα, σέλινο και άνηθο. Τα άλογα τοποθετήθηκαν γύρω από το νεκρικό άρμα του βασιλιά και στερεώσαν επάνω τους τους πενήντα νέους, που θα τον συνόδευαν στον άλλο κόσμο.Όταν αντήχησαν οι σάλπιγγες και ενώ ο λαός  ολόκληρος τραγουδούσε για τη δόξα του βασιλιά του, χώματα σκέπασαν και άρμα και βασιλιά και άλογα και ακολούθους. Τότε όλος ο λαός και ο στρατός σχημάτισαν μιαν ατέλειωτη γραμμή  και κάνοντας κύκλους γύρω από τον τάφο έριχναν πάνω του χώμα που κουβαλούσαν στα κράνη και τις σκούφιες τους. Κάθε κύκλος που έκλεινε, ύψωνε πάνω από τον τάφο το χώμα, ώσπου ένας αληθινός λόφος σχηματίστηκε σημαδεύοντας τη θέση του βασιλικού τάφου για πάντα.Μετά την ταφή ακολούθησαν επιτύμβιες σπονδές και τελετές καθαρμού που κράτησαν επτά ημέρες. Οι Θυσσαγέτες ανάβανε μεγάλες φωτιές και τοποθετούσαν πάνω τους πέτρες που έτσι πυρακτώνονταν. Πάνω στις πυρακτωμένες πέτρες ρίχνανε σπόρους από κάνναβη, που καίονταν βγάζοντας πυκνούς ατμούς, που κάνανε τους ανθρώπους να πέφτουν σε έκσταση και να μεθούν. Κατόπιν οι γυναίκες τους τρίβανε και αλέθανε μαζί κυπαρισσόμηλα, ξύλα κέδρου και λίβανο, παράγοντας παχύρρευστο πολτό με τον οποίο οι άνδρες αλείφανε ολόκληρο το σώμα τους, και το κρατούσαν επάνω τους μιαν ολόκληρη μέρα. Τη επομένη το αφαιρούσαν και τότε το σώμα τους έμενε καθαρό και η ψυχή τους απαλλαγμένη από κάθε λύπη.Μετά τις τελετές και τις σπονδές με τη συνοδεία των Θυσαγετών αρχηγών, Αριαπείθη, Οκταμάσδη, Σπαργαπείθη και Αριάντα, που έφιπποι πάνω στα ζωηρά μικρόσωμα άλογά τους, μας οδηγούσαν μεσα απ’ την πλατειά τους χώρα, περάσαμε μέσα από χλοερά λειβάδια, διασχίσαμε πυκνά δάση και διαβήκαμε μεγάλους ποταμούς. Όταν συναντούσαμε σιδερένια ξίφη μπηγμένα στο χώμα, σταματούσαμε και οι Θυσσαγέτες προσφέρανε θυσία ένα άλογο στον θεό Αρη που τον λατρεύουν με μορφή σιδερένιου ξίφους μπηγμένου στο χώμα και είναι γι’ αυτούς το άγαλμα του θεού. ‘Yστερα από πορεία δέκα ημερών, φτάσαμε στη χώρα των Ιυρκών, που ζουν κι αυτοί απ’ το κυνήγι, χωρίς να καλλιεργούν τη γη. Ζούνε σε χώρα πυκνοδασωμένη, όπου υπάρχουν  άφθονα θηράματα. Έχουν εξημερώσει και γυμνάσει το σκύλο και το άλογο κι όταν πηγαίνουν να κυνηγήσουν ανεβαίνουν σε ένα δέντρο και καραδοκούν υπομονητικά να περάσει το θήραμα, ενώ οι πιστοί τους σύντροφοι, ο σκύλος και το άλογο έχουν διδαχτεί να περιμένουν εκεί κοντά, ακουμπώντας την κοιλιά στο έδαφος, χωμένοι μέσα στα ψηλά χορτάρια. Όταν το θήραμα που καρτερούν περάσει κάτω από το δέντρο, όπου παραμονεύει ο κυνηγός, αυτος σφυρίζει με συνθηματικό τρόπο και τότε ο σκύλος ρίχνεται πίσω από το αγρίμι, το άλογο φτάνει κάτω από το δέντρο  και ο Ιύρκας πηδά στη ράχη του και τρέχει να καταδιώξει το θήραμα.Στα ανατολικά των Ιυρκών κατοικούν επίσης Σκύθες, από το γένος των βασιλικών Σκυθών που έφτασαν εκεί πριν από πολλές γενεές και ζουν απομονωμένοι από τους ομόφυλούς τους. Ανατολικότερα η γη παύει να είναι παχιά και δασωμένη  και γίνεται βραχώδης και άδενδρη. Μπροστά μας φάνηκαν τα ιερά Ριπαία όρη, σε μια σπηλιά των οποίων βρίσκεται η κατοικία του Βορέα, που ομίχλη επικάθεται πάντοτε σ’ αυτά, η δε κορυφή τους, η πελώρια Φλέγρη και ο αυχένας τους ο Κάλπιος εμποδίζουν το φως του ήλιου να θερμάνει τις χώρες που βρίσκονται πίσω από τα όρη αυτά. Στους πρόποδες των Ριπαίων κατοικούν οι φιλόξενοι Αργιππαίοι, άνθρωποι εκ γενετής φαλακροί και σιμοί, με μεγάλες γενιάδες. Οι Αργιππαίοι δεν έχουν χτιστές κατοικίες αλλά διαλέγουν ένα δέντρο και το χειμώνα  απλώνουν γύρω από τον κορμό του ένα μεγάλο άσπρο κετσεδένιο σκέπασμα ενώ, το καλοκαίρι τους αρκεί η σκιά των φύλλων του.Είναι άνθρωποι δίκαιοι και ειρηνικοί,  που δε γνωρίζουν τα όπλα  και όλοι οι γείτονες τους τούς σέβονται και όχι μόνο δεν τους πειράζουν αλλά κι όποιος καταφύγει σ’ αυτούς βρίσκει άσυλο και προστασία. Τρέφονται με το γάλα των πολυάριθμων προβάτων,  που βόσκουν στα χλοερά λειβάδια της χώρας τους, μα το αγαπημένο τους ποτό είναι το άσχυ, μεθυστικό ποτό που το παράγουν  αναμιγνύοντας γάλα με τον παχύ και μαύρον οπό,  που βγαίνει όταν στύψουν τους καρπούς  ενός δένδρου που φυτρώνει στα μέρη τους καθώς και στα παράλια του Πόντου.“Ουφ, ξεράθηκε το στόμα μου”, σταμάτησα το διάβασμα και κατέβασα μισό ποτήρι κρασί.“Με την ευκαιρία θέλω να σχολιάσω μερικά πράγματα” επωφελήθηκε από τη διακοπή η Μαργαρίτα. “Οι Θυσσαγέτες, κατά τον Ηρόδοτο, ήταν νομαδικές σκυθικές φυλές που κατοικούσαν ανατολικά του Βόλγα, στο σημερινό Καζαχστάν. Είναι ενδεχομένως οι Ιππομολγοί του Ομήρου.“Ο Χρήστος μου είχε πει” τη διέκοψα “πως το όνομα των Θυσσαγετών επιβιώνει στην ονομασία ενός ποταμού της περιοχής αυτής, της Τσουσόβαγια. Όσον αφορά τον τρόπο ταφής, διάβασα κάπου πως τον επιβεβαιώνει η αρχαιολογική σκαπάνη. Αυτούς τους τύμβους, που συχνά τους ονομάζουν σκυθικούς τάφους, οι Ρώσσοι τους λένε κουργκάν και η προϊστορική αρχαιολογία γνωρίζει τον λεγόμενο πολιτισμό κουργκάν. Σε τύμβο που ανασκάφθηκε στο Παζιρίκ της Δυτικής Σιβηρίας βρέθηκε ένα ολόκληρο νεκρικό άρμα, πλούσια κτερίσματα και οι σκελετοί του βασιλιά και των ακολούθων του”.