Γράφει ο Στάθης ΠαχίδηςΣ’ έχουν στήσει άγαρμπα καταμεσήμερο εκεί, στην πολυσύχναστη γωνία της πόλης. Λίγο η ώρα, λίγο η κίνηση, το έφαγες το στήσιμο και λες ας τ’ απολαύσω τουλάχιστον. Βρίσκεις τη σωστή θέση, τη σωστή γωνία και κάθεσαι να σε χτυπάει εκείνος ο αλήτης ήλιος του μεσημεριού, που σκάει μύτη εκεί κατά τις δώδεκα, δίνει μια τζούρα άνοιξη και μετά πάει κι εξαφανίζεται.Καθώς νιώθεις κατά πρόσωπο τις ανοιξιάτικες αχτίδες, κάνεις την ανακλαστική κίνηση: ναι, δεν το ‘κοψες κι ας σε μπινελικώνουν οι φίλοι, κι ας σε προειδοποιούν οι γιατροί. Ανάβεις τσιγάρο.