You are here

Εδώ και κάμποσο

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη συνήθως, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη όγδοη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.Σήμερα που είναι μεγάλη αργία σκέφτηκα πως ταιριάζει ένα ανάγνωσμα, κι έτσι διάλεξα να επισπεύσω τη δημοσίευση της συνέχειας των Αριμασπών, υπολογίζοντας αύριο να ανεβάσω «κανονικό» άρθρο. Διαταράχτηκε έτσι η ρουτίνα της Τρίτης.Η σημερινή συνέχεια είναι η πρώτη από το έβδομο κεφάλαιο που έχει τον τίτλο «Η ανασύνθεση των επών – Το ταξίδι του Αριστέα». Τόσο σε τούτο το κεφάλαιο (με τρεις συνολικά συνέχειες) όσο και στο επόμενο θα δούμε τους τέσσερις φίλους να διαβάζουν τη νεοελληνική μετάφραση των Επών, που έφτασαν στα χέρια τους εκεί που δεν το περίμεναν. Αναπόφευκτα, η δράση δεν προχωρεί και τα κεφάλαια είναι κατάφορτα από ιστορικές αναφορές.Διευκρινίζω ότι δεν έχει σωθεί αραβικό ή άλλο κείμενο των Αριμάσπειων Επών, πρόκειται για μυθοπλαστικό εύρημα του πατέρα μου. Θυμίζω επίσης ότι μέσω του παλιού Πόντιου αντάρτη Λεωνίδα Τουμανίδη οι φίλοι βρήκαν απτά ίχνη του Χρήστου ο οποίος συνεταιριζόταν στη Ζοφριά με έναν γιγαντόσωμο παπά και είχε ύποπτες εμπορικές συναλλαγές με τη Σοβιετική Ένωση. Ωστόσο, τα Έπη ήρθαν στα χέρια τους από άλλη μεριά…Η ειδοποίηση που μας υποσχέθηκε ο παπα-Γολιάθ, δεν ερχόταν και στις βδομάδες που ακολούθησαν καθόμασταν σε αναμμένα κάρβουνα. Η αδημονία μας μεταδόθηκε και στις γυναίκες μας. Η Λασκαρίνα είχε δίκιο. Τα Έπη των Αριμασπών μας είχαν γίνει έμμονη ιδέα. Δεν είχαμε και τίποτα το χειροπιαστό, μόνο όσα είχαμε συγκρατήσει ακούγοντας το Χρήστο, ιδίως ο Δημήτρης με τη μοναδική απομνημονευτική του ικανότητα. Η Μαργαρίτα πιο πραχτική, μια μέρα που μαζεμένοι κι οι τέσσερις στο σπίτι του Δημήτρη συζητούσαμε για τα Έπη, μας έκανε μια ενδιαφέρουσα πρόταση.“Δεν καθόμαστε βρε παιδιά να γράψουμε όσα μπορέσουμε να θυμηθούμε από αυτά που μας διάβασε ο Χρήστος; Εσύ Δημήτρη έτσι εύκολα που απομνημονεύεις, πρέπει να θυμάσαι πολλά. Θα βοηθήσουμε κι εμείς”.Η πρόταση έγινε ομόφωνα δεκτή από την ολομέλεια της παρέας και, με τη βοήθεια μαγνητοφώνου καταπιαστήκαμε με ζέση στην ανασύνθεση των Επών από μνήμης. Περάσαμε είναι η αλήθεια αρκετές ευχάριστες βραδιές, αλλά τα αποτελέσματα ήταν μάλλον πενιχρά. Τελικά ουσιαστική, όσο και ανέλπιστη, βοήθεια μας έδωσε ο κύριος Αντώνης. Ένα απόγεμα μου τηλεφώνησε, με αρκετά μυστηριώδες ύφος, πως έχει κάτι σημαντικό να μου πει και το βράδυ ήρθε σπίτι μου, όπου με τον Δημήτρη και τις γυναίκες μας, προσπαθούσαμε να ανασυστήσουμε το κείμενο των Επών. Μετά τους χαιρετισμούς μπήκε αμέσως στο θέμα.“Δεν πρόφτασα να σου πω, γιατί έφυγες βιαστικός την τελευταία φορά που σ’ είδα σπίτι μου, ότι ο φίλος σου, όταν μ΄ έβαλε να του γράψω εκείνο το εκτεταμένο κείμενο, δε μού  ΄δωσε τα χειρόγραφα, παρά μου το υπαγόρευε ο ίδιος. Τον είχα συνεχώς πάνω από το κεφάλι μου επί πέντε μέρες κι αυτό ήταν πολύ εκνευριστικό. Όταν δε τελειώναμε, κάθε φορά, έπαιρνε μαζί του και τα χειρόγραφα και τη δισκέτα και τα τυπωμένα χαρτιά. Μου φάνηκαν κάπως μυστηριώδεις οι προφυλάξεις που έπαιρνε, γιατί, ειρήσθω εν παρόδω, δε  μ΄ άφησε να βγάλω κανένα άλλο αντίγραφο στον εκτυπωτή”.“Βεβαίως”, πρόσθεσε αυτάρεσκα, “μ΄αυτά τα μηχανήματα δεν αρκεί να είσαι καχύποπτος ή προσεκτικός, πρέπει να ξέρεις στοιχειωδώς και πώς λειτουργούν. ΄Ετσι, ο αφελής, δεν υποπτεύθη ότι ταυτοχρόνως με το γράψιμο εγώ τα αντέγραφα στο σκληρό δίσκο του υπολογιστή μου, από τον οποίο τα ανέκτησα χτες, τα τύπωσα και σας τα φέρνω, μήπως σας βοηθήσουν, γιατί αντελήφθην ότι ψάχνετε για κάποια κείμενα που είχε χρεωθεί πριν εξαφανιστεί”.Άνοιξε τον πελώριο χαρτοφύλακά του και μας παρουσίασε ένα χοντρό πάκο με χαρτί διαστάσεων Α4. Παρά λίγο να τον φιλήσουμε από τη χαρά μας. Η Μαργαρίτα, το ίδιο χαρούμενη, επέμεινε φορτικά να τον κρατήσει για ένα μεζέ, που θα ετοίμαζε εκ του προχείρου με τη Λασκαρίνα και ο κύριος Αντώνης δέχτηκε χωρίς πολλές τσιριμόνιες να μείνει.Στη συζήτηση που επακολούθησε τον ενημερώσαμε για τα Έπη των Αριμασπών, για τα οποία όπως φάνηκε δεν είχε ιδέαν και όπως ήταν επόμενο ακούσαμε τις απόψεις του, εκ του προχείρου διατυπωμένες εκείνη τιν ώρα, σχετικά με την τροπή που θα έπαιρνε η Ιστορία αν οι επαφές των Ελλήνων με την Ανατολική Σιβηρία είχαν συνέχεια. Αποδείχθηκε  δεινός συζητητής, χωρίς την κουραστική φλυαρία πολλών γερόντων. Η κουβέντα μαζί του ήταν σπινθηροβόλα και ευχάριστη και τις γυναίκες ιδίως τις γοήτευσε. Τίμησε δεόντως και τους μεζέδες και το κρασί.Όταν ο συγγραφέας της παράλληλης ιστορίας έφυγε, η Λασκαρίνα μας είπε“Λοιπόν οι άνθρωποι αυτής της γενιάς, οι πατεράδες μας δηλαδή, ήταν από άλλη πάστα. Είδατε τι ευχάριστος και ζωντανός άνθρωπος που είναι; Και οπωσδήποτε θα κοντεύει τα ογδόντα”.“Γέρων αιμύλιος και σπουδαιόμυθος, που λέει ο Δημόκριτος”, συμπλήρωσα. “Γέρος καλοσυνάτος, που μιλάει για ενδιαφέροντα πράγματα”, μετέφρασα. “Γιατί συνήθως οι άνθρωποι σα γερνάνε λένε ή κακίες ή βλακείες”.“Πραγματικά από άλλη πάστα”, συμφώνησε ο Δημήτρης. “Και τέτοιοι πρέπει να ήταν πολλοί, γιατί χωρίς ανθρώπους με τέτοια ψυχοσύνθεση και ζωντάνια δε θα γινόταν ούτε το Αλβανικό ούτε η Αντίσταση”.