Η Μαργαρίτα συνέχισε:“Τους Ιύρκες ο Πλίνιος τους ονομάζει Tyrcae και ίσως είναι η πρώτη γραπτή μνεία του ονόματος των Τούρκων”.Οι Ανδροφάγοι” παρατήρησε ο Δημήτρης “προφανώς είναι φυλές που ασκούσαν τον κανιβαλισμό. Κάπου διάβασα ότι ο κανιβαλισμός επιβίωνε στις φινοουγγρικές φυλές της βόρειας Ρωσίας ως τις αρχές του Μεσαίωνα. Όσο για τους σιμούς και φαλακρούς Αργιππαίους, που οι Λατίνοι συγγραφείς τους ονομάζουν Αριμφαίους, γιατί ο Πλίνιος γράφει Arimphaei qui ad Rhipaeos pertinent montes [Οι Αριμφαίοι, που κατοικούν στα Ριπαία Όρη], φαίνεται πως είναι οι πρόγονοι των Καλμούχων, λαού της μογγολικής φυλής, που σε σύγκριση με τους καυκασοειδείς έχουν πολύ λιγότερη τριχοφυία”.“Ναι αλλά εκείνη την εποχή οι μογγολικοί λαοί δεν είχαν προωθηθεί τόσο δυτικά. Κάπου διάβασα πως οι μη σκυθικοί λαοί της περιοχής, όπως οι Αργιπαίοι και οι Ιύρκες, ανήκαν  στον Φινο-ουγγρικό κλάδο και ήταν πρόγονοι των Οστιάκων”, παρατήρησα“Και όμως, διάβασα κάπου πως και σήμερα ακόμη οι Καλμούχοι, μογγολικός λαός που ζει σ’ αυτήν περίπου την περιοχή, παράγουν με γάλα που έχει υποστεί ζύμωση  και χυμό από αγριοκέρασα,  ένα μεθυστικό ποτό που το ονομάζουν άτσιχ, που μοιάζει με το άσχυ του Ηρόδοτου”“Πάντως τα Ριπαία όρη πρέπει να είναι τα Ουράλια”, συμπλήρωσα εγώ“Σ’ αυτό δεν συμφωνούν όλοι οι ιστορικοί”, παρατήρησε ο Δημήτρης “Ανάλογα με την πρόοδο των γεωγραφικών τους γνώσεων, οι Έλληνες μετατόπιζαν τα Ριπαία όρη διαρκώς προς τα βόρεια και ανατολικά μέχρι τα Αλτάια. Αρχικά ονόμαζαν έτσι τα Καρπάθια, μου φαίνεται. Kαί εγώ όμως πιστεύω πως είναι τα Ουράλια. Τα θεωρούσαν κατοικία του Βορέα.Βορέου προσαγορευόμενον άντροντα ονομάζει ο Πλούταρχος, ενώ τα μνημονεύει ο Σοφοκλής στον Οιδίποδα επί Κολωνώ, ο Αριστοτέλης στα Μετεωρολογικά, ο οποίος τα τοποθετεί υπέρ της εσχάτης Σκυθίας υπ΄αυτήν δε την Άρκτον, έτσι μου φαίνεται πως λέει, ο Καλλίμαχος και ο Πλίνιος και άλλοι. Για προχώρα”Στις παρυφές των Ριπαίων ορέων είναι χτισμένος Λίθινος Πύργος υψηλός, στρογγυλός και συμπαγής, περιβαλλόμενος με πλατιά σκαλιά, που δεν ανήκει σε καμιά φυλή, αλλά είναι κοινός σε όλες. Σ’ αυτόν έρχονται μια φορά το χρόνο, στη μέση του καλοκαιριού,  όταν η ημέρα αρχίζει να μικραίνει, άνθρωποι από όλες τις γύρω φυλές και ανταλλάσσουν διάφορα αντικείμενα, που οι μεν έχουν οι δε στερούνται.  