You are here
Με το νι και με το σίγμα (Παντελής Μπουκάλας)
Στις καθημερινές μας εφημερίδες δεν γράφονται πολύ συχνά επιφυλλίδες για γλωσσικά θέματα οπότε αξίζει να αναδημοσιεύονται οι εξαιρέσεις. Σήμερα θα αναδημοσιεύσω τη χτεσινή επιφυλλίδα του φίλου Παντελή Μπουκάλα στην Καθημερινή, που θίγει δυο-τρία θέματα σχετικά με τη γλώσσα και με τα ενδιαφέροντα του ιστολογίου. Για να μη μου πείτε όμως ότι τεμπελιάζω, προσθέτω κι εγώ κάμποσα δικά μου, προλογικά και επιλογικά, σχετικά και άσχετα με το άρθρο του Παντελή.Το άρθρο του Μπουκάλα έχει τίτλο «Με το νι και με το σίγμα», επειδή ανάμεσα στα άλλα θέματά του θίγει το πώς γράφτηκε το όνομα της Αλοννήσου στα δελτία ειδήσεων τις περασμένες μέρες, που το νησί των Σποράδων βρέθηκε στην επικαιρότητα εξαιτίας του χιονιά. Με ένα ή δύο νι; Με ένα ή δύο σίγμα;Ωστόσο, ο Παντελής εδώ κάνει και λογοπαίγνιο, αφού «κλείνει το μάτι» στη γνωστή έκφραση «με το νι και με το σίγμα». Όταν λέμε κάτι «με το νι και με το σίγμα», το λέμε με όλες τις λεπτομέρειες, χωρίς να παραλείψουμε τίποτα. Για παράδειγμα, στη Βέρα του Κεχαΐδη ένας ήρωας λέει: «Θα πάω και θα τα πω στον άντρα της! Όλα! Όλα! Με το νι και με το σίγμα!»Όπως έχουμε γράψει κι άλλη φορά, η έκφραση πρέπει να γεννήθηκε από τη διαπίστωση της απόστασης ανάμεσα στους τύπους της καθαρεύουσας που διδάσκονταν στα σχολεία, όπως πόλις, πίστις, σχολείον, παιδίον, και στους δημοτικούς τύπους που χρησιμοποιούνταν στον προφορικό λόγο: πόλη, πίστη, σχολείο/σκολειό, παιδί. Οι καθαρεύοντες τύποι θεωρήθηκαν πληρέστεροι αφού είχαν τα τελικά νι και σίγμα που είχαν εκπέσει στους τύπους της καθομιλουμένης (χώρια που το τελικό σίγμα παραλείπεται πριν από τις αντωνυμίες σε κάποιες διαλέκτους, π.χ. ο Νίκο μας, ο πατέρα μου κτλ.) Ταυτόχρονα βέβαια, η παροιμία δείχνει ότι τα τελικά ν και ς θεωρούνταν επίσης λεπτομέρειες, που δεν χάθηκε κι ο κόσμος αν παραλειφθούν και μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις προστίθενται.Η Αλόννησος γράφεται αρκετές φορές και με ένα νι ενώ επίσης τη βλέπουμε κάποτε και με δύο σίγμα (*Αλόνησσος) κάτι που πρέπει να είναι επίδραση από τη γραφή Alonissos στο λατινικό αλφάβητο (όπου βέβαια το διπλό s χρειάζεται για να μην προφερθεί ζ). Ωστόσο, το ενδιαφέρον είναι ότι η ονομασία Αλόννησος δόθηκε στο νησί το 1838 και ότι κατά πάσα πιθανότητα το νησί δεν ταυτίζεται με την αρχαία Αλόννησο. Πριν από το 1838 το νησί ονομαζόταν Λιαδρόμια ή Λιοδρόμια ή Χιλιοδρόμια. Η Αλόννησος των αρχαίων μπορεί να είναι το (σχεδόν ακατοίκητο) νησί Κυρά Παναγιά που βρίσκεται βορειότερα απ’ τη σημερινήν Αλόννησο, η οποία στην αρχαιότητα λεγόταν Ίκος. Αν ξέρετε κάτι παραπάνω για το θέμα, το βάζετε στα σχόλια -εγώ δίνω τη σκυτάλη στον Παντελή Μπουκάλα.Με το νι και με το σίγμαΠώς γράφεται άραγε η Αλόννησος; Ετσι, με δύο νι, όπως διαβάζω ότι έγραφε τη λέξη ο Δημοσθένης, ή Αλόνησος, με ένα νι, όπως την προτιμούσε ο Στράβωνας; Πάντως όχι «Αλλόνησος», με δύο λάμδα, σαν να μετέχει στον σχηματισμό της κάποιος άλλος και όχι το «αλς – αλός», ούτε «Αλόνησσος», με δύο ουρανοκατέβατα σίγμα. Κι όμως. Στη μικρή οθόνη, το νησί των Σποράδων, που ταλανίζεται από τον παγετό, εμφανίστηκε και με τις τέσσερις γραφές, μισές σωστές, μισές λαθεμένες. Τα κανάλια, κρατικά και ιδιωτικά, αυτοσχεδίασαν όσο περισσότερο μπορούσαν. Παραδόξως, στο ωμέγα δεν πόνταρε κανένα.Δεν χάθηκε ο κόσμος βέβαια. Ούτε η Αλόννησος, όπως ορθογραφείται σήμερα, λ.