Δεν επεκταθήκαμε άλλο στο θέμα αυτό, γιατί ανυπομονούσαμε να περιεργαστούμε τα χαρτιά που μας έφερε. Ο κύριος Αντώνης με τη γνωστή του, από τη συνεργασία του με την Εγκυκλοπαίδεια, μεθοδικότητα, τα είχε χωρίσει σε ενότητες, που όπως φάνηκε από την πρόχειρη ματιά που τους ρίξαμε αντιστοιχούσαν στον Πρόλογο, δηλαδή το ταξίδι του Αριστέα, στον ύμνο στον Απόλλωνα, και στο μεγαλύτερο μέρος της Γρυπομαχίας, μας έλειπε όμως το τελευταίο μέρος, τα Δώρα των Υπερβορείων και φυσικά μας έλειπε το αραβικό κείμενο ή έστω μια φωτοτυπία ή μια φωτογράφησή του, ή κάτι τέλος πάντων που να πιστοποιεί την ύπαρξή τους. Ύστερα από τη βοήθεια που μας έδωσε ο κύριος Αντωνάκης, η ανασύνθεση των Επών, προχώρησε γοργά. Δουλέψαμε με κέφι και ταυτόχρονα επιστημονικά. Έβγαλα τρία φωτοαντίγραφα από το κείμενο που μας έδωσε και τα μοίρασα στο Δημήτρη, τη Λασκαρίνα και την Μαργαρίτα, να το διαβάσουν και να σημειώσουν τις παρατηρήσεις τους. Η Μαργαρίτα μάλιστα με την ευκαιρία έκατσε και διάβασε το τέταρτο βιβλίο από την Ιστορία του Ηρόδοτου.Όταν είμασταν και οι τέσσερις έτοιμοι μαζευτήκαμε στο σπίτι μας. Διάβαζα ένα κομμάτι και κατόπιν το συζητούσαμε. Κάναμε δηλαδή συστηματική δουλειά.Το πρώτο μέρος, ως την άφιξη του Αριστέα στον Γελωνό, μας ήταν ήδη γνωστό. Το ξαναδιαβάσαμε φυσικά και σημειώσαμε όσες παρατηρήσεις είχαμε κάνει τότε, που μας το διάβασε ο Χρήστος.………………………………………………………Ω άρχοντες του Ωκεανού, θεοί ευδαίμονες, που διαβιώνετε στο βυθό της πολυκύμαντης θάλασσας και σεις που κατοικείτε στις αμμώδεις ακτές της με τις θαλασσινές κροκάλες κι οι άλλοι που εδρεύετε στα βαθύτατα νερά της Τιθύας θάλασσας, εσάς επικαλούμαι. Και πρώτον απ’ όλους εσένα σεβάσμιε  γέροντα Νηρέα και τις πενήντα κόρες σου, τις χαριτωμένες Νηρηίδες και σένα σεβαστή δέσποινα Αμφιτρίτη και σένα ισχυρέ Τρίτωνα και σας Πρωτέα και Φόρκυνα, βοηθήστε με στο δύσκολο ταξίδι μου. Σταματήστε όλους τους ανέμους και αφήστε μόνο τον απαλό Ζέφυρο να  σπρώξει καλοτάξιδο το πλοίο μου από την ηλιόλουστη Προκόννησο μέσα από τον ορμητικό Βόσπορο, εκεί όπου η θεία Ιώ του Ινάχου, μεταμορφωμένη σε δαμάλα, πέρασε το στενό, φεύγοντας την οργή της Ήρας.`Εισάκουσαν οι ενάλιοι θεοί την προσευχή μου και το ταξίδι μας ήταν χωρίς κανένα απευκταίο. Τα πανιά του φούσκωναν από τον ούριο άνεμο, τα πενήντα κουπιά χτυπούσαν τα νερά και η καρίνα του έσκιζε τη θάλασσα κι οι αφροί περνούσαν στα πλάγια του και άφηναν πίσω του το άσπρο ίχνος της διαδρομής του. Το πλοίο μας ουριοδρομώντας προσορμίστηκε στον κόλπο τον λεγόμενο Κεράτιο, απέναντι από την πόλη των τυφλών κι ύστερα αναπλέοντας τα γοργοκίνητα νερά του Βοσπόρου ανοίχτηκε στο νεφοσκεπή Πόντο, που άλλοτε λεγόταν Άξεινος.Μετά από εφτά ημερών ταξίδι, ο ούριος άνεμος μας έφερε στην ένδοξη και ευτυχισμένη πόλη της Ολβίας, που Μιλητούπολις και Βορυσθενίς ονομάζεται κι είναι  χτισμένη δεξιά  από τη λιμνοθάλασσα, πάνω στην ακτή  της  εύφορης γης των Καλιππιδών Σκυθών, που άφθονο σιτάρι παράγει  και γοργοπόδαρα πουλάρια τρέφει. Θυσίασα στον Αχιλλέα Ποντάρχη και δικό σου ω Λητοϊδη έστησα  βωμό. Δύο φεγγάρια έζησα  στην πόλη της Ολβίας κι οταν της νεογέννητης Εκάτης το λεπτό δρεπάνι φάνηκε στη Δύση  και η ροδοδάχτυλη Ηώ κοκκίνησε την Ανατολή κίνησα έφιππος μαζί με τους ευγενικούς Ελληνοσκύθες τον Αρθόγαμον Καράξτου και τον Βάδαγον Οσπουμάζου αναζητώντας τη θεία πόλη των Γελωνών.Ακολουθήσαμε την ακτή της αλμυρής θάλασσας και σε μια μέρα φτάσαμε στις οχθες του μεγάλου ποταμού Βορυσθένη, που οι Σκύθες ονομάζουν Δάναπρη. Περάσαμε τον ποταμό πάνω σε μια σχεδία και μπήκαμε στη χώρα των Αλιζώνων, που μας υποδέχτηκαν ευγενικά και μας προμήθευσαν όσα χρειαζόμασταν για να συνεχίσουμε. “Θυμάστε τι μας είχε πει ο Χρήστος όταν μας το διάβασε;” διέκοψα “πως το αραβικό κείμενο τους ονομάζει Αλ-Λιζούν αλλά προφανώς είναι εξαραβισμός. Αλλωστε και τον Αλέξανδρο τον κάνανε Αλ-Ισκάντερ”“Μια που διέκοψες ο ίδιος, θάθελα να σχολιάσω ορισμένα πράγματα”, βρήκε την ευκαιρία ο Δημήτρης και συνέχισε“Πραγματικά όλα αυτά είναι πολύ ενδιαφέροντα. Η πόλη των τυφλών είναι βέβαια η Χαλκηδών. Αυτοί που την ίδρυσαν θα ήταν τυφλοί για να μη προσέξουν πως λίγα μίλια μπροστά τους βρισκόταν μια ασύγκριτα καλύτερη θέση. Αυτή, στην οποία χτίστηκε, δυο δεκαετίες μετά, το Βυζάντιο. Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του ονόματος Δάναπρις για το Βορυσθένη. Φαίνεται πως ήταν η επικρατούσα σκυθική ονομασία του. Το Βορυσθένης είναι ελληνικό. Άλλωστε τη ρίζα Δάν τη συναντάμε στους Δαναούς, στον Δάνουβη δηλαδή Δούναβη, στον Δον, αλλά και στους Ροδανό, Ηριδανό και περιέργως στον Ιορδάνη.Επισημαίνω επίσης τη λατρεία του  Αχιλλέα Ποντάρχη, που ήταν γνωστός στη βόρεια ακτή του Εύξεινου Πόντου πριν από τον Απόλλωνα”“Ο Αχιλλέας είναι αρκετά ενδιαφέρουσα περίπτωση”, παρατήρησε ηΜαργαρίτα “μολονότι ο μύθος τον θέλει Θεσσαλό και στεριανό, είναι στενά δεμένος με τη θάλασσα. Η μάνα του η Θέτις ήταν θαλασσινή θεότητα, ο πατέρας του ήταν από την Αίγινα και ο ίδιος ετάφη στο νησί Λεύκη στον Πόντο…”“Αλλωστε το όνομά του, που δεν είναι εύκολο να ετυμολογηθεί στα ελληνικά, περιέχει τη ρίζα Αχ, που τη συναντάμε στα ονόματα πολλών ποταμών, Αχελώος, Αχέρων, Αχάμας, Ίναχος και που συγγενεύει με την ινδοευρωπαϊκή ρίζα *Akw, από την οποία προέρχεται το λατινικό acqua το λιθουανικό Akele…” λέει ο Δημήτρης“Ε ρε και να σ΄άκουγε από καμμιά μεριά ο κύριος Μιχαήλ”, τον πείραξα και συνέχισα το διάβασμα.Αφήσαμε τη χώρα των Αλιζώνων, και αφού διασχίσαμε την πυκνοδασωμένη Υλαία, μπήκαμε στη γη των θείων Κιμμερίων, την έρημη και διάσπαρτη με τάφους των βασιλέων τους, που εκτείνεται σε πολλών ημερών πορεία στις ακτές της σαπρής θάλασσας. Αφήνοντας τα τεναγώδη ακρογιάλια της και ακολουθώντας βορεινή κατεύθυνση  περάσαμε από τη χώρα των Βασιλικών Σκυθών, των αγερώχων ιπποδαμαστών. Εκεί σ΄απόσταση δέκα ημερών πορείας από τη θάλασσα που λέγεται Μαιώτις, σταθήκαμε μπροστά σε έναν τάφο, όπου με ελληνικά γράμματα ήταν γραμμένο αυτό το επιτύμβιοΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΜΑΙΤΗΣ ΕΦΕΣΟΥ ΜΑΚΡΑΝΚΑΙ ΤΗΣ ΦΙΛΗΣ ΘΑΛΑΣΣΗΣΑΝΔΡΟΚΛΗΣ ΒΙΩΝΟΣ ΕΦΕΣΙΟΣΚάναμε σπονδή με κρασί πάνω στον τάφο και συνεχίσαμε πορευόμενοι ως τον μεγάλο ποταμό που πηγάζει από μια λίμνη και οι μεν Σκύθες ονομάζουν Δανάνουι και οι Ελληνες Τάναϊ και που  αποτελεί το σύνορο της Σκυθίας με τη χώρα των γυναικοκρατουμένων Σαυροματών. Προσέξτε αυτό το “γυναικοκρατουμένων” πετάχτηκε στο σημείο αυτό η Μαργαρίτα, γιατί το έχω επισημάνει και αλλού στο κείμενο που διάβασα Δεν περάσαμε τον ποταμό αλλά βαδίζοντας στην υψηλή του όχθη, δεκαπέντε ολόκληρες μέρες, διασχίσαμε χώρα επίπεδη και άδενδρη, στη μέση της οποίας, από αμνημονεύτων χρόνων, υψώνεται ναός αφιερωμένος στον Παπαίον, όπως οι Σκύθες ονομάζουν τον Δία. Είναι ναός μοναδικός στον κόσμο, φτιαγμένος εξ ολοκλήρου με κόκαλα ελεφάντων, ντυμένα νε δέρματα ταύρων. Οι ιερείς του στην αρχή δεν μας άφησαν να μπούμε στο εσωτερικό του. Το πνεύμα του θεού ήταν εχθρικό στην παρουσία μας. Όταν όμως εξευμενίσαμε τον θεό θυσιάζοντας σ΄αυτόν ένα άλογο, μας το επέτρεψαν. Στο εσωτερικό του ναού υπάρχει μόνο το ξόανο του Παπαίου και γύρω του όπλα των Σκυθών βασιλέων και ιπποσκευές των αλόγων τους.Με την ευλογία του Διός-Παπαίου συνεχίσαμε την πορεία μας και βαδίζοντας ακόμα τρεις ημέρες φθάσαμε τελικά στην πυκνοδασωμένη χώρα των Βουδίνων. Είναι δε οι Βουδίνοι έθνος μέγα και πολυπληθές, εύσωμοι, πυρόξανθοι και γαλανοί. Η γλώσσα τους διαφέρει τόσο από τη γλώσσα των Σκυθών όσο και των Σαυροματών  Δεν καλλιεργούν τη γη, δεν σπέρνουν ούτε θερίζουν, παρά ζούν ανατρέφοντας κυρτοκέρατα βόδια, ψαρεύοντας  και κυνηγόντας.  Στα πλατιά πολύυδρα ποτάμια και τις σκοτεινόχρωμες λίμνες της χώρας τους κυνηγούν κάστορες και ενυδρίες και στα πυκνά δάση της σκοτώνουν αρκούδες, αλεπούδες με παχιά γούνα και ερμίνες.Βαδίσαμε τρεις ημέρες μέσα από τη χώρα των Βουδίνων ώσπου φθάσαμε στη θεία πόλη του Γελωνού, που παρόμοια της δεν υπάρχει στον κόσμο. Πόλη μεγάλη και ευημερούσα, χτισμένη στην υψηλή όχθη του ποταμού Τάναϊ τετράγωνη στο σχήμα, με κάθε πλευρά να έχει μήκος τριάντα στάδια. Τα τείχη της, δώδεκα πόδια ψηλά, είναι ξύλινα. Οι δύο πύλες της προστατεύονται η κάθε μία από δύο τετράγωνους πύργους, επίσης ξύλινους. Ολα τα σπίτια, αλλά και οι ναοί και τα ιερά  μέσα στην πόλη είναι από ξύλο και από ξύλινες σφήνες είναι στρωμένοι οι δρόμοι της.Οι κάτοικοι του Γελωνού, που ονομάζονται επίσης Γελωνοί, Ελλήνων αποίκων είναι απόγονοι. Οι πρόγονοί τους έφθασαν εκεί πριν από τρεις γενεές  από την οχυρή Τύρα και την πλούσια Ολβία και πήραν για γυναίκες τους τις κοκκινομάλλες και γαλανομάτες κόρες των Βουδίνων. Στην όψη μοιάζουν με τους Ελληνες παρά με τους Βουδίνους, έχουν ελληνικά ονόματα  και η γλώσσα τους είναι μιξοβάρβαρη ελληνική. Γύρω από την πόλη τους οι Γελωνοί διατηρούν κήπους και περιβόλια και χωράφια όπου σπέρνουν σιτάρι και λογής λογής λαχανικά και φρούτα, ενώ οι Βουδίνοι δεν καλλιεργούν τη γη αλλά τρέφονται με κουκουνάρια και με το κρέας και το γάλα των ζώων, που διατηρούν σε μεγάλα κοπάδια. “Κάτι δεν μου ταιριάζει με τον εποικισμό του Γελωνού από Έλληνες της Ολβίας” παρατήρησα, διακόπτοντας το διάβασμα. “Το ταξίδι του Αριστέα πρέπει να έγινε στα μέσα του 7ου αιώνα, ας πούμε κατά το 650-645. Η Ολβία ιδρύθηκε στις αρχές του 7ου αιώνα, δηλαδή μεταξύ 690-680. Το έπος όμως μιλάει για εποικισμό της με αποίκους από την Ολβία και την Τύρα τρεις γενιές πιο μπροστά, δηλαδή στα μέσα του 8ου αιώνα”“Ξεχνάς όμως ότι εκατό χρόνια πριν από την επίσημη ίδρυση της Ολβίας υπήρχαν ελληνικά εμπορεία στην περιοχή της. Αυτό τουλάχιστον αποδείχνουν οι ανασκαφές στο νησί Μπερεζίν, που βρίσκεται ακριβώς μπροστά της”, παρατήρησε η Μαργαρίτα“Ότι τα Έπη αναφέρονται σε γεγονότα παλαιότερα από τα μέσα του 7ου αιώνα ενισχύεται και από την περικοπή για τη χώρα των Κιμμερίων, που την ονομάζει έρημη και διάσπαρτη μόνο από τάφους των βασιλέων τους. Οι Σκύθες διώξανε τους Κιμμέριους από τη χώρα τους, που βρισκόταν στη βόρεια ακτή της Αζοφικής θάλασσα στις αρχές του 7ου αιώνα και αυτοί με τη σειρά τους εισβάλλανε μέσω Καυκάσου στη Μικρασία, όπου νίκησαν τους Φρύγες και σκότωσαν το βασιλιά τους τον Μίδα” είπε ο Δημήτρης “Γιά συνέχισε!” from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

User login