Πρώτοι έρχονται οι ειρηνικοί Αργιππαίοι και αποθέτουν στα σκαλιά που περιβάλλουν από όλες τις πλευρές τον Πύργο, πήλινους κύλικες με το μεθυστικό άσχυ. Ακολουθούν οι μικρόσωμοι ευκίνητοι Ιύρκες, που αποθέτουν γούνες και δέρματα ζώων. Έπονται οι θείοι Θυσαγέτες, δένοντας στους ειδικούς πασσάλους τα ατίθασσα, μικρόσωμα άλογά τους, οι αγέρωχοι βασιλικοί Σκύθες και παρατάσσουν στα σκαλιά του πύργου τα περίτεχνα χρυσά κοσμήματά τους. Γούνες και δέρματα επίσης φέρνουν και οι Σαυρομάτες και οι Βουδίνοι, ενώ οι Γελωνοί περηφανεύονται για τα περίτεχνα κεραμεικά τους σκεύη. Οι Ισσηδόνες που κατοικούν στα γεμάτα λίμνες βουνά της Ανατολής, φέρνουν πολύχρωμους, υφασμένους με περίσσια τέχνη τάπητες. Πολύ συχνά έρχονται από τη μακρυνή Τάναϊ και την πλούσια Ολβία Έλληνες, μεταλλικά όπλα και εργαλεία προσφέροντας, καθώς και κεραμικά αγγεία γεμάτα κρασί και λάδι.Όταν φθάσουν και οι τελευταίοι, γίνεται κοινή θυσία λευκών αλόγων στον Ήλιο και αρχίζουν οι ανταλλαγές. Για να συνεννοηθούν όλοι αυτοί  μεταξύ τους, που μιλούν επτά διαφορετικές γλώσσες, χρειάζονται επτά διερμηνείς.“Για παρόμοιους πύργους ανταλλαγής προϊόντων”, λέει ο Δημήτρης,   “μιλά ο Μάρκο Πόλο στο “Εκατομμύριο” του. Τους ονομάζει μάλιστα “Πύργους των Αλανών” και δεδομένου ότι οι Αλανοί της ύστερης Αρχαιότητας και του Μεσαίωνα ήταν απόγονοι Σκυθών, επιβεβαιώνει κατά κάποιον τρόπο τα Έπη”.“Ξέρεις οι Αλανοί αυτοί, είτε εθελοντικά είτε με το ζόρι, ακολούθησαν τους Ούννους και μετά τους Γότθους και τους Βανδάλους στις επιδρομές τους και σκόρπισαν σ΄ όλη την Ευρώπη. Αλανοί να πούμε εγκαταστάθηκαν στην Ισπανία, την Πορτογαλία, τη Βόρεια Αφρική, ενώ στην αυλή του Αυτοκράτορα Αρκάδιου, στην Κωνσταντινούπολη, έγινε πανίσχυρος ένας Αλανός, ο Γαϊνάς, που έφτασε ως εκεί με μια ορδή Γότθων και Αλανών μισθοφόρων”.“Κάπου διάβασα πως η λέξη αλάνι προέρχεται ακριβώς από τους Αλανούς. Είναι αλήθεια Δημήτρη;  ρώτησε η Μαργαρίτα.“Δεν το έχω ακούσει. Πάντως το λεξικό της Ακαδημίας δεν αναφέρει την ετυμολογία της λέξης. Με την ευκαιρία, σημειώνω ότι οι Αλανοί που μείνανε στον τόπο τους, μετακινήθηκαν νοτιότερα, ως την οροσειρά του Καυκάσου και ονομάζονται  σήμερα Οσετίνοι. Όσοι έγιναν μουσουλμάνοι κατοικούν στη Βόρεια Οσετία, αυτόνομη δημοκρατία που υπάγεται στη Ρωσική Ομοσπονδία και όσοι μείναν χριστιανοί στη Νότια Οσετία, που υπάγεται στη Γεωργία”.“Ξέρετε πως ο Στάλιν δεν ήταν Γεωργιανός, όπως συνήθως πιστεύεται αλλά Οσετίνος; Ο Όσιπ Μάντελσταμ, ένας Ρώσος ποιητής του μεσοπολέμου, είχε γράψει ένα ποίημα για τον “κοντό Οσετίνο”, το οποίο τελικά του στοίχισε τη ζωή”, τους λέω και  συνέχισα το διάβασμα.(συνεχίζεται)Κι επειδή εδώ λεξιλογούμε, να πω ότι η λέξη «αλάνι» έχει τουρκική-αραβική ετυμολογία.  from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

User login