χ. στις επίσημες ιστοσελίδες της. Απλώς, όπως κάθε φορά που διεκδικεί μερίδιο στην τηλεοπτική επικαιρότητα και η εκτός Αττικής Ελλάδα, συνειδητοποιήσαμε εκ νέου πόσο μεγάλη είναι τελικά η πατρίδα μας. Τόσο που όσοι κρατούν ένα μικρόφωνο στο χέρι ή ένα μολύβι, ή όσοι πατούν πλήκτρα, να μην ξέρουν το γένος, τον τονισμό ή την ορθογραφία όχι λησμονημένων χωριών αλλά πόλεων και κωμοπόλεων, ποταμών, νησιών και βουνών. Να ’ναι καλά η εποχή μας, δηλαδή εμείς όλοι που τη φτιάξαμε, έχει να μας προσφέρει ένα σωρό βοηθήματα, χάρτινα και ηλεκτρονικά. Μόνο την όρεξη να τα αναζητήσουμε δεν μπορεί να μας προσφέρει.Τα λάθη στα τηλεοπτικά τιτλάκια και στις λεζάντες επί μεταφρασμένων σίριαλ ή ταινιών είναι όλο και πιο πολλά, και όλο και πιο κραυγαλέα, αν είναι ανεκτός εδώ ο υπερθετικός. Αλλοτε τα παίρνουν έγκαιρα είδηση και τα διορθώνουν αμέσως, άλλοτε όχι. Δεν πρόκειται, πάντως, για αναμφισβήτητη απόδειξη γενικευόμενης απαιδευσίας. Απλώς είναι ένας επιπλέον λόγος για να συμπεράνουμε ότι εξαιτίας της μείωσης προσωπικού, που μπορεί να οφείλεται σε γνήσια οικονομικά προβλήματα ή να γίνεται με προσχηματική επίκληση της κρίσης, διορθωτές και επιμελητές, που κάποτε, όχι πολύ παλιά, θεωρούνταν άκρως απαραίτητοι, συναριθμούνται πια στα επαγγέλματα που χάνονται, ή τέλος πάντων περιττεύουν.Με αφορμή τον χιονιά, μάθαμε επίσης ότι η πρόθεση «υπό» συντάσσεται αποκλειστικά μετά γενικής. Εξ ου και το «υπό του μηδενός», που το ακούσαμε ήδη πολλές φορές. Είναι βέβαιο πως όσοι το λένε θα ’χουν διαβάσει και θα ’χουν ακούσει κατ’ επανάληψη το «υπό όρους», το «υπό περιορισμό» και το «Είκοσι χιλιάδες λεύγες υπό την θάλασσα». Και θα ξέρουν, επίσης, ότι το «υπό τον πρωθυπουργό» έχει άλλη σημασία από το «υπό του πρωθυπουργού». Φαίνεται ωστόσο πως είναι μικρές οι αντιστάσεις τους στη γοητεία της γενικής, που φαντάζει πιο καθωσπρέπει, πιο αρχαιοπρεπής. Γι’ αυτό και πλέον εκφέρονται μετά γενικής –και με το στανιό– ρήματα που συντάσσονται ανέκαθεν με αιτιατική, όπως το «μετέρχομαι», το «αποποιούμαι», το «επιδέχομαι». Πρωτίστως δε το καημένο το «απολαμβάνω» που, λόγω συγχύσεως με το «απολαύω», το σερβίρουμε με γενική. Μόνο «απολαμβάνω της μακαρονάδας μου» δεν έχουμε ακούσει ακόμα.Και ξαναπαίρνω τη σκυτάλη.Καταρχάς, να κρατήσουμε αυτό που λέει ο Παντελής, ότι για τα κραυγαλέα λάθη στις εφημερίδες και στους ιστοτόπους φταίει ανάμεσα στα άλλα, αλλά κατά κύριο λόγο, η απουσία επιμελητών και διορθωτών. Αν σκεφτούμε ότι παλιότερα όλες οι εφημερίδες είχαν κέρβερους διορθωτές ενώ σήμερα οι περισσότερες δεν έχουν, πέρα από τον κ. Σπελ Τσέκερ, καταλαβαίνουμε ότι πολλά από τα λάθη που μας κάνουν σήμερα να αγανακτούμε παλιότερα δεν τα βλέπαμε απλώς επειδή τα προλάβαινε ο διορθωτής.Αντιστάθηκα στον πειρασμό να προσθέσω ένα «Ειρωνικά το λέει ο άνθρωπος» εκεί που ο Παντελής λέει «μάθαμε επίσης ότι η πρόθεση «υπό» συντάσσεται αποκλειστικά μετά γενικής«, ελπίζοντας ότι είναι φανερό. Πράγματι, τώρα με τον χιονιά ακούστηκε πολύ, όχι από τους μετεωρολόγους αλλα από τους δημοσιογράφους που περιστασιακά αναφέρθηκαν στις καιρικές συνθήκες και τις θερμοκρασίες, το «υπό του μηδενός» αντί για το σωστό «υπό το μηδέν», πράγμα που δείχνει, θαρρώ, πόσο ξένη προς το γλωσσικό μας αισθητήριο είναι η καθαρεύουσα. Αφού δεν χρησιμοποιούμε πια το «υπό» ως ποιητικό αίτιο, δεν μας χτυπάει κανένα καμπανάκι η φράση «πέντε υπό του μηδενός». Κάτι παρόμοιο αλλά όχι εντελώς ίδιο συμβαίνει και με τη στερεότυπη φράση «υπέρ το δέον», που πολλοί τη μεταπλάθουν σε «υπέρ του δέοντος», ίσως κατ’ επίδραση της «πέραν του δέοντος» ή ίσως επειδή έχουν συνδέσει τη γενική με τις λόγιες εκφράσεις.Όσο για τη γενικομανή σύνταξη ρημάτων όπως το επιδέχομαι (που τη συνηθίζει και ο άριστος Κούλης) ή το μετέρχομαι, τα έχουμε πει χίλιες φορές στα σαββατιάτικα μεζεδάκια και θα συνεχίσουμε να τα λέμε… from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία