You are here

Ο ωραιότερος δρόμος της Αθήνας (κατά τον Κ. Βάρναλη)

Ποιος είναι ο ωραιότερος δρόμος της Αθήνας; Θα άξιζε να γίνει μια τέτοια σφυγμομέτρηση, αν και τόσο πολύ που έχει απλωθεί ο οικιστικός ιστός στο Λεκανοπέδιο είναι δύσκολο να έχει κανείς εποπτεία όλων των δρόμων -ούτε ταξιτζής τους ξέρει, κι ούτε χρειάζεται πια εδώ που τα λέμε στην εποχή του gps.Ας το περιορίσουμε τότε, δηλαδή ας κυριολεκτήσουμε κι ας εννοήσουμε την Αθήνα με τη σημασία του δήμου Αθηναίων -ποιος λοιπόν είναι, κατά τη γνώμη σας, ο ωραιότερος δρόμος του δήμου Αθηναίων;Δεν θα απαντήσω εγώ στο ερώτημα αυτό -θα ζητήσω τη γνώμη κάποιου άλλου, του μεγάλου μας ποιητή Κώστα Βάρναλη, ο οποίος έζησε όλη του τη ζωή, από τα 18 του χρόνια και μετά, στο κέντρο της Αθήνας -κι επειδή είχε έρθει από τη Βουλγαρία (στην οποία δεν ξαναπήγε ποτέ) και δεν είχε ούτε γενέθλιο χωριό ούτε συγγενείς στην επαρχία, έζησε συνεχώς στην Αθήνα και την Αττική -ας συμπεριλάβουμε και τα νησιά του Αργοσαρωνικού, την Αίγινα όπου παραθέριζε.Ο Βάρναλης λοιπόν, σε ένα χρονογράφημα που έγραψε το 1941, παίνεψε κάμποσους δρόμους της Αθήνας, αλλά έναν ξεχώρισε. Την εποχή εκείνη έμενε στο Κολωνάκι, στην οδό Δημοχάρους, αλλά ο πιο αγαπημένος δρόμος του βρισκόταν αλλού, μακριά από τη γειτονιά του.Θα μπορούσα να σας το βάλω σε κουίζ: Ποιον δρόμο της Αθήνας αγαπούσε περισσότερο ο Βάρναλης; Μπορείτε να προσπαθήσετε να μαντέψετε την απάντηση, κι ύστερα, διαβάζοντας το χρονογράφημα που θα παραθέσω πιο κάτω, να δείτε αν μαντέψατε σωστά.Το χρονογράφημα που θα παραθέσω περιλαμβάνεται, φυσικά, στον τόμο Αττικά που κυκλοφόρησε πρόσφατα και που τον παρουσίασα εδώ προχτές, κι έτσι απαντάω και στο παράπονο που εκφράστηκε από έναν φίλο, ότι στο προχτεσινό άρθρο δεν είχα παρουσιάσει ένα δείγμα γραφής του Βάρναλη.Πρόκειται, ταυτόχρονα, για ένα χρονογράφημα που γράφτηκε και δημοσιεύτηκε κάτω από πολύ ιδιαίτερες συνθήκες: δημοσιεύτηκε στην Πρωία στις 27 Απριλίου 1941 που σημαίνει ότι γράφτηκε την προηγουμένη, ενώ οι Γερμανοί προέλαυναν προς την Αθήνα -στην οποία μπήκαν το πρωί της ημέρας εκείνης. Τι γράφει κανείς όταν ξέρει ότι από την επόμενη μέρα, μπορεί τη μεθεπόμενη, η πατρίδα του πρόκειται να σκλαβωθεί, ποιος ξέρει για πόσο διάστημα; Ίσως κάτι ηρωικό. Ίσως αυτό που θα διαβάσετε παρακάτω.Δρομοπάθεια (Πρωία, 27 Απριλίου 1941)Δρομοπάθεια –κατά το ωραιοπάθεια, ερωτοπάθεια, ψυχοπάθεια κτλ. Καινούργιος ο όρος, αλλά το πράγμα (δηλ.. το πάθος) πολύ παλαιό. Αν τη λέξη την είχανε φκιάσει οι αρχαίοι, θα εσήμαινε το πάθος που έχει κανείς να παρακολουθεί τις… κούρσες ή τους αγώνες του τρεξίματος. Αλλ’ αφού τη φκιάνουμε τώρα, μπορεί να σημαίνει το πάθος, που έχουνε μερικοί άνθρωποι να γυρίζουνε στους δρόμους –γιατί στους δρόμους ζούνε· το σπίτι το έχουνε μονάχα για υπνωτήριο. Αλλά στη δική μας περίπτωση, η δρομοπάθεια αποτελεί μια μορφή ωραιοπάθειας· σημαίνει τον έρωτα, που έχουνε μερικοί για ορισμένο δρόμο της πολιτείας, όπου ζούνε.  Γνωρίζω έναν τέτοιον… άρρωστο. Σήμερα το πρωί τόνε βρήκα που κατέβαινε από τις πλαγιές του Λυκαβηττού πηδηχτός… ένεκα η αρθρίτιδα!  — Είμαι αποφασισμένος να μη διαβάσω σήμερα εφημερίδα. Ας κάθεται διπλωμένη στην τσέπη μου. Σήμερα θέλω ν’ ανοίξω το κλουβί της ψυχής μου και να τ’ αφήσω το πουλί να πετάξει στον ελεύθερον αέρα, να χαρεί τις ομορφιές της Πλάσης. Σήμερα υπόγραψα για δυο ώρες ατομική ανακωχή με όλην την Ανθρωπότητα και με όλο το ουράνιο Σύστημα. Σήμερα θέλω να ζήσω, πιθανόν για τελευταία φορά, την ξέγνοιαστη ζωή του παλιού καιρού. «Η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής»[1]. Σήμερα δεν θα μεριμνήσω ούτε για το αύριο, ούτε για το χθες, ούτε για το σήμερα! Θα πάω να συναντήσω την πιο πιστή μου ερωμένη, που τα τελευταία δραματικά γεγονότα με κάνανε να την παραμελήσω.  –Και σε ποιο δρόμο κατοικεί;  –Δεν κατοικεί σε δρόμο. Κατοικείται! Είναι… δρόμος! Υπάρχουνε πολλοί ωραίοι δρόμοι εδώ στην Αθήνα με ξεχωριστή φυσιογνωμία και προπάντων γύρω από τον Λυκαβηττό. Αυτός ο κρεμαστός κήπος που βλέπεις, αυτή η ταράτσα (και μου έδειξε το τμήμα της οδού Ξενοκράτους που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην οδό Λουκιανού και Πλουτάρχου) είναι μοναδικό πράμα για το ύψος, για την απλοχωριά και για τον ήχο του. Λίγο παρακάτου, όπου πηγαίνω, είναι το πράσινο και πάντα ισκιωμένο και μισοσκότεινο τούνελ της οδού Φωκυλίδου. Αλλά οι δρόμοι αυτοί είναι πολύ εγωιστικοί, πολύ ακατάδεχτοι. Δεν έχουνε κανένα κέντρο να σε κρατήσουν. Από τον έναν άλλωστε σε διώχνει ο ήλιος το καλοκαίρι, από τον άλλον σε διώχνει ο ίσκιος τον χειμώνα. Αλλά δρόμος… εγκάρδιος σε κάθε εποχή και με πολύ… σεξ απίλ είναι η οδός Φωκίωνος Νέγρη στην Κυψέλη. Ο ωραιότερος δρόμος της Αθήνας. Για κει το έβαλα.  –Τόσο μακριά;  –Εκεί θα ρομαντζάρω λίγη ώρα, για να ξεχάσω ποιος είμαι και ποιος είσαι. Είναι δρόμος μοναδικός στην Αθήνα. Δεν έχει το ταίρι του. Γιατί έχει άφθονα τρεχούμενα νερά. Είναι μια σειρά από βρύσες, χαβούζες, σιντριβάνια, κανάλια σκαλωτά –όλα αυτά με το πιο καθάριο, το πιο άφθονο και πιο φρέσκο νερό. Στη μέση του δρόμου, που είναι αρκετά φαρδύς, μια σειρά από κηπάκια με όλων των ειδών τα γνωστά και τ΄ άγνωστα φυτά και λουλούδια. Και τα κηπάκια αυτά κλείνονται δεξιά κι αριστερά με δενδροστοιχίες από πλατάνια και λεύκες κι ακακίες, καθώς κι από τα σκαλωτά κανάλια του νερού, που κυλάει τόσο ήσυχα που θαρρείς κι είναι ακίνητο. Σε μιαν από τις χαβούζες, όπου τρία λιονταρίσια κεφάλια χύνουν αδιάκοπα νερό, κολυμπούνε οι ασπρότερες πάπιες του κόσμου! Και στη μέση της χαβούζας είναι το σπιτάκι τους, είδος μικροσκοπικής παγόδας, με δύο σκαλίτσες, για ν’ ανεβοκατεβαίνουν από το υγρό στοιχείο στο στερεό τα ζωντανά αυτά πλεούμενα. Εκεί που κόβει κάθετα το δρόμο η οδός Επτανήσου, υπάρχει ένα πλατύ τετράγωνο άνοιγμα γεμάτο άμμο. Εκεί μέσα παίζουνε τα παιδάκια· κυλιούνται, φωνάζουνε, φκιαρίζουνε, κουβαλούνε με το πάθος της ηλικίας τους και με όλην τη σοβαρότητα χαίρονται την «ελεύθερη κατανάλωση του περισσεύματος της ενεργείας τους» –όπως ορίζουνε μερικοί βιολόγοι το παιχνίδι και μερικοί φιλόσοφοι την τέχνη.   Νομίζει κανείς, πως βρίσκεται σε καμιά λουτρόπολη ή σε καμιά ευρωπαϊκή πόλη, όπου τα νερά είναι αλογάριαστα και η βλάστηση πληθωρική… Εκεί λοιπόν, πάω… ταξίδι! Έχω μεγάλη ανάγκη να αλλάξω αέρα. Γιατί, όπως είμαι περήφανος στ’ αυτιά, ακούω μέσα μου διαρκώς σειρήνες! Σήμερα θα κάνω ό,τι μπορώ, για να μην ακούσω ούτε τις δικές μου τις σειρήνες ούτε τις… άλλες.[1] μη ουν μεριμνήσητε εις την αύριον, η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής, Ματθ. 6.34.Θα μου πείτε ότι ο θαυμαστής της οδού Φωκίωνος Νέγρη δεν είναι ο Βάρναλης αλλά ο φίλος του -ωστόσο, είναι ολοφάνερο πως ο ανώνυμος φίλος είναι, στην πραγματικότητα, ο ίδιος ο χρονογράφος, που χρησιμοποιεί αυτό το πολύ διαδεδομένο τέχνασμα για να εκφράσει πιο ελεύθερα τις απόψεις του. Δεν το κρύβει άλλωστε, αφού βάζει τον ανώνυμο φίλο να αναφέρει, στο τέλος, ότι βαριακούει («περήφανος στ’ αυτιά»), κάτι που ήταν πασίγνωστο χαρακτηριστικό τού Βάρναλη.Στα λεξιλογικά, να προσέξουμε τη χρήση της λέξης «χαβούζα». Σήμερα, η λέξη σημαίνει δεξαμενή για βρόμικα νερά, για απόβλητα, και κατ’ επέκταση χρησιμοποιείται για χώρο πολύ βρόμικο, με έντονη ρύπανση -θα θυμάστε άλλωστε την ταινία του Μαραγκού «Από πού πάνε για τη χαβούζα» με τον Θ. Βέγγο. Ωστόσο, ο Βάρναλης χρησιμοποιεί τη λέξη με την παλιά της σημασία (χτιστή δεξαμενή νερού), χωρίς καμιά αρνητική συνδήλωση.Λοιπόν, ποιος είναι ο δικός σας αγαπημένος δρόμος της Αθήνας; from